Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Θεόδωρος Π. Βρυζάκης (Θήβα, 19 Οκτωβρίου 1814 – Μόναχο, 6 Δεκεμβρίου 1878)


Ο πρώτος Έλληνας ζωγράφος της ελεύθερης Ελλάδας, ο οποίος έζησε και αναδείχτηκε στο εξωτερικό, εμπνευσμένος αποκλειστικά από την Ελληνική Επανάσταση.  
Ως παιδί, ο Θεόδωρος Βρυζάκης έζησε τα σκληρά χρόνια της Επανάστασης. O πατέρας του, Πέτρος Βρυζάκης, απαγχονίστηκε από τους Τούρκους το Μάιο του 1821.  
 To 1828, σε ηλικία δέκα τεσσάρων χρονών, μαζί με τον αδελφό του, κατέφυγε στο ορφανοτροφείο του Καποδίστρια, που εκείνη τη χρονιά ξεκίνησε να χτίζεται στην Αίγινα. Η γνωριμία του όμως το Μάρτιο του 1832 στο Ναύπλιο με τον Αλέξανδρο Ραγκαβή, τότε γενικό γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας και τον Γερμανό φιλόλογο Fr. Thiersch, άλλαξε την πορεία της ζωής του. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους έφυγε για το Μόναχο, όπου φοίτησε στο "Πανελλήνιον", το ελληνικό παιδαγωγικό σχολείο που είχε ιδρύσει ο Λουδοβίκος Α΄ για τα ορφανά των αγωνιστών της Επανάστασης. Από το 1837 ως το 1841 είχε ήδη ζωγραφίσει την «προσωπογραφία του Όθωνα-έφηβου», την «προσωπογραφία νεαρού πολεμιστή», τον «Τυφλό αγωνιστή», τον «Εξόριστο» και τον «Αγωνιστή με μια κοπέλα». Με τα τρία τελευταία έργα, πήρε μέρος σε έκθεση του Μονάχου. Έτσι, το 1844, έγινε δεκτός στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου.


Με την οικονομική στήριξη της υποτροφίας από την ελληνική παροικία, πραγματοποίησε επιμορφωτικά ταξίδια στην Ευρώπη, ενώ από το 1848 έως το 1851 βρέθηκε στην Ελλάδα. Μελετώντας εκ του φυσικού τις θέσεις των ιστορικών γεγονότων της Ελληνικής Επανάστασης, τις μορφές των αγωνιστών, τις στολές και τις ενδυμασίες, άντλησε στοιχεία που χρησιμοποίησε στους πίνακές του. Έχοντας στο μεταξύ γνωρίσει το έργο των Γερμανών Peter von Hess, Karl von Heideck, Johann Petzl, Karl Krazeisen και Joseph Stieler, διαμόρφωσε το ύφος του μέσα στο κλασικό ρομαντικό πνεύμα.Επιστρέφοντας στο Μόναχο, άνοιξε εργαστήριο ζωγραφικής, όπου δούλευαν μαθητευόμενοι ζωγράφοι. Τα έργα του είχαν μεγάλη ζήτηση, ως ζωντανές και πιστές αναπαραστάσεις της ελληνικής ιστορίας.  
Παίρνοντας μέρος σε διεθνείς εκθέσεις, απέσπασε πολλές διακρίσεις, όπως το χρυσό βραβείο στην Παγκόσμια Έκθεση της Βιέννης το 1853  για το έργο «Ο Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός υψώνει τη σημαία της Ελευθερίας», το Α΄ βραβείο στη Διεθνή Έκθεση της Βιέννης του 1853 για το έργο «Η Έξοδος του Μεσολογγίου», το αργυρό βραβείο Β΄ τάξεως στα Ολύμπια του 1870 για τη λιθογραφία «Στρατόπεδο του Καραϊσκάκη» κ.α.



Κατά τα έτη 1861-1863 ιστόρησε την ελληνική εκκλησία του Ευαγγελισμού στο Μάντσεστερ, μετά από παραγγελία της εκεί ελληνικής παροικίας. Την τελευταία δεκαετία της ζωής του μια οφθαλμική πάθηση τον ανάγκασε να απομονωθεί από την καλλιτεχνική και κοινωνική ζωή. Πέθανε στο Μόναχο στις 6 Δεκεμβρίου του 1878 και κηδεύτηκε στο Α' Νεκροταφείο της πόλης. Με την διαθήκη του άφηνε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όλα τα έργα του εργαστηρίου του, και 760 μάρκα για την επισκευή της οροφής της ελληνικής εκκλησίας του Σωτήρος (Salvatorkirche) του Μονάχου. Κατόπιν δωρεάς του Πανεπιστημίου, τα έργα βρίσκονται σήμερα στην Εθνική Πινακοθήκη. Εκεί ξαναζωντανεύουν σκηνές πατριωτικής έξαρσης, αυτοθυσίας των Ελλήνων, τραγικών συνεπειών του πολέμου, προετοιμασίας μαχών. Οι πίνακές του Βρυζάκη, με την επιλογή των θεμάτων, την έρευνα των εικονογραφικών δεδομένων, την επιμονή σε ορισμένα λεπτομερειακά στοιχεία όπως στην ενδυμασία των ατόμων και το στήσιμο της σκηνής γύρω από αυτά, μαρτυρούν την αληθινή συγκίνηση του καλλιτέχνη για τα γεγονότα του Αγώνα, καθώς και την προσπάθειά του να τα αποδώσει όσο το δυνατόν πιο πιστά.  
[Eπιμ. Φώτης Κουτσουπιας, Αντιπρόεδρος Ι.Μ.Ε.Τ. artem.gr]

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

Έλληνες Ζωγράφοι: Στέρης Γεράσιμος (Σταματελάτος)


Γεννήθηκε το 1898 στην Κεφαλονιά.
Στα γυμνασιακά του χρόνια η αγροτική οικογένειά του μετανάστευσε στην Αλεξάνδρειας, από το Λύκειο της οποίας αποφοίτησε. Το 1915 εγγράφηκε στο Σχολείο Καλών Τεχνών Αθηνών, στην Τρίτη τάξη του τμήματος ζωγραφικής, με δασκάλους τους Γερανιώτη, Βικάτο και Ιακωβίδη. Το ταλέντο του αναγνωρίστηκε από τότε με τρία βραβεία: το Χρυσοβέργειο, το Αβερώφειο και το βραβείο του Πανεπιστημίου.  Το 1917 -1919 υπηρέτησε στο στρατό.
Στη συνέχεια, ταξίδεψε στην Ιταλία, το Μόναχο και το Άμστερνταμ. Σταθμός στην περιπλάνηση αυτή υπήρξε η γνωριμία του με τον Giorgio de Chirico στη Ρώμη.
Στο Παρίσι, όπου εγκαταστάθηκε το 1927,  παρακολούθησε μαθήματα σε ιδιωτικές ακαδημίες Καλών Τεχνών και γνωρίστηκε με Γάλλους καλλιτέχνες, όπως ο Πικάσο, ο Ντεραίν κ.ά.. Παράλληλα, ενδιαφέρθηκε να εντρυφήσει σε σπουδή και άλλων αντικειμένων, όπως Ιστορία της Τέχνης και λογοτεχνία, τοιχογραφία και αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων, ψυχολογία και φιλοσοφία.
Στα τέλη του 1930, αρχές 1931 επέστρεψε στην Ελλάδα.  Στην Αθήνα την παρέα του αποτελούν οι Καϊμης, Πικιώνης, Δούκας και Κόντογλου. Με τη βοήθειά τους οργάνωσε το ατελιέ του στην Πλάκα και ζωγράφιζε πυρετωδώς.
Τον Απρίλιο του 1931, εξέθεσε έργα του στο ξενοδοχείο Palais de Versailles. Ο πρωτοποριακός χαρακτήρας τους δίχασε φιλότεχνους και κριτικούς με αποτέλεσμα, ο μεν διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης Ζαχαρίας Παπαντωνίου να του επιτεθεί με άρθρο στην εφημερίδα Ελεύθερο Βήμα, οι δε επιφανείς διανοούμενοι της εποχής να τον υπερασπιστούν, με ειδικό «μανιφέστο» 17 κριτικών άρθρων.
Λίγο αργότερα, προχώρησε σε αλλαγή του επιθέτου του, από Σταματελάτος σε Στέρης.
Το 1935 εξέθεσε έργα του στη Ρώμη, το Παρίσι, το Βερολίνο και τη Θεσσαλονίκη, με νησιώτικα κυρίως τοπία. Την ίδια χρονιά, του ανατέθηκε η αποκατάσταση των τοιχογραφιών στο Μυστρά.
Το 1936 πραγματοποίησε έκθεση στο Βόλο, δίνοντας και διάλεξη με θέμα την τέχνη. Κι ενώ το έργο του Μυστρά ολοηληρωνόταν, ο ζωγράφος ετοίμαζε το οριστικό του ταξίδι για την Αμερική. Πριν την αναχώρησή του, άφησε όλα του τα έργα, τα βιβλία και τα προσωπικά του αντικείμενα στον πιστό του φίλο Γεώργιο Ν. Πολίτη.  Φτάνοντας στη Νέα Υόρκη το 1938, μέσω διαγωνισμού, ανέλαβε τη διακόσμηση του Ελληνικού Περιπτέρου στη Διεθνή Έκθεση με θέμα την ιστορία του Ελληνικού Πολιτισμού. Στο τέλος εκείνης της χρονιάς παντρεύτηκε την Margaret Spawe Williams, με την οποία το 1946 χώρισε.
 Το 1949, με αίτησή του στο Ανώτατο Δικαστήριο της Νέας Υόρκης μετονομάστηκε σε Guelfo Ammon d’Este.
 Από το 1950 παρέδιδε μαθήματα ζωγραφικής για πορτρέτο και σχέδιο από ζωντανό μοντέλο, ενώ παράλληλα ξεκίνησε την εικονογράφηση του καθεδρικού ναού της Νέας Υόρκης. Μετά την αποπεράτωσή του, ανέλαβε την εικονογράφηση του καθεδρικού ναού της Αγίας Τριάδας στο Lowell της Μασαχουσέτης.
Το 1955 παντρεύτηκε με την Anne Vassalo Savino στο Belair. Από το 1965 ξεκίνησε από τη συγγραφή θεωρητικών κειμένων γύρω από την τέχνη, κριτικές στο έργο μεγάλων ζωγράφων, απόψεις για την εποχή του, καθώς και ποιήματα.
Το 1980 επέστρεψε στη Γαλλία και εγκαταστάθηκε στη Νίκαια. Το 1987, μετά από παραμονή τριών μηνών σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης, πέθανε σε ηλικία 89 ετών.
Το 1990 οργανώθηκε στην Αθήνα έκθεση με έργα του από την συλλογή της Λίλης Πολίτη, χήρας Γ. Πολίτη. Το 1991 η Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης οργάνωσε τιμητική έκθεση, όπου για πρώτη φορά παρουσιάστηκαν στην Ελλάδα έργα της Αμερικής και δημοσιεύτηκαν πληροφορίες για τη ζωή του στην Αμερική. Το 2000, με την αρωγή των Αλ. Ξύδη και Γ. Ποταμιάνου, το σύνολο των έργων της Αμερικής μεταφέρθηκε στην Ελλάδα.
[Επιμ. Φώτης Δ. Κουτσουπιάς, Αντιπρόεδρος Ι.Μ.Ε.Τ. artem.gr]

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2013

Το Ινστιτούτο Μελετών Ελληνικής Τέχνης artem.gr εύχεται σε φιλους και συνεργάτες καλή χρονιά!

Το πλήρες ημερολόγιο του Iνστιτούτου θα το βρείτε εδώ, σε ηλεκτρονική μορφή.
Η έντυπη έκδοση διατίθεται δωρεάν σε φίλους και συλλέκτες.
Χρόνια... Δημιουργικά!

Αντώνης Δ. Κουτσουπιάς, Πρόεδρος Ι.Μ.Ε.Τ. artem.gr