Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Βιογραφίες: Τζόρτζιο ντε Κίρικο (1888-1978)

 «Το έργο τέχνης δεν πρέπει να έχει λόγο, ούτε λογική. Με αυτό τον τρόπο προσεγγίζει το όνειρο και το μυαλό του παιδιού».
Τζόρτζιο ντε Κίρικο
Ζωγράφος, συγγραφέας και γλύπτης.


Ορκος, Ακριλικο σε μουσαμα, 40Χ50 εκ.
Γεννήθηκε στο Βόλο και ήταν ο πρωτότοκος γιος του Εβαρίστο και της Τζέμα ντε Κίρικο, ιταλικής καταγωγής. Ο πατέρας του εργαζόταν ως μηχανικός και επέβλεπε την κατασκευή του θεσσαλικού σιδηροδρομικού δικτύου, ενώ η μητέρα του ήταν πρώην τραγουδίστρια της όπερας. Ο αδελφός του αναδείχθηκε επίσης φημισμένος καλλιτέχνης, με το όνομα Αλμπέρτ Σαβίνιο. Το ελληνικό περιβάλλον και ο ελληνικός πολιτισμός, ιδιαίτερα το τοπίο του Βόλου που παρέπεμπε σε αρχαία Ιωλκό και Αργοναυτική εκστρατεία, όπου μεγάλωσε ο ντε Κίρικο, υπήρξε πηγή έμπνευσης για εκείνον.

C.Nikolaou, Ακριλικο σε μουσαμα,
40Χ50 εκ.
Ο Εβαρίστο ντε  Κίρικο, παρά την επιθυμία του να τον διαδεχτούν τα παιδιά του ως μηχανικοί, ενθάρρυνε τα καλλιτεχνικά ενδιαφέροντά τους. Έτσι, ο Τζόρτζιο φοίτησε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, με δασκάλους τους Γεώργιο Ροϊλό, Κωνσταντίνο Βολονάκη και Γιώργο Ιακωβίδη. Το 1905 σημειώθηκε ο θάνατος του πατέρα του, γεγονός που πιθανώς συνδέεται με την αποτυχία του στις τελικές εξετάσεις της σχολής.

Δ.Βόλνας, Λάδι σε μουσαμά 23Χ26εκ
Το φθινόπωρο  του 1906, εγκαταστάθηκε μαζί με τη μητέρα και τον αδελφό του στο Μόναχο, όπου ξεκίνησε σπουδές στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών, παρακολουθώντας μαθήματα σχεδίου και ζωγραφικής. Αποχώρησε από την Ακαδημία πριν ολοκληρώσει τις σπουδές του και το καλοκαίρι του 1909 εγκαταστάθηκε στο Μιλάνο.

Το 1911 μετακόμισε στο Παρίσι. Στους καλλιτεχνικούς κύκλους του Παρισιού, ο ντε Κίρικο έγινε θερμά δεκτός  σε έναν ευρύτερο κύκλο καλλιτεχνών, που περιλάμβανε διάσημους ζωγράφους όπως τον Πάμπλο Πικάσο και τον Φράνσις Πικαμπιά. Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, όταν το 1915 η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Αυστρία, ο ντε Κίρικο παρουσιάστηκε στη Φεράρα για να υπηρετήσει τη θητεία του. Συνέχισε να ζωγραφίζει με μειωμένους ρυθμούς, προσπαθώντας παράλληλα να διατηρεί τις επαφές του στο Παρίσι.
Στόγας Β., Ακρυλικό σε καμβά, 25Χ30εκ

Στα τέλη του 1918, εγκατέλειψε τη Φεράρα και εγκαταστάθηκε  μαζί με τη μητέρα του στη Ρώμη, όπου υπήρξε μέλος και του θεατρικού κύκλου.

Από το 1919, στα πλαίσια μίας βαθιάς αλλαγής, ξεκίνησε να αντιγράφει έργα  της Ιταλικής Αναγέννησης, μιμούμενος το ύφος τους και αναπτύσσοντας ένα νεοκλασικό ύφος, σημαντικά διαφοροποιημένο από τις προγενέστερες δημιουργίες του. Όμως, την ίδια περίπου εποχή, τα «μεταφυσικά» έργα του έγιναν αντικείμενα θαυμασμού από τους υπερρεαλιστές, οι οποίοι αποκήρυξαν τη στροφή του στο νεοκλασικό και νεορομαντικό ύφος. Η διάσταση των απόψεων του ντε Κίρικο με τους υπερρεαλιστές επισημοποιήθηκε το 1926, όταν  τον χαρακτήρισαν ως μία «μεγαλοφυΐα που χάθηκε».
Ν.Γάδας Λάδι σε κόντρα πλακέ 24Χ30εκ

Το 1925 εγκαταστάθηκε εκ νέου στο Παρίσι, όπου ακολούθησε μία ιδιαίτερα παραγωγική περίοδος. Η δεύτερη παραμονή του στο Παρίσι διήρκεσε μέχρι το 1929, χρονιά κατά την οποία ολοκλήρωσε  τη διακόσμηση του σπιτιού τού Λεόνς Ρόζενμπεργκ, με σκηνές μάχης μεταξύ Ρωμαίων μονομάχων. Την ίδια περίοδο εκδόθηκε το μυθιστόρημά του, με τίτλο Εβδόμερος (Hebdomeros), ενώ φιλοτέχνησε και μία σειρά λιθογραφιών.

Έζησε για ένα διάστημα στην Ιταλία, συμμετέχοντας στη Μπιενάλε της Βενετίας και επέστρεψε στο Παρίσι το 1934. Το 1935 εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη για τα επόμενα δύο χρόνια και οργάνωσε συνολικά πέντε εκθέσεις έργων του. Παρά την επιτυχία τους, επέστρεψε στην Ιταλία, τον Ιανουάριο του 1938.

Για ένα σύντομο  διάστημα, πριν το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, έζησε στο Παρίσι πριν επιστρέψει και πάλι στο Μιλάνο. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940, με νέο ύφος με στοιχεία νεομπαρόκ, αλλά και με πολεμική διάθεση ενάντια στη μοντέρνα τέχνη, συμμετείχε στην 23η Μπιενάλε της Βενετίας. To έργο του αντιμετωπίστηκε με έντονη  αμφισβήτηση από τους κριτικούς. Τότε ο ντε Κίρικο εξέφρασε την αντίθεσή του στη «δικτατορία» του μοντερνισμού μέσα από μία πληθώρα δοκιμίων. Μάλιστα, κατά την περίοδο 1950-3 οργάνωσε την «αντι-Μπιενάλε», παρουσιάζοντας έργα «αντι-μοντέρνων» καλλιτεχνών. Συνέχισε να εργάζεται μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Πέθανε στη Ρώμη το 1978.

Οι  μεταφυσικοί πίνακές του εικονίζουν τα αντικείμενα αποξενωμένα από τον πραγματικό τους χώρο και τοποθετημένα σε κάποιον φανταστικό, ο οποίος φέρνει το θεατή αντιμέτωπο με τα πραγματικά του συναισθήματα. Επίσης χρησιμοποιούνται συχνά κούκλες-ανδρείκελα, που έχουν στόχο να απογυμνώσουν την ανθρώπινη μορφή από το συναισθηματικό της περιεχόμενο, να τονίσουν το στοιχείο της σιωπής και να παρουσιάσουν τη ζωή σαν ένα ασήμαντο και μάταιο κουκλοθέατρο. Έλεγε σχετικά: «Με δεδομένη την ολοένα πιο υλιστική και πιο πραγματιστική προσέγγιση της σύγχρονης εποχής, δε θα με εξέπληττε στο μέλλον μια κοινωνία στην οποία, όσοι ζουν για τις πνευματικές απολαύσεις δε θα έχουν δικαίωμα να διεκδικήσουν μια θέση στον ήλιο». 
[Επιμέλεια: Βικτωρία Κουτσουπιά, για το Ινστιτουτο Μελετων Ελληνικης Τέχνης, Artem]

Δεν υπάρχουν σχόλια: