Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Έλληνες Ζωγράφοι: Φώτης Ζαχαρίου


  Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1909. Σε ηλικία 28 ετών και κατόπιν  εισαγωγικών εξετάσεων, φοίτησε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και στο  εργαστήριο ζωγραφικής του Ουμβέρτου Αργυρού. 

Ζαχαριου Φώτης-Αγροτική ζωή, 1990-98
Η καλλιτεχνική του δημιουργία επικεντρώθηκε στην αγιογράφηση ναών, σε συνεργασία με τον Αγήνορα Αστεριάδη και τον χαράκτη Α. Τάσσο. Από το 1949 ανέλαβε  συντηρητής στην Υπηρεσία Αναστήλωσης Αρχαίων και Ιστορικών Μνημείων της Ελλάδος. Με τα συνεργεία του συντήρησε έναν τεράστιο αριθμό εικόνων, τοιχογραφιών και ψηφιδωτών ρωμαϊκών, παλαιοχριστιανικών και βυζαντινών μνημείων σε όλη την Ελλάδα (Πάτμο, Καστοριά, Άγιο Όρος, Θεσσαλονίκη, Βέροια κ.α.).


 «Το Άγιο Όρος είναι ένας χώρος που ιδιαίτερα τον προσείλκυσε. Παραμένοντας στο Όρος επί σειρά μηνών αποκάλυψε την εξαίσια ζωγραφική του Πανσέληνου (13ος αιώνας) στο Πρωτάτο των Καρυών, αλλά και την υψηλής τεχνικής ζωγραφική του αρχηγέτη και Κρητικής Σχολής Θεοφάνους του Κρητός στη Μονή Σταυρονικήτα (1546). Αλλά και με άλλα έργα της «Μακεδονικής» λεγόμενης Σχολής θα ασχοληθεί, όπως με τις τοιχογραφίες του Χριστού στη Βέροια, έργο του «άριστου ζωγράφου πάσης θετταλίας Καλιέργη», τις τοιχογραφίες του Αγίου Νικολάου Ορφανού, τα ψηφιδωτά των Αγίων Αποστόλων Θεσσαλονίκης».  (Νίκος Ζίας, καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τ. προϊστάμενος  Διεύθυνσης Συντήρησης Αρχαιοτήτων Υπ. Πολιτισμού).

Ζαχαριου Φώτης-Μονη Σταυρονικήτα, 1990-98Ζαχαριου Φώτης-Σοκάκι με σπίτια, 1983
Ο Φώτης Ζαχαρίου εκπροσωπεί  τη γενιά των συντηρητών, που δεν περιορίστηκε στην επισκευή, επιδιόρθωση και επιζωγράφιση των έργων τέχνης, αλλά ενδιαφέρθηκε και για τη διατήρηση της αισθητικής, ιστορικής και καλλιτεχνικής αξίας τους. Καθιέρωσε την φωτογραφική τεκμηρίωση των εργασιών συντήρησης, καταφέρνοντας να  δημιουργήσει έτσι ένα τεράστιο φωτογραφικό αρχείο.  Δίδαξε στη «Σχολή Εκπαιδεύσεως Συντηρητών Αρχαίων» του Βυζαντινού Μουσείου και διέσωσε πολλά έργα που κόντευαν να καταστραφούν. «Ο Φώτης Ζαχαρίου άνοιξε έναν μεγάλο δρόμο στη Συντήρηση που τον βάδισε με συνέπεια και συχνά αυταπάρνηση, αδιαφορώντας για τις ταλαιπωρίες. Πέρασε τη ζωή του σκαρφαλωμένος στη σκαλωσιά, δουλεύοντας με το νυστέρι και την απόλυτη κυριαρχία του χεριού που απαιτείται ώστε να μην προκληθεί βλάβη από μια αδέξια κίνηση στο έργο.  … διαδραμάτισε ρόλο σκαπανέα και πρωτοπόρου στη συντήρηση έργων τέχνης στην Ελλάδα».

 Μετά τη συνταξιοδότησή του ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και με τα ψηφιδωτά, όπου αποτυπώνονται οι αναμνήσεις του από τον Άθωνα, αλλά και η «άμεση γνωριμία του με τα μεγάλα έργα της τέχνης και η προσωπική κοινωνία με τους εσώτερους παλμούς της ψυχής που έχουν σ' αυτά αποθησαυριστεί». Ο Φώτης Ζαχαρίου πέθανε στην Αθήνα το 2001.
[Φώτης  Δ. Κουτσουπιάς,  ARTEM.GR]

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Το έργο του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου «Η ταφή του Χριστού»...

...πουλήθηκε στο Λονδίνο έναντι 902.500 δολαρίων.
  Στον οίκο δημοπρασιών Sotheby’s του Λονδίνου εκτέθηκε στα τέλη Ιανουαρίου το έργο του
 Έλληνα ζωγράφου από την Κρήτη Δομίνικου Θεοτοκόπουλου «Η ταφή του Χριστού» (The entombment of Christ).
Οι διαστάσεις του έργου, που είναι φτιαγμένο από λάδι και τέμπερα σε καμβά, είναι μόλις 36,5Χ28 εκατοστά. Σύμφωνα με τους ειδικούς περί την τέχνη, συντηρητές και κριτικούς, ζωγραφίστηκε από το Δομίνικο Θεοτοκόπουλο (Ελ. Γκρέκο) στο Τολέδο της Ισπανίας, όπου εγκαταστάθηκε το 1577. Η δεκαετία 1577 – 1587, στη διάρκεια της οποίας χρονολογείται ο πίνακας, υπήρξε και η σπουδαιότερη περίοδος δημιουργίας του Ελ Γκρέκο.
«Η ταφή του Χριστού» μέχρι το 1940 φυλασσόταν στη Γενεύη και ο πρώτος ιδιοκτήτης του ήταν ένα ιδιώτης συλλέκτης, το όνομα του οποίου υπάρχει στο πίσω μέρος του καμβά. Η πρακτική να αναγράφεται στο πίσω μέρος ενός έργου το όνομα του κατόχου και η ημερομηνία αγοράς του, ήταν συνηθισμένη. Και παρά τη μεγάλη φιλολογία που αναπτύχθηκε σχετικά με την γνησιότητά του, αυτή τεκμηριώθηκε χάρη σε σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους και το έργο πουλήθηκε έναντι του ποσού των 902.500 δολαρίων.
[Αντώνης Δ. Κουτσουπιάς, artem.gr]

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Κουνέλης - Μυταράς: Μια τεράστια διπλή απώλεια σ' ένα βράδυ


Τον Γιάννη Κουνέλη δεν δέχτηκε ποτέ η Σχολή Καλών Τεχνών και τον Δημήτρη Μυταρά τον διέγραψε η Ακαδημία Αθηνών. Κι οι οι δυο μεγαλούργησαν.


Τι κι αν ήταν κοινό μυστικό τα τεράστια προβλήματα που αντιμετώπιζε με την όρασή του όπως επίσης και το ότι η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινωθεί τα τελευταία χρόνια; Η είδηση της απώλειας του κορυφαίου σύγχρονου ζωγράφου Δημήτρηεν αιθρία χθες βράδυ - ίσως διότι τέτοιες μορφές θέλει να νιώθει κανείς ότι έχουν πάρει «εισιτήριο» για την αιωνιότητα. Κι αν αυτό συνέβη με τον  Δημήτρη Μυταρά, η περίπτωση της απώλειας του Γιάννη Κουνέλη - καθώς υπήρξε το πρώτο μούδιασμα - που κυκλοφόρησε λίγη ώρα αργότερα έμοιαζε, το λιγότερο, με κακόγουστο αστείο. Κι όμως, στα δημοσιεύματα ιταλικών μέσων ενημέρωσης δεν χωρούσε αμφισβήτηση: Το ίδιο βράδυ θα μετρούσε δυο απώλειες: Τόσο του δασκάλου κι ΄Ελληνα θρύλου του εξπρεσιονισμού, Δημήτρη Μυταρά, όσο και του σπουδαίου διεθνή καλλιτέχνη, Γιάννη Κουνέλη, για τον οποίο είχε γραφτεί, μεταξύ άλλων, ένα  αφιέρωμα στου New York Times  (Οκτώβριος 2016) με τίτλο: «Η πνευματικότητα του Γιάννη Κουνέλη». («The spirituality of Jannis Kounellis»). 

Γιάννης Κουνέλης: Η Ελλάδα είναι μεγάλη έλξη. Ίσως και μια πληγή

 «Ο πρώτος στον οποίο άρχισα να χρωστάω είναι ο Βαν Γκογκ και δεν τον έχω ξεπληρώσει ακόμα», ανέφερε σε μια κουβέντα του στο Παρίσι της δεκαετίας του '80 ο Γιάννης Κουνέλης. Πράγματι, στην εφηβική του ηλικία (τότε που η οικογένειά του μετακόμισε από την Καστέλλα στον Κορυδαλλό), ο παιδικός του φίλος και μετέπειτα αρχαιολόγος, Γιάννης Σακελλαράκης, τον θυμόταν να κάνει ατελείωτες συζητήσεις για τον Βαν Γκογκ. «Τον δαιμόνιζε η μοναχικότητα και το αγωνιώδες του ζωγράφου». Τη μεγάλη αγάπη του για την τέχνη είχαν αγνοήσει οι μεγάλοι της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών που, παρά τις προσπάθειές του, δεν τον δέχτηκαν ποτέ στη σχολή. Λίγο αργότερα αφήνει την Ελλάδα κι εγκαθίσταται στη Ρώμη με την πρώτη του γυναίκα, Εφη. Ορκίζεται να μη μιλήσει ελληνικά. Θα κάνει να ξαναδεί την Ελλάδα 20 χρόνια όταν η σχέση του μαζί της θα έχει «γλυκάνει». Από την πρώτη του κιόλας έκθεση στην Galleria della Tartagura της Ρώμης σε ηλικία 24 ετών, ο Κουνέλης θα μπει δυναμικά στο ρεύμα της ιταλικής τέχνης κάτι σπάνιο να συμβεί στα εικαστικά πράγματα της χώρας. Ακολουθεί μια μεγάλη πορεία: Από τις πρωτεύουσες και τα σημαντικότερα κέντρα τέχνης της Ευρώπης ως το Σικάγο και τη Μόσχα.

 Από τις αρχές του 1960 ο Κουνέλης κάνει δυναμική εμφάνιση στο χώρο της σύγχρονης τέχνης και καταγράφεται ως ο πατριάρχης της Arte Povera χρησιμοποιώντας υλικά όπως σίδερο, κάρβουνο, φωτιά, ξύλο, πέτρα κ.ά. κι αναδεικνύοντας μέσα από τις επίτοιχες κατασκευές και εγκαταστάσεις του την πρωτογενή ποιητική φύση των πραγμάτων και το πολιτικό-πολιτισμικό τους βάθος.
Κι η αντίληψη του Κουνέλη για το θέατρο θα αναπτυχθεί με δυναμικές συνεργασίες με σπουδαίους σκηνοθέτες του θεάτρου και της όπερας όπως ο Κάρλο Κουαρτούτσι, ο Θόδωρος Τερζόπουλος, ο Χάινερ Μίλερ κ.α. 
«Εχει χιούμορ κι αυτοσαρκασμό. Αντιλαμβάνεται τις λεπτομέρειες σε κλάσματα δευτερολέπτου. Είναι επίσης γενναιόδωρος, Δεν τον απασχολούν μικροπράγματα. Δεν θα νοιαστεί αν κάποιος κλέβει τις ιδέες του ή τον μιμείται. Εχει μια σιγουριά για τη δουλειά του κι αισθάνεται ελεύθερος. Είναι τρυφερός και προσιτός. Μπορεί, όμως, να γίνει απαιτητικός και σκληρός», είχαν πει δικοί του άνθρωποι στον Γιώργο Καρουζάκη και το www.karouzo.com

Τι ήταν γι αυτόν η Ελλάδα; Είχε απαντήσει στο Βήμα:
«Είναι μεγάλη έλξη. Ίσως και μια πληγή, με κατάληξη όμως θετική. Στην Ελλάδα, όταν ήμουν μικρός, είδα και τρομακτικά πράγματα που δεν εμπνέουν έναν νέο. Τον πόλεμο, τον Εμφύλιο… Η Ελλάδα μου έδωσε τον φόβο. Εγώ, όμως, τον εκμεταλλεύομαι τον φόβο. Την αξία του. Ο φόβος είναι σαν τον πηλό. Και πρέπει να τον πλάσεις. Είναι η αρχή κάθε παραγωγικής ιδέας. Σου εντείνει τη διάθεση να τον μεταλλάξεις και στο τέλος μπορείς να φτιάξεις το καινούργιο. Και ίσως οι άλλοι έχουν ανάγκη από τον μεταπλασμένο φόβο, και μάλιστα δοσμένο από κάποιον που έχει φοβηθεί. Μήπως οι μαύρες εικόνες του Γκόγια δεν είναι ο πλασμένος φόβος που γίνεται γλώσσα και στη συνέχεια ελευθερία;».
Ο Γιάννης Κουνέλης πίστευε στους ανθρώπους και τους αγαπούσε πάρα πολύ, και αυτό ήταν το βασικό του κίνητρο, η βασική του φιλοσοφία. Θλιβόταν με όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. «Είμαι μακριά» δήλωνε. «Βλέπω το κακό που συμβαίνει εκεί από την τηλεόραση. Και αυτό με πικραίνει»....

Δημήτρης Μυταράς: Ο δάσκαλος και η κληρονομιά του
Ο χαρισματικός δημιουργός και παθιασμένος δάσκαλος που γνώρισε φήμη και καταξίωση στον οποίο έμελλε να «αναμετρηθεί» τα τελευταία χρόνια της ζωής του με σοβαρά προβλήματα στην όραση, σπούδασε ζωγραφική στη Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (1953-1958) έχοντας καθηγητές τον Γιάννη Μόραλη και τον Σπύρο Παπαλουκά.
Από το Παρίσι που πήγε στη συνέχεια για να σπουδάσει σκηνογραφία καθώς και εσωτερική διακόσμηση με υποτροφία του ΙΚΥ «γεννήθηκαν» οι τοιχογραφίες στο Astir Palace της Βουλιαγμένης αλλά και τα σκηνικά πολλών παραστάσεων έργων κλασσικών και άλλων δραματουργών. 
Διετέλεσε καθηγητής της ΑΣΚΤ από το 1975 και πρύτανης από το 1982 έως το 1985, όπου εκπαίδευσε μεγάλο αριθμό σπουδαστών και συνεργάστηκε με καλλιτέχνες οι οποίοι και διοργάνωσαν τιμητική έκθεση στην καλλιτεχνική του πορεία το 2015, στο Μουσείο Μπενάκη.
Λίγο μετά την εκλογή του στην Ακαδημία Αθηνών άρχισε να γίνεται γνωστό ότι  ο μεγάλος ζωγράφος υπέφερε από μια σοβαρή οπτική νευροπάθεια και τελικώς του στέρησε την πολυτιμότερη των αισθήσεων για έναν ζωγράφο, την όραση. «Βλέπω μια κηλίδα», τον θυμάται να λέει ο ιστορικός τέχνης, Τάκης Μαυρωτάς (με τον οποίο συνεργάστηκε σε εκθέσεις) όταν ερχόταν κάποιος να τον επισκεφθεί. Λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε δεν μπορούσε να παρακολουθεί τις συνεδριάσεις της Ακαδημίας με αποτέλεσμα να διαγραφεί, κάτι που τον πίκρανε ιδιαίτερα και δεν δίστασε να μιλήσει γι' αυτό δημοσίως καυτηριάζοντας τη συγκεκριμένη επιλογή της Ακαδημίας. 

Το έργο του Δημήτρη Μυταρά παρουσιάστηκε σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Βραβεύτηκε για τη συμμετοχή του στην Έκθεση Νέων Ζωγράφων (Ζυγός, 1958) και στην Πανελλαδική Έκθεση Νέων (1961). Σε όλη του τη δημιουργία, η έμφαση στις εικαστικές ποιότητες φανερώνει τη βαθύτερη σχέση του με τις παραδοσιακές αξίες της ζωγραφικής.
«Καλύτερα να φωνάζεις παρά να ζωγραφίζεις» είχε πει, για να προσθέσει: «Βέβαια ο Γκόγια ήταν διαμαρτυρόμενος καλλιτέχνης. Αλλά ο Γκόγια δεν πέρασε για το μήνυμα, το μήνυμα χάθηκε, πέρασε για τη ζωγραφική του, επειδή ήταν καλός ζωγράφος. Υπήρχαν και άλλοι με μηνύματα αλλά η τέχνη τους ήταν λίγη». 
Ο μεγάλος ζωγράφος αφήνει παρακαταθήκη το Εργαστήρι Τέχνης  του οποίου κινητήριος δύναμη είναι η σύντροφός του Χαρίκλεια Μυταρά στη γενέτειρά του, την αγαπημένη του Χαλκίδα. 
[thetoc]

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Έλληνες Ζωγράφοι: Μποζίνης Στέργιος


Βεροιώτης γέννημα θρέμμα, αποφοίτησε το 1981 από το ΕΜΠ ως Μεταλλειολόγος. Εργάστηκε επί σειρά ετών σε ιδιωτικά λιγνιτωρυχεία. Σήμερα υπηρετεί ως Προϊστάμενος Τομεάρχης και αναπληρωτής Δ\ντής στο ορυχείο της ΔΕΗ στην Καρδιά Κοζάνης.
Τα ταλέντα του στη ζωγραφική και στη μουσική υπήρξαν έμφυτα. Ασχολείται με το τραγούδι και  με κάποια μουσικά όργανα, συμμετέχοντας σε τοπικά σχήματα έντεχνης και παραδοσιακής μουσικής σε ερασιτεχνικό επίπεδο. 
Στη ζωγραφική χαρακτηρίζεται επίσης αυτοδίδακτος. Τα μόνα μαθήματα σχεδίου που παρακολούθησε ήταν αυτά των νεανικών του χρόνων, ενώ ως φοιτητής ασχολήθηκε με την αφίσα και τη μακέτα. Παρ’ όλα αυτά, έχει επιτελέσει ένα τεράστιο – σε όγκο και σε ποιότητα- καλλιτεχνικό έργο. Οι πίνακές του, ιμπρεσιονιστικοί κατά βάση, συνίστανται σε υδατογραφίες και παστέλ. Αξιοποιούν έτσι τη δυνατότητα της αφαίρεσης και του διάφανου που δίνει η ακουαρέλα. Η θεματογραφία του είναι αποκλειστικά βιωματική. Αφορά πρόσωπα οικογενειακά, φίλους και  στιγμές από ταξίδια στην Ελλάδα και το εξωτερικό. 
Ο καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης Γιάννης Κολοκοτρώνης, παρατηρεί σ’ ένα κριτικό σημείωμα για τις υδατογραφίες του Μποζίνη: «…έρημα σοκάκια, πανοραμικά πλάνα της πόλης, ηθογραφικές σκηνές, χαρούμενοι άνθρωποι που βρίσκονται στην εξοχή, συμπυκνώνουν τη ροή της ζωής σε στιγμιότυπα…».
Ο Στέργιος Μποζίνης έχει λάβει μέρος σε τοπικές και πανελλαδικές εκθέσεις. Έργα του βρίσκονται στην κατοχή ιδιωτών και δημόσιων φορέων. Πολλά από αυτά αποτελούν δωρεές για φιλανθρωπικούς σκοπούς.    [Φώτης  Δ. Κουτσουπιάς ]

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Έλληνες Ζωγράφοι: Νίκος Σαχίνης

Ο ζωγράφος Νίκος Σαχίνης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1924. Οι αρχικές του  σπουδές ήταν  στις νομικές και οικονομικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα   ζωγραφικής κοντά στον Πολύκλειτο Ρέγκο και στη συνέχεια κοντά στον Αμερικανό ζωγράφο Ρόυ Μόγιερ (Roy Moyer). Το έτος 1970  εκλέχτηκε ομόφωνα καθηγητής του Ελεύθερου Σχεδίου και διευθυντής του Σπουδαστηρίου των Εικαστικών Τεχνών της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ασχολήθηκε επίσης με τη σκηνογραφία, την ενδυματολογία και την αισθητική του κινηματογράφου, την οποία και δίδαξε σε δραματικές σχολές της Θεσσαλονίκης και των Αθηνών.
Συνεργάστηκε ακόμη με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Τα τελευταία χρόνια ήταν πρόεδρος του “Συλλόγου Καλλιτεχνών Εικαστικών Τεχνών Βόρειας Ελλάδας”. Αξίζει να σημειωθούν οι συμμετοχές του στις Πανελλήνιες εκθέσεις (από το 1948) και στις εκθέσεις “12 Ζωγράφοι της Θεσσαλονίκης” (1975), “Εικόνες της Ελληνικής Τέχνης” (1978-79), “10 Ζωγράφοι της Αφαίρεσης” (1982), Α΄ Έκθεση του Συλλόγου Καλλιτεχνών Εικαστικών Τεχνών Βόρειας Ελλάδας, καθώς και η έκθεση “Νίκος Σαχίνης” στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο της Θεσσαλονίκης (1985).
 Ο Νίκος Σαχίνης ασχολήθηκε αρχικά με την τοπιογραφία και τις νεκρές φύσεις και στη συνέχεια (από το 1954) με τα θέματα της καθημερινής ζωής, σπίτια, σκηνές του γηπέδου, πλοία και άλλα ηθογραφικά θέματα. Από το  1960 και μετά  ασχολήθηκε την αφαίρεση και κυρίως στον αφηρημένο εξπρεσιονισμό. Έργα του: οι σειρές “Ιδιωτική περιοχή και περιβάλλον” (1962, 1964), “Ζωγραφική 72″ (1972), “Ερινύες” (1973-74), “Νεκρές φύσεις” (1975-79), “Νεκρή φύση-σύνθεση” (1970), “Άνδρας και πουλί” (1985) κ.ά.
Πηγή: paletaart.wordpress.com 
Επιμέλεια: Μιχάλης Δ. Κουτσουπιάς.

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Γιάννης Μιγάδης, ο ζωγράφος των πορτρέτων

Ανθρωπος γλυκός και στοργικός, ο Γιάννης Μιγάδης ήταν μια από τις πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις της ελληνικής ζωγραφικής. «Εφυγε» σε ηλικία 90 ετών την Κυριακή. Ταλαντούχος αλλά όχι ματαιόδοξος, θεωρούσε δικαίως τον εαυτό του συνδεδεμένο με μια ολόκληρη εποχή, καθώς συνοδοιπόρησε με σπουδαίες προσωπικότητες όπως ο Γιάννης Τσαρούχης και ο Κάρολος Κουν.

Γεννημένος στην Κρήτη, είχε αντλήσει εικόνες και μυρωδιές από το νησί του, ενώ ανδρώθηκε στην Αθήνα όπου ήρθε για σπουδές στην ΑΣΚΤ και μαθήτευσε κοντά στον Ουμβέρτο Αργυρό και τον Παρθένη, τον οποίον θαύμαζε. Η ζωή του άλλαξε πολύ μέσα από τις παρέες του. Στη Σχολή είχε τον Μόραλη, τον Μανουσάκη, την Καραγάτση. Η γνωριμία με τον Τσαρούχη τού διαμόρφωσε κυριολεκτικά την οπτική στην τέχνη όπως και η παραμονή του στο Παρίσι όπου σπούδασε σκηνογραφία. Η σχέση του με το θέατρο ξεκίνησε νωρίς και η συνεργασία του με τον Κουν υπήρξε καθοριστική, καθώς έκανε σκηνικά για το Εθνικό και το ΚΘΒΕ.

Πορτρέτα
Στη ζωγραφική καταπιάστηκε με μια σειρά από θέματα όπως τα τοπία, οι λουόμενοι σε παραλίες και οι νεκρές φύσεις, όμως καταξιώθηκε κυρίως ζωγραφίζοντας πορτρέτα. Οι πίνακές του ήταν συχνά ένας σχολιασμός για την αστική τάξη αν και έκανε πορτρέτα λαϊκών ανθρώπων. Ελεγε: «Το έναυσμα για τα πορτρέτα αυτά ήταν κάποιες παλαιές φωτογραφίες που βρήκα. Τις κοιτούσα και σκεφτόμουν, σχεδόν σοκαρισμένος, ότι όλοι αυτοί οι ευτυχείς, υγιείς, όμορφοι άνθρωποι, καλοντυμένοι δεν υπάρχουν πια. Αστοί, λαϊκοί, χωρικοί. Πάντα με απασχολούσε ο θάνατος, ακόμα και υπογείως». Οι τελευταίες του μεγάλες εκθέσεις είχαν γίνει το 2003 στην Ερμούπολη της Σύρου και το 2008 στο Μουσείο Μπενάκη της Κουμπάρη.

Οραμα και ορμή
Σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του που είχε παραχωρήσει στην «Κ» υπογράμμιζε: «Τη δεκαετία του ’60 είχαμε όραμα. Νιώθαμε ότι είχαμε την ορμή να κάνουμε πράγματα. Ομως ξέρετε η εποχή φτιάχνει τους ανθρώπους. Αν ήμουν σήμερα 35 χρονών, θα ήμουν εντελώς διαφορετικός. Τότε, όμως, στην περίοδο της νιότης μας, είχαμε σημαντικούς ανθρώπους δίπλα μας, τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη. Και τώρα υπάρχει ποιότητα και ταλέντο στους ανθρώπους, αλλά ψάχνονται. Δεν έχουν βρει τον δρόμο τους. Αλλωστε έχουν γαλουχηθεί σε μια εποχή αδιαφορίας και απληστίας. Τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε σούπερ μάρκετ και φαστφουντάδικα», συμπληρώνοντας: «Ηταν ωραία χρόνια. Καλλιτεχνικά και μποέμικα. Ξαφνικά κάτι έγινε. Αλλαξαν τα πάντα. Η συμπεριφορά των ανθρώπων, η κοινωνία, η οικονομία, η πολιτική. Κάποιες τάξεις “απελευθερώθηκαν”. Τίποτα δεν είναι πια ίδιο. Εχω αποστασιοποιηθεί. Ακόμα και στο θέατρο –που τόσο αγαπούσα– δεν πολυπηγαίνω».
Η κηδεία του θα γίνει αύριο, Τετάρτη, στις 12 το μεσημέρι στον Αγιο Διονύσιο της Σκουφά, ενώ θα ταφεί στην Κρήτη.
[kathimerini]

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Έλληνες Ζωγράφοι: Γιώργος Μπαδόλας

 Ο  ζωγράφος Γιώργος Μπαδόλας  γεννήθηκε και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Νάουσα. Ανήσυχος και δημιουργικός, φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών Θεσσαλονίκης.
     Με έμπνευση αστείρευτη αποτύπωνε στον καμβά ανησυχίες, εντυπώσεις, συγκινήσεις.  Τα χρώματα του πάθους (ιδιαίτερα το κόκκινο) και  τα χρώματα του ονείρου ήταν τα χαρακτηριστικά του, ιδιαίτερα όταν ως θέμα είχε τη γυναίκα.  Αλλά και με μια συνολική ματιά στο έργο του, διακρίνει κανείς ποικιλομορφία θεματική και χρωματική,  ανάλογα με τη χρονική  περίοδο που είναι φτιαγμένα.  
Οι φανατικοί θαυμαστές του έργου του είναι πολλοί. Άλλοι τόσοι  οι συνάδελφοι και οι φίλοι, που τον εκτίμησαν και τον αγάπησαν σαν άνθρωπο.
Πραγματοποίησε 70 ατομικές εκθέσεις. Το εικαστικό έργο που  άφησε είναι τεράστιο.  Και όπως συμβαίνει με τους μεγάλους καλλιτέχνες, αμέσως μετά το θάνατό του, όλα τα έργα του έγιναν περιζήτητα. Οι τιμές τους στο χρηματιστήριο της Τέχνης απογειώθηκαν. Συλλέκτες, φιλότεχνοι και μεγάλοι γκαλερίστες σπεύδουν να προσθέσουν στη συλλογή τους έργο ή έργα του πολυδιάστατου αυτού καλλιτέχνη.
Το Γιώργο Μπαδόλα θα τιμήσουν ο Δήμος Νάουσας και οι συμπατριώτες του Ναουσαίοι. Τον μεγάλο αυτό καλλιτέχνη, που εγκατέλειψε τις πετυχημένες οικογενειακές επιχειρήσεις και αφιερώθηκε στη Τέχνη. Και την υπηρέτησε με πάθος και αυταπάρνηση.
επιμ. Φώτης Κουτσουπιάς //  artem.gr]

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Έλληνες Ζωγράφοι: Διαμαντής Διαμαντόπουλος (1914-1995)






Ο Διαμαντής Διαμαντόπουλος γεννήθηκε το 1914 στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας. Αμέσως μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, το 1922, ήρθε με την οικογένειά του στην Αθήνα. 
Από μικρός έδειξε το ταλέντο του, όταν παρουσίασε τα πρώτα δείγματα της ζωγραφικής του.  Το 1929 δημοσίευσε σκίτσα του στο περιοδικό "Η Διάπλασις των Παίδων", με το ψευδώνυμο Ακάμας. Το 1930 στο "Ατελιέ" παρουσιάστηκαν τα πρώτα του έργα, ενώ τον επόμενο χρόνο εξέθεσε στο "Άσυλο Τέχνης". Από το 1931 ως το 1936 σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών, με δασκάλους τον Δημήτριο Μπισκίνη και τον Κωνσταντίνο Παρθένη. Προς το τέλος των σπουδών του, ταξίδεψε ανά την Ελλάδα, για να γνωρίσει τη βυζαντινή και τη λαϊκή τέχνη. Με σκοπό επίσης επιμορφωτικό επισκέφθηκε μουσεία και εκθέσεις στη Γαλλία και την Ιταλία.
  Από τα εφηβικά του χρόνια ήταν φίλος με τον συγγραφέα Τάσο Αθανασιάδη και τον ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη. Αργότερα ήρθε σε σύγκρουση με τον τελευταίο. Πίστευε ότι ο Τσαρούχης τον είχε «κλέψει», αν και τα έργα των δύο ζωγράφων διαφέρουν ως προς την θεματογραφία και την τεχνοτροπία.
  Το 1949 οργάνωσε μεγάλη ατομική έκθεση στην γκαλερί Ρόμβος. Το 1950 συνεργάστηκε ως καθηγητής τεχνικών στο «Ελληνικό Σπίτι» της Αγγελικής Χατζημιχάλη. Την ίδια χρονιά αποφάσισε να απομονωθεί στο σπίτι-ατελιέ του στην Δάφνη, για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στο έργο του. Παράλληλα, έπαψε να εκθέτει και να πουλάει έργα του, ως ένδειξη διαφωνίας στην εμπορευματοποίηση της τέχνης. 
  Το 1975, ο Ασαντούρ Μπαχαριάν τον έπεισε να ξαναγυρίσει στον κόσμο των εκθέσεων, να παρουσιάσει έργα του στο καλλιτεχνικό και πνευματικό κέντρο «Ώρα» στην Αθήνα, και να καταγράψει τις απόψεις του στο Χρονικό της «Ώρας». Η έκθεση αυτή τον έκανε και πάλι γνωστό στο ευρύ κοινό.  Έλαβε μέρος σε ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, όπως στη Διεθνή Έκθεση Πλαστικών Τεχνών το 1977 στο Βελιγράδι, στα Ευρωπάλια το 1982 στις Βρυξέλλες και στη Μπιεννάλε της Βενετίας την ίδια χρονιά, ενώ το 1978 η Εθνική Πινακοθήκη οργάνωσε αναδρομική παρουσίαση του έργου του. 
Πέθανε στην Αθήνα το 1995. Συνοδεύτηκε στο στερνό του ταξίδι από ελάχιστους φίλους. Η Ακαδημία Αθηνών τίμησε τον ζωγράφο με έκθεση τριάντα έργων του (2001). Το 2007 έγινε επίσης έκθεση έργων του Διαμαντόπουλου από τη συλλογή Πορταλάκη.
Εκπρόσωπος της ελληνοκεντρικής γενιάς του '30, ο Διαμαντόπουλος επηρεάστηκε από την παράδοση αλλά και από τα σύγχρονα ρεύματα και ιδιαίτερα τον κυβισμό. Επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στην ανθρώπινη μορφή του καθημερινού μόχθου, την παρουσιάζει με σχήματα αδρά, σχεδόν πρωτόγονα, με μια ξεχωριστή ποιητικότητα και μουσικότητα. Λόγω αυτής της ιδιαιτερότητας στο ύφος, ορισμένοι έλληνες τεχνοκριτικοί έφθασαν στο σημείο να συγκρίνουν τον Διαμαντόπουλο με σημαντικούς ζωγράφους όπως ο Πικάσσο, ο Κλέε κ.ά. Κι αν αυτή η σύγκριση θεωρείται υπερβολική, σίγουρα στον ελληνικό χώρο μπορεί κανείς να μιλά για την μοναδική «περίπτωση Διαμαντόπουλου».
[Μαρία-Ωραιοζήλη Κουτσουπιά, για το Ι.Μ.Ε.Τ. artem.gr]