Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Έλληνες Ζωγράφοι: Κώστας Λούστας

  Γεννήθηκε το 1933 στην Αθήνα από μητέρα Αθηναία, μεγάλωσε όμως στη Φλώρινα, καθώς ο πατέρας του καταγόταν από το Νυμφαίο. Ξεπερνώντας τις αντιρρήσεις του συντηρητικού πατέρα,  ράφτη στο επάγγελμα, κατάφερε να σπουδάσει στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, με δάσκαλο το Γιάννη Μόραλη. Παράλληλα έκανε και μουσικές σπουδές.
Το 1957 πραγματοποίησε την πρώτη του έκθεση στη Φλώρινα και το 1961, με τη βοήθεια του ποιητή Γ. Βαφόπουλου, στη  Χ.Α.Ν.Θ. Θεσσαλονίκης.
Από το 1963 ως το 1965 έζησε στη Νέα Υόρκη και συνεργάσθηκε με τις Γκαλερί «Di Salvo», «Chase», «Chevance» και την «Galerie Internationale». Οι ατομικές εκθέσεις του εκεί, τον ανέδειξαν σε διεθνές επίπεδο.
 Το 1968 επέστρεψε στην Ελλάδα και πραγματοποίησε έκθεση στην Αθήνα. Επί μια τριετία   (1968-1971) δίδαξε σχέδιο στη Σχολή Δημητρέλη στη Θεσσαλονίκη, όπου και εγκαταστάθηκε. Δεν έπαψε όμως να εκθέτει και στο εξωτερικό, όπως το 1969 στο Λονδίνο και το 1972 στη Νέα Υόρκη. Τελευταία έκθεση εκτός Ελλάδας ήταν στο Λονδίνο το 1999.
Αντίστοιχη συνέχεια είχαν και οι εκθέσεις στην Ελλάδα. Πρόσφατη είναι η τελευταία του έκθεση στη Θεσσαλονίκη (ATRION, Μάρτιος 2013). Συνολικά ξεπερνούν τις εξήντα οι ατομικές παρουσιάσεις και αναρίθμητες είναι οι συμμετοχές του σε ομαδικές εκθέσεις. Η σχέση του όμως με τις Τέχνες δεν περιορίζεται στη ζωγραφική. Ποιητικά και πεζά έργα του δημοσιεύονται σε λογοτεχνικά περιοδικά. Πλούσια είναι και η αρθρογραφία του στον Τύπο.
Το 1977 τιμήθηκε με βραβείο από την Εταιρεία Ελλήνων Καλλιτεχνών. Για πολλά χρόνια συμμετείχε στην εικαστική επιτροπή των Δημητρίων και διετέλεσε μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. 
Η ζωγραφική του χαρακτηρίζεται ως ιδιότυπη και προσωπική, καθώς διαθέτει «αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά ενός προσωπικού εξπρεσιoνισμoύ». Παραστατική, με χρώματα «διαφανή, μελωδικά και πλούσια, συγχρονισμένα με μια μουσική αντίληψη», έχει ποικίλη θεματολογία: πορτρέτα, νεκρές φύσεις, καθημερινά αντικείμενα, μουσικά όργανα, θαλασσινά τοπία.
 «….Με συνεχή πλούσια παραγωγή 50 ετών, ζωγράφος με κορυφαία ταλέντα, έχει ευρύ συλλεκτικό κοινό. ….Πρόκειται για ζωγραφική καθαυτή, δηλ. αστραπιαία οπτική σύλληψη του θέματος και γρήγορα μεταγραφή του στο τελάρο, με κινήσεις και χρώματα εξπρεσιονιστικά, σχεδόν βίαια, αλλά αθώα, παιδικά πολλές φορές… Ο Λούστας ζει το τοπίο, γίνεται ένα με τη Βορειοελλαδίτικη υγρασία που βαραίνει τα χρώματα και θυμίζει τις τονικότητες των Ολλανδών τοπιογράφων».  (Χάρης Καμπουρίδης, «Νέα», 25 Οκτωβρίου 2006).
«Ο Λούστας αν και βαθύτατα συναισθηματικός δεν παρασύρεται σε εύκολες και εξεζητημένες διατυπώσεις, σε συνήθεις συνθετικές λύσεις και σε διάφορα οπτικά ευρήματα. Αντίθετα η γλώσσα του είναι έντονα ποιητική και λυρική εξαιτίας της ιδιαίτερης τονικότητας του χρώματος, η δε γραφή του είναι εξαιρετικά ασφαλής και σίγουρη όπου χρώμα και φως συνθέτουν ένα σύνολο αυστηρά δομημένο και με ακρίβεια οργανωμένο» (Μίλτος Παπανικολάου, Καθ. Ιστορίας της Τέχνης).
O Κώστας Λούστας πέθανε στη Θεσσαλονίκη σε ηλικία 81 ετών. Έργα του βρίσκονται σε πολυάριθμες δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα, στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη.
[επιμ. Φώτης Κουτσουπιάς, -artem.gr]

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Έλληνες Ζωγράφοι: Φώτης Ζαχαρίου


  Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1909. Σε ηλικία 28 ετών και κατόπιν  εισαγωγικών εξετάσεων, φοίτησε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και στο  εργαστήριο ζωγραφικής του Ουμβέρτου Αργυρού. 

Ζαχαριου Φώτης-Αγροτική ζωή, 1990-98
Η καλλιτεχνική του δημιουργία επικεντρώθηκε στην αγιογράφηση ναών, σε συνεργασία με τον Αγήνορα Αστεριάδη και τον χαράκτη Α. Τάσσο. Από το 1949 ανέλαβε  συντηρητής στην Υπηρεσία Αναστήλωσης Αρχαίων και Ιστορικών Μνημείων της Ελλάδος. Με τα συνεργεία του συντήρησε έναν τεράστιο αριθμό εικόνων, τοιχογραφιών και ψηφιδωτών ρωμαϊκών, παλαιοχριστιανικών και βυζαντινών μνημείων σε όλη την Ελλάδα (Πάτμο, Καστοριά, Άγιο Όρος, Θεσσαλονίκη, Βέροια κ.α.).


 «Το Άγιο Όρος είναι ένας χώρος που ιδιαίτερα τον προσείλκυσε. Παραμένοντας στο Όρος επί σειρά μηνών αποκάλυψε την εξαίσια ζωγραφική του Πανσέληνου (13ος αιώνας) στο Πρωτάτο των Καρυών, αλλά και την υψηλής τεχνικής ζωγραφική του αρχηγέτη και Κρητικής Σχολής Θεοφάνους του Κρητός στη Μονή Σταυρονικήτα (1546). Αλλά και με άλλα έργα της «Μακεδονικής» λεγόμενης Σχολής θα ασχοληθεί, όπως με τις τοιχογραφίες του Χριστού στη Βέροια, έργο του «άριστου ζωγράφου πάσης θετταλίας Καλιέργη», τις τοιχογραφίες του Αγίου Νικολάου Ορφανού, τα ψηφιδωτά των Αγίων Αποστόλων Θεσσαλονίκης».  (Νίκος Ζίας, καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τ. προϊστάμενος  Διεύθυνσης Συντήρησης Αρχαιοτήτων Υπ. Πολιτισμού).

Ζαχαριου Φώτης-Μονη Σταυρονικήτα, 1990-98Ζαχαριου Φώτης-Σοκάκι με σπίτια, 1983
Ο Φώτης Ζαχαρίου εκπροσωπεί  τη γενιά των συντηρητών, που δεν περιορίστηκε στην επισκευή, επιδιόρθωση και επιζωγράφιση των έργων τέχνης, αλλά ενδιαφέρθηκε και για τη διατήρηση της αισθητικής, ιστορικής και καλλιτεχνικής αξίας τους. Καθιέρωσε την φωτογραφική τεκμηρίωση των εργασιών συντήρησης, καταφέρνοντας να  δημιουργήσει έτσι ένα τεράστιο φωτογραφικό αρχείο.  Δίδαξε στη «Σχολή Εκπαιδεύσεως Συντηρητών Αρχαίων» του Βυζαντινού Μουσείου και διέσωσε πολλά έργα που κόντευαν να καταστραφούν. «Ο Φώτης Ζαχαρίου άνοιξε έναν μεγάλο δρόμο στη Συντήρηση που τον βάδισε με συνέπεια και συχνά αυταπάρνηση, αδιαφορώντας για τις ταλαιπωρίες. Πέρασε τη ζωή του σκαρφαλωμένος στη σκαλωσιά, δουλεύοντας με το νυστέρι και την απόλυτη κυριαρχία του χεριού που απαιτείται ώστε να μην προκληθεί βλάβη από μια αδέξια κίνηση στο έργο.  … διαδραμάτισε ρόλο σκαπανέα και πρωτοπόρου στη συντήρηση έργων τέχνης στην Ελλάδα».

 Μετά τη συνταξιοδότησή του ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και με τα ψηφιδωτά, όπου αποτυπώνονται οι αναμνήσεις του από τον Άθωνα, αλλά και η «άμεση γνωριμία του με τα μεγάλα έργα της τέχνης και η προσωπική κοινωνία με τους εσώτερους παλμούς της ψυχής που έχουν σ' αυτά αποθησαυριστεί». Ο Φώτης Ζαχαρίου πέθανε στην Αθήνα το 2001.
[Φώτης  Δ. Κουτσουπιάς,  ARTEM.GR]

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Το έργο του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου «Η ταφή του Χριστού»...

...πουλήθηκε στο Λονδίνο έναντι 902.500 δολαρίων.
  Στον οίκο δημοπρασιών Sotheby’s του Λονδίνου εκτέθηκε στα τέλη Ιανουαρίου το έργο του
 Έλληνα ζωγράφου από την Κρήτη Δομίνικου Θεοτοκόπουλου «Η ταφή του Χριστού» (The entombment of Christ).
Οι διαστάσεις του έργου, που είναι φτιαγμένο από λάδι και τέμπερα σε καμβά, είναι μόλις 36,5Χ28 εκατοστά. Σύμφωνα με τους ειδικούς περί την τέχνη, συντηρητές και κριτικούς, ζωγραφίστηκε από το Δομίνικο Θεοτοκόπουλο (Ελ. Γκρέκο) στο Τολέδο της Ισπανίας, όπου εγκαταστάθηκε το 1577. Η δεκαετία 1577 – 1587, στη διάρκεια της οποίας χρονολογείται ο πίνακας, υπήρξε και η σπουδαιότερη περίοδος δημιουργίας του Ελ Γκρέκο.
«Η ταφή του Χριστού» μέχρι το 1940 φυλασσόταν στη Γενεύη και ο πρώτος ιδιοκτήτης του ήταν ένα ιδιώτης συλλέκτης, το όνομα του οποίου υπάρχει στο πίσω μέρος του καμβά. Η πρακτική να αναγράφεται στο πίσω μέρος ενός έργου το όνομα του κατόχου και η ημερομηνία αγοράς του, ήταν συνηθισμένη. Και παρά τη μεγάλη φιλολογία που αναπτύχθηκε σχετικά με την γνησιότητά του, αυτή τεκμηριώθηκε χάρη σε σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους και το έργο πουλήθηκε έναντι του ποσού των 902.500 δολαρίων.
[Αντώνης Δ. Κουτσουπιάς, artem.gr]

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Κουνέλης - Μυταράς: Μια τεράστια διπλή απώλεια σ' ένα βράδυ


Τον Γιάννη Κουνέλη δεν δέχτηκε ποτέ η Σχολή Καλών Τεχνών και τον Δημήτρη Μυταρά τον διέγραψε η Ακαδημία Αθηνών. Κι οι οι δυο μεγαλούργησαν.


Τι κι αν ήταν κοινό μυστικό τα τεράστια προβλήματα που αντιμετώπιζε με την όρασή του όπως επίσης και το ότι η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινωθεί τα τελευταία χρόνια; Η είδηση της απώλειας του κορυφαίου σύγχρονου ζωγράφου Δημήτρηεν αιθρία χθες βράδυ - ίσως διότι τέτοιες μορφές θέλει να νιώθει κανείς ότι έχουν πάρει «εισιτήριο» για την αιωνιότητα. Κι αν αυτό συνέβη με τον  Δημήτρη Μυταρά, η περίπτωση της απώλειας του Γιάννη Κουνέλη - καθώς υπήρξε το πρώτο μούδιασμα - που κυκλοφόρησε λίγη ώρα αργότερα έμοιαζε, το λιγότερο, με κακόγουστο αστείο. Κι όμως, στα δημοσιεύματα ιταλικών μέσων ενημέρωσης δεν χωρούσε αμφισβήτηση: Το ίδιο βράδυ θα μετρούσε δυο απώλειες: Τόσο του δασκάλου κι ΄Ελληνα θρύλου του εξπρεσιονισμού, Δημήτρη Μυταρά, όσο και του σπουδαίου διεθνή καλλιτέχνη, Γιάννη Κουνέλη, για τον οποίο είχε γραφτεί, μεταξύ άλλων, ένα  αφιέρωμα στου New York Times  (Οκτώβριος 2016) με τίτλο: «Η πνευματικότητα του Γιάννη Κουνέλη». («The spirituality of Jannis Kounellis»). 

Γιάννης Κουνέλης: Η Ελλάδα είναι μεγάλη έλξη. Ίσως και μια πληγή

 «Ο πρώτος στον οποίο άρχισα να χρωστάω είναι ο Βαν Γκογκ και δεν τον έχω ξεπληρώσει ακόμα», ανέφερε σε μια κουβέντα του στο Παρίσι της δεκαετίας του '80 ο Γιάννης Κουνέλης. Πράγματι, στην εφηβική του ηλικία (τότε που η οικογένειά του μετακόμισε από την Καστέλλα στον Κορυδαλλό), ο παιδικός του φίλος και μετέπειτα αρχαιολόγος, Γιάννης Σακελλαράκης, τον θυμόταν να κάνει ατελείωτες συζητήσεις για τον Βαν Γκογκ. «Τον δαιμόνιζε η μοναχικότητα και το αγωνιώδες του ζωγράφου». Τη μεγάλη αγάπη του για την τέχνη είχαν αγνοήσει οι μεγάλοι της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών που, παρά τις προσπάθειές του, δεν τον δέχτηκαν ποτέ στη σχολή. Λίγο αργότερα αφήνει την Ελλάδα κι εγκαθίσταται στη Ρώμη με την πρώτη του γυναίκα, Εφη. Ορκίζεται να μη μιλήσει ελληνικά. Θα κάνει να ξαναδεί την Ελλάδα 20 χρόνια όταν η σχέση του μαζί της θα έχει «γλυκάνει». Από την πρώτη του κιόλας έκθεση στην Galleria della Tartagura της Ρώμης σε ηλικία 24 ετών, ο Κουνέλης θα μπει δυναμικά στο ρεύμα της ιταλικής τέχνης κάτι σπάνιο να συμβεί στα εικαστικά πράγματα της χώρας. Ακολουθεί μια μεγάλη πορεία: Από τις πρωτεύουσες και τα σημαντικότερα κέντρα τέχνης της Ευρώπης ως το Σικάγο και τη Μόσχα.

 Από τις αρχές του 1960 ο Κουνέλης κάνει δυναμική εμφάνιση στο χώρο της σύγχρονης τέχνης και καταγράφεται ως ο πατριάρχης της Arte Povera χρησιμοποιώντας υλικά όπως σίδερο, κάρβουνο, φωτιά, ξύλο, πέτρα κ.ά. κι αναδεικνύοντας μέσα από τις επίτοιχες κατασκευές και εγκαταστάσεις του την πρωτογενή ποιητική φύση των πραγμάτων και το πολιτικό-πολιτισμικό τους βάθος.
Κι η αντίληψη του Κουνέλη για το θέατρο θα αναπτυχθεί με δυναμικές συνεργασίες με σπουδαίους σκηνοθέτες του θεάτρου και της όπερας όπως ο Κάρλο Κουαρτούτσι, ο Θόδωρος Τερζόπουλος, ο Χάινερ Μίλερ κ.α. 
«Εχει χιούμορ κι αυτοσαρκασμό. Αντιλαμβάνεται τις λεπτομέρειες σε κλάσματα δευτερολέπτου. Είναι επίσης γενναιόδωρος, Δεν τον απασχολούν μικροπράγματα. Δεν θα νοιαστεί αν κάποιος κλέβει τις ιδέες του ή τον μιμείται. Εχει μια σιγουριά για τη δουλειά του κι αισθάνεται ελεύθερος. Είναι τρυφερός και προσιτός. Μπορεί, όμως, να γίνει απαιτητικός και σκληρός», είχαν πει δικοί του άνθρωποι στον Γιώργο Καρουζάκη και το www.karouzo.com

Τι ήταν γι αυτόν η Ελλάδα; Είχε απαντήσει στο Βήμα:
«Είναι μεγάλη έλξη. Ίσως και μια πληγή, με κατάληξη όμως θετική. Στην Ελλάδα, όταν ήμουν μικρός, είδα και τρομακτικά πράγματα που δεν εμπνέουν έναν νέο. Τον πόλεμο, τον Εμφύλιο… Η Ελλάδα μου έδωσε τον φόβο. Εγώ, όμως, τον εκμεταλλεύομαι τον φόβο. Την αξία του. Ο φόβος είναι σαν τον πηλό. Και πρέπει να τον πλάσεις. Είναι η αρχή κάθε παραγωγικής ιδέας. Σου εντείνει τη διάθεση να τον μεταλλάξεις και στο τέλος μπορείς να φτιάξεις το καινούργιο. Και ίσως οι άλλοι έχουν ανάγκη από τον μεταπλασμένο φόβο, και μάλιστα δοσμένο από κάποιον που έχει φοβηθεί. Μήπως οι μαύρες εικόνες του Γκόγια δεν είναι ο πλασμένος φόβος που γίνεται γλώσσα και στη συνέχεια ελευθερία;».
Ο Γιάννης Κουνέλης πίστευε στους ανθρώπους και τους αγαπούσε πάρα πολύ, και αυτό ήταν το βασικό του κίνητρο, η βασική του φιλοσοφία. Θλιβόταν με όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. «Είμαι μακριά» δήλωνε. «Βλέπω το κακό που συμβαίνει εκεί από την τηλεόραση. Και αυτό με πικραίνει»....

Δημήτρης Μυταράς: Ο δάσκαλος και η κληρονομιά του
Ο χαρισματικός δημιουργός και παθιασμένος δάσκαλος που γνώρισε φήμη και καταξίωση στον οποίο έμελλε να «αναμετρηθεί» τα τελευταία χρόνια της ζωής του με σοβαρά προβλήματα στην όραση, σπούδασε ζωγραφική στη Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (1953-1958) έχοντας καθηγητές τον Γιάννη Μόραλη και τον Σπύρο Παπαλουκά.
Από το Παρίσι που πήγε στη συνέχεια για να σπουδάσει σκηνογραφία καθώς και εσωτερική διακόσμηση με υποτροφία του ΙΚΥ «γεννήθηκαν» οι τοιχογραφίες στο Astir Palace της Βουλιαγμένης αλλά και τα σκηνικά πολλών παραστάσεων έργων κλασσικών και άλλων δραματουργών. 
Διετέλεσε καθηγητής της ΑΣΚΤ από το 1975 και πρύτανης από το 1982 έως το 1985, όπου εκπαίδευσε μεγάλο αριθμό σπουδαστών και συνεργάστηκε με καλλιτέχνες οι οποίοι και διοργάνωσαν τιμητική έκθεση στην καλλιτεχνική του πορεία το 2015, στο Μουσείο Μπενάκη.
Λίγο μετά την εκλογή του στην Ακαδημία Αθηνών άρχισε να γίνεται γνωστό ότι  ο μεγάλος ζωγράφος υπέφερε από μια σοβαρή οπτική νευροπάθεια και τελικώς του στέρησε την πολυτιμότερη των αισθήσεων για έναν ζωγράφο, την όραση. «Βλέπω μια κηλίδα», τον θυμάται να λέει ο ιστορικός τέχνης, Τάκης Μαυρωτάς (με τον οποίο συνεργάστηκε σε εκθέσεις) όταν ερχόταν κάποιος να τον επισκεφθεί. Λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε δεν μπορούσε να παρακολουθεί τις συνεδριάσεις της Ακαδημίας με αποτέλεσμα να διαγραφεί, κάτι που τον πίκρανε ιδιαίτερα και δεν δίστασε να μιλήσει γι' αυτό δημοσίως καυτηριάζοντας τη συγκεκριμένη επιλογή της Ακαδημίας. 

Το έργο του Δημήτρη Μυταρά παρουσιάστηκε σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Βραβεύτηκε για τη συμμετοχή του στην Έκθεση Νέων Ζωγράφων (Ζυγός, 1958) και στην Πανελλαδική Έκθεση Νέων (1961). Σε όλη του τη δημιουργία, η έμφαση στις εικαστικές ποιότητες φανερώνει τη βαθύτερη σχέση του με τις παραδοσιακές αξίες της ζωγραφικής.
«Καλύτερα να φωνάζεις παρά να ζωγραφίζεις» είχε πει, για να προσθέσει: «Βέβαια ο Γκόγια ήταν διαμαρτυρόμενος καλλιτέχνης. Αλλά ο Γκόγια δεν πέρασε για το μήνυμα, το μήνυμα χάθηκε, πέρασε για τη ζωγραφική του, επειδή ήταν καλός ζωγράφος. Υπήρχαν και άλλοι με μηνύματα αλλά η τέχνη τους ήταν λίγη». 
Ο μεγάλος ζωγράφος αφήνει παρακαταθήκη το Εργαστήρι Τέχνης  του οποίου κινητήριος δύναμη είναι η σύντροφός του Χαρίκλεια Μυταρά στη γενέτειρά του, την αγαπημένη του Χαλκίδα. 
[thetoc]

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Έλληνες Ζωγράφοι: Μποζίνης Στέργιος


Βεροιώτης γέννημα θρέμμα, αποφοίτησε το 1981 από το ΕΜΠ ως Μεταλλειολόγος. Εργάστηκε επί σειρά ετών σε ιδιωτικά λιγνιτωρυχεία. Σήμερα υπηρετεί ως Προϊστάμενος Τομεάρχης και αναπληρωτής Δ\ντής στο ορυχείο της ΔΕΗ στην Καρδιά Κοζάνης.
Τα ταλέντα του στη ζωγραφική και στη μουσική υπήρξαν έμφυτα. Ασχολείται με το τραγούδι και  με κάποια μουσικά όργανα, συμμετέχοντας σε τοπικά σχήματα έντεχνης και παραδοσιακής μουσικής σε ερασιτεχνικό επίπεδο. 
Στη ζωγραφική χαρακτηρίζεται επίσης αυτοδίδακτος. Τα μόνα μαθήματα σχεδίου που παρακολούθησε ήταν αυτά των νεανικών του χρόνων, ενώ ως φοιτητής ασχολήθηκε με την αφίσα και τη μακέτα. Παρ’ όλα αυτά, έχει επιτελέσει ένα τεράστιο – σε όγκο και σε ποιότητα- καλλιτεχνικό έργο. Οι πίνακές του, ιμπρεσιονιστικοί κατά βάση, συνίστανται σε υδατογραφίες και παστέλ. Αξιοποιούν έτσι τη δυνατότητα της αφαίρεσης και του διάφανου που δίνει η ακουαρέλα. Η θεματογραφία του είναι αποκλειστικά βιωματική. Αφορά πρόσωπα οικογενειακά, φίλους και  στιγμές από ταξίδια στην Ελλάδα και το εξωτερικό. 
Ο καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης Γιάννης Κολοκοτρώνης, παρατηρεί σ’ ένα κριτικό σημείωμα για τις υδατογραφίες του Μποζίνη: «…έρημα σοκάκια, πανοραμικά πλάνα της πόλης, ηθογραφικές σκηνές, χαρούμενοι άνθρωποι που βρίσκονται στην εξοχή, συμπυκνώνουν τη ροή της ζωής σε στιγμιότυπα…».
Ο Στέργιος Μποζίνης έχει λάβει μέρος σε τοπικές και πανελλαδικές εκθέσεις. Έργα του βρίσκονται στην κατοχή ιδιωτών και δημόσιων φορέων. Πολλά από αυτά αποτελούν δωρεές για φιλανθρωπικούς σκοπούς.    [Φώτης  Δ. Κουτσουπιάς ]