Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2010

Βιογραφία: π. Βασίλειος Καρασμαΐλης


Ο π. Βασίλειος Καρασμαΐλης γεννήθηκε στην Κυδωνιά Ναυπακτίας το 1930. Με την σύζυγό του Αναστασία απέκτησε δύο παιδιά. “Χωρίς σπουδές, ταλαντούχος ζωγράφος με λεπτή ευαισθησία και ποιητική αντίληψη των πραγμάτων” ζούσε την οικογένειά του με το εισόδημα που του έδινε η τέχνη του. Συγχρόνως εκτελούσε και χρέη ιεροψάλτη στην ενορία του χωριού του.
Χειροτονήθηκε Διάκονος στις 20-7-86 στον Ι. Ναό Τιμίου Προδρόμου Κυδωνιάς και Πρεσβύτερος στον Ι. Ναό Αγίας Παρασκευής Άνω Χώρας στις 26-7-86 από τον Μητροπολίτη Ναυπάκτου Αλέξανδρο. Διορίστηκε εφημέριος στην ενορία Κυδωνιάς την οποία και υπηρέτησε μέχρι τον θάνατό του από καρκίνο στις 12-2-97.

Επιλεγμένα έργα του στη συλλογή ARTEM:

1. Ποιμενικό

Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Βιογραφία: Γ. Σικελιώτης

Γιώργος Σικελιώτης

Ο Γιώργος Σικελιώτης (Giorgos Sikeliotis) είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους και χαράκτες του 20ού αιώνα.
Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1917. Αποφοίτησε από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών το 1939, όπου είχε καθηγητές τον Κωνσταντίνο Παρθένη και τον Σπυρίδωνα Βικάτο. Η πρώτη του ατομική έκθεση έγινε το 1954 στην αίθουσα του Βήματος. Από τότε μέχρι το θάνατο του, το 1984, έλαβε μέρος σε πολλές ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό: στην Οτάβα, στη Ρώμη, στο Τορόντο, στο Μόντρεαλ, στην Αλεξάνδρεια, στο Ελσίνκι, αλλά και στη Νέα Υόρκη, όπου έκανε και ατομική έκθεση το 1965.
Είχε προταθεί για το βραβείο Guggenheim. Έργα του υπάρχουν ακόμη στην Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας, στην πινακοθήκη της Ρόδου, ενώ δεκάδες έργα του υπάρχουν στην Νέα Υόρκη, αγορασμένα μέσω της World House Gallery, και πολλά άλλα σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό.


Επιλεγμένα έργα του στη συλλογή ARTEM:
1. Αγγελος


Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

Βιογραφία : Ζενετζής Β.

Ζενετζής Βασίλης

Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1935 Είναι αυτοδίδακτος Ζωγραφίζει θαλασσογραφίες και νεκρές φύσεις μέσω ενός ιδιότυπου λεπτομερειακού πολυπρισματικού ιδιώματος Έχει παρουσιάσει το έργο του σε ατομικές , 1977, Ηράκλειο, 1980 - "Κάραβελ", 1980 κ।α।) και έχει πάρει μέρος σε ομαδικές (Πανελλήνια 1973) Είναι μέλος του ΕΕΤΕ

Βιογραφία : Κ. Ρωμανίδης (1884 - 1972)


Σπούδασε ζωγραφική στο σχολείο των Καλών Τεχνών στα εργαστήρια των Νικ. Λύτρα, Κ. Βολανάκη και Γ. Ροιλού. Ήταν κατ'εξοχήν τοπιογράφος μα έδειξε ιδιαίτερη αγάπη στην θαλασσογραφία με ευρύ θεματογραφικό φάσμα και ιμπρεσιονιστική διάθεση απόδοσης στα έργα του. Δημιούργησε λίγες προσωπογραφίες από το φιλικό και συγγενικό του περιβάλλον καθώς και αρκετά σχέδια με σκηνές από τον Μακεδονικό πόλεμο 1912-1913.

Έργα του υπάρχουν στην Εθνική Πινακοθήκη Αθηνών στο Μουσείο Μπενάκη και στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών Βούρου Ευταξία


Επιλεγμένα έργα του στη συλλογή ARTEM:

  1. Γριά

Βιογραφία: Σερεμέτης Κλεάνθης

Σερεμέτης Κλεάνθης

Γεννήθηκε στην Καβάλα το 1951. Έκανε ελεύθερες σπουδές ζωγραφικής και σκηνογραφίας. Επηρεασμένος από τον εξπρεσιονισμό, χρησιμοποιεί παλιά χρώματα σ’ ένα δυναμικό παιχνίδι μεταξύ γήινων χρωμάτων και τονισμένων σχημάτων που αντικατοπτρίζουν την αγωνία του για την πορεία του ανθρώπου.

Έχει παρουσιάσει το έργο του σε ατομικές εκθέσεις:

  • 1977, Νέα Σμύρνη
  • 1979, Δημοτικό Θέατρο, Αλεξανδρούπολης.
  • 1980, «Αρμονία», Καβάλα.
  • 1985, Πνευματικό Κέντρο, Βέροιας.
  • 1986, Εμπορικό Επιμελητήριο Καβάλας.
  • 1988, Ξενοδοχείο «Ηλέκτρα Παλλάς», Θεσσαλλονίκη

και πήρε μέρος σε ομαδικές:

  • International Painting Exhibition, Σικάγο 1989, Βραβείο τοπιογραφίας.
  • 1994, Δημοτικό Θέατρο Αλεξανδρούπολης.

Είναι μέλος του Ε.Ε.Τ.Ε.

Βιογραφία: Γιώργος Μπουζιάνης


Γεννηµένος στην Αθήνα στις 8/20 Νοεµβρίου 1885, ο Γιώργος Μπουζιάνης εγγράφεται το 1897 στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, µε καθηγητές τους Ροϊλό, Νικηφόρο Λύτρα, Βολανάκη και Γερανιώτη.
Το 1906-1908 σπουδάζει, µε υποτροφία του γιατρού Χαραµή, στην Ακαδηµία Καλών Τεχνών του Μονάχου, κοντά στους καθηγητές Otto Seitz, Walter Thor και Schildknecht.
Μετά από προσωρινή διαµονή στο Βερολίνο (1909-1910), εγκαθίσταται από το 1911 έως το 1921 στο Μόναχο, όπου λόγω διακοπής της υποτροφίας, αντιµετωπίζει οικονοµικές δυσκολίες και ζωγραφίζει πορτραίτα για να καλύψει τις βιοτικές του ανάγκες. Εκθέτει στον Kunstverein, στην Künstlergenossenschaft και στην αίθουσα τέχνης Anton Rithaler.
Το 1921, µε το µερίδιο από τη γονική κληρονοµιά, χτίζει σπίτι στο Eichenau, έξω από το Μόναχο.
Το 1924 γνωρίζεται µε τον γκαλερίστα της Λειψίας Heinrich Barchfeld, µε τον οποίο θα συνεργαστεί σε µόνιµη βάση έως το 1934.
Από το 1925 έως το 1930 επανειληµµένα παρουσιάζει έργα του στο Μόναχο και το Βερολίνο, στο πλαίσιο συνεργασίας µε τη Münchener Neue Sezession και την αίθουσα τέχνης Tannhäuser, µε κορύφωµα την ατοµική έκθεση που πραγµατοποιείται το 1927 στην Kunsthütte του Chemnitz.
Από το 1929 έως το 1932 ζεί στο Παρίσι, µε έξοδα της αίθουσας τέχνης Barchfeld, στην οποία βάσει συµβολαίου παραχωρεί έργα του, αλλά ελλείψει χρηµάτων, αναγκάζεται να επιστρέψει στη Γερµανία.
Μετά την παγκόσµια κρίση του 1929, οι οικονοµικές εξελίξεις στη Γερµανία δεν ευνοούν την αγορά έργων τέχνης και η άνοδος του Χίτλερ απειλεί τη µοντέρνα τέχνη. Παρά τις ενθουσιαστικές κρίσεις του γερµανικού Τύπου, και την αγορά έργων του από τα Μουσεία Λειψίας και Chemnitz, ο ζωγράφος γυρίζει το 1934 στην Ελλάδα, αποδεχόµενος την πρόταση να διοριστεί καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, υπόσχεση η οποία τελικώς αθετείται.

O Μπουζιάνης πεθαίνει τη νύχτα από 22 προς 23 Οκτωβρίου του 1959 από χρόνια βρογχίτιδα και καρδιακή ανεπάρκεια॥
Επιλεγμένα έργα του στη συλλογή ARTEM:

  1. Προσωπογραφία

Βιογραφία: Θανάσης Χρήστου

Γεννήθηκε το 1947 σ’ ένα γραφικό χωριό του Ν. Πέλλης. Τα βιώματα που είχε σαν παιδί τον βοήθησαν να αποκτήσει ευαισθησίες και να τις εκφράσει μέσα από την τέχνη. Το επάγγελμα του ήταν μουσικός-μαέστρος του στρατού. Το πάθος του όμως για την ζωγραφική τον έκανε να αποσυρθεί κάπως πρόωρα και να αφιερωθεί εξ’ ολοκλήρου στη μεγάλη του αγάπη. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στη Βέροια. Έχει στο ενεργητικό του πάρα πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στη Ελλάδα και στο εξωτερικό (Τορόντο και Βρυξέλλες) και έργα του έχουν δημοπρατηθεί από μεγάλους οίκους. Επίσης έργα του βρίσκονται σε Δημαρχεία, Νομαρχίες, Δικαστικούς Χώρους και στο Ναυτικό Μουσείο Πειραιά. Κυρίαρχο θέμα στους πίνακες του είναι η θάλασσα σ’ όλο της το μεγαλείο.
Επιλεγμένα έργα του στη συλλογή ARTEM:
1. Ατμόπλοιο
2. Δείλι



Βιογραφία: Θ.Τσίγκος

Ο Θανάσης Τσίγκος γεννήθηκε στην Ελευσίνα το 1914 (με καταγωγή από τον Ασπρόπυργο) και πέθανε στην Αθήνα το 1965.Ήταν το πέμπτο και τελευταίο παιδί της οικογενείας του. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πολυτεχνείο Αθηνών και από το 1946 εργάστηκε μαζί με άλλους μεγάλους αρχιτέκτονες στην δημιουργία της πόλης-πρώτυπου Μπραζίλια στην Βραζιλία. Τα αποτελέσματα της συσσωρευμένης αρχιτεκτονικής φαντασίας για την δημιουργία αυτής της πόλης είναι γνωστά.
Ο Θ. Τσίγκος, ανήσυχο πνεύμα καθώς ήταν δεν περιορίστηκε μόνον στην αρχιτεκτονική. Το 1947 επισκέπτεται το Παρίσι και καταπιάνεται με την σκηνογραφία. Και ενώ η αρχιτεκτονική και η σκηνογραφία είναι οι αρχικές του προοπτικές και το αρχικό του πάθος, εκείνο που περισσότερο τον κατέστησε πανελλήνια γνωστό, ήταν η σχέση του με τα λουλούδια। Τα λουλούδια που τα ζωγράφισε με τόση χάρη και ευαισθησία, με τέτοια χρωματική δύναμη, που δίκαια του χάρισαν τον τίτλο "Ο ζωγράφος των λουλουδιών". Επιλεγμένα έργα του στη συλλογή ARTEM:
  1. Νεκρή Φύση 1
  2. Νεκρή Φύση 2
  3. Νεκρή Φύση 3
  4. Νεκρή Φύση 4

Σάββατο, 3 Ιουλίου 2010

Άρθρο: Ο Φετιχισμός στην Τέχνη

Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή
Σ' ένα πρόσφατο κινηματογραφικό έργο, «Πώς να κλέψετε ένα εκατομμύριο δολάρια», η υπόθεση εκτυλίσσεται γύρω από ένα υποθετικό αγαλματίδιο του Τσελίνι που εκτίθεται σε κάποιο μουσείο, πάνω σε ψηλή βάση, φυλαγμένο με φωτοηλεκτρικά κύτταρα. Είναι τόσο απλησίαστο που κανένας δεν μπορεί να το παρατηρήσει αρκετά για να καταλάβει ότι αντί για το πραγματικό βρίσκεται εκεί μια χυδαιότατη απομίμηση. Όμως οι επισκέπτες, και οι κριτικοί, δε θέλουνε «να δούνε» το άγαλμα: θαυμάζουνε την «αξία» που αυτό αντιπροσωπεύει. Πρόκειται για αξία χρηματική, αλλά ταυτόχρονα και για αξία κύρους. Το κύρος ενός έργου τέχνης επηρεάζει την κρίση όλου του κόσμου και τον κάνει να το βλέπει ωραίο όχι γιατί φαίνεται ωραίο, αλλά γιατί είναι οικουμενικά δηλωμένο ωραίο.
Σ' ένα άλλο φιλμ ίδιας κατηγορίας με τίτλο «Gambit», υπάρχει μια ανάλογη κατάσταση: το ίδιο βάθρο με τα φωτοηλεκτρικά κύτταρα, κι ένα έργο τέχνης τόσο ομόφωνα θεωρούμενο θεσπέσιο που, τελικά, δεν έχει καμιά σημασία αν πρόκειται για το πρωτότυπο ή για κάποια απομίμηση, ή μάλλον το έργο φαίνεται ωραίο, όσο πιστεύουν όλοι ότι πρόκειται για το πρωτότυπο. Η κινηματογραφική παρουσίαση της λατρείας του έργου τέχνης θα 'πρεπε ν' αλλάξει τον τρόπο, με τον οποίο κοιτάζει τα έργα στα μουσεία ακόμα και ο πιο απλοϊκός επισκέπτης. Αρκεί μια αυστηρή κι ανεπηρέαστη ματιά και να που φαίνεται τερατώδικη η παρουσία ενός ειδώλου πάνω σε ειδική βάση, σαν αντικείμενο λατρείας με μαγικές ιδιότητες, θαυματουργό και απαιτητικό. Στην πραγματικότητα το μουσειακό έργο τέχνης δε ζητά και δε δίνει τίποτα, εκτίθεται απλά προς «λαϊκή» λατρεία: αλλά γι' αυτό ακριβώς θα πρέπει να το κοιτάμε με κριτικό μάτι. Αντί να γίνεται όμως κάτι τέτοιο, η λατρεία-του έχει όλα τα χαρακτηριστικά της μυστικιστικής ύπνωσης κι έτσι είναι λυπηρό που αυτό δε σημαίνει πια τίποτα απ' όσα πρώτα σήμαιναν τα είδωλα, όταν αντιπροσωπεύανε ζωτικά φαινόμενα όπως η γονιμοποίηση, η βροχή, η φωτιά.
Η λατρεία κάνει το έργο τέχνης «φετίχ» (είναι παλιά ιστορία). Και το έργο σαν φετίχ δεν το χαιρόμαστε για την ευχαρίστηση που μας προκαλεί, αλλά για την ευχαρίστηση που προκάλεσε κάποτε. Αυτή η παλιά ευχαρίστηση έγινε συνθήκη, νόμος, έθιμο (ποιος θα 'τανε τόσο ηλίθιος που να μη θαυμάσει την Τζοκόντα;) κι επομένως τη νιώθουμε τώρα κι εμείς (από σπόντα).
Αυτό το φαινόμενο, να νιώθουμε μια συγκίνηση προκατασκευασμένη και κωδικοποιημένη, ονομάζεται Kitsch. Και είχε δίκιο ο Broch όταν έγραφε ότι το Kitsch δεν είναι μόνο το αδέξιο και ψεύτικο όμορφο της ρεπλίκας και του πρόστυχου έργου, αλλά όλη η σύγχρονη τέχνη (απ' το ρομαντισμό και μετά), μια και παρουσιάζεται σαν σκοπός και παράγεται για να καταναλωθεί σαν ομορφιά. Παράγεται για να μπει στο μουσείο.
Ο Alessandro Klein δημοσίεψε στο τελευταίο τεύχος της «Rivista di Estetica» μια προσεχτική μελέτη των αισθητικών δοκιμίων του Τζουζέπε Ματσίνι απ' όπου φαίνεται η ύπαρξη ενός κάποιου σπέρματος Kitsch σε κάθε αισθητική άποψη του ρομαντισμού. Κι αυτό γίνεται ακόμη και στο Ματσίνι που υπερασπίζεται μια τέχνη ηθικά στρατευμένη κι όχι σκοπό αυτή καθαυτή. Οι αντιδράσεις- του καμιά φορά είναι χαρακτηριστικά Kitsch: η αισθητική ικανοποίηση δεν πηγάζει από μια ερμηνευτική διαδικασία, από ένα τετατέτ με το έργο σαν να το ανακαλύπτει για πρώτη φορά, αλλά από την επίδραση μιας προκατασκευασμένης συγκίνησης που οφείλεται σε «γοητευτικά» στοιχεία που το έργο παρουσιάζει.
Έτσι ο Ματσίνι, μπρος στο ποίημα «Ο Εξόριστος» του Pietro Giannone, πριν ακόμη διαβάσει το κείμενο, εγκαταλείπεται σε αδιαμφισβήτητες συγκινήσεις, φετιχικές συγκινήσεις που προκλήθηκαν από την ιδέα του Εξόριστου: πρόκειται αναμφίβολα για έννοια με μεγάλο κύρος, ιδιαίτερα για έναν αγωνιστή-πατριώτη που ζούσε μακριά απ' τον τόπο-του, και για μια προσωπικότητα καλλιεργημένη με τα ιδανικά του ρομαντισμού (το ότι στο Ματσίνι βρίσκουμε άλλα θετικότατα στοιχεία είναι διαφορετικό πρόβλημα, όπως άλλο πρόβλημα είναι ότι —ευτυχώς— η αισθητική του ρομαντισμού ήξερε και να διαβάζει λογοτεχνία αλά Ντε Σάνκτις).
Είναι όμως περίεργο ότι, τη στιγμή που τα μαζικά μέσα ενημέρωσης προσφέρουνε σ' όλους το έργο τέχνης για να το θαυμάσουνε σαν Kitsch επιβάλλοντας το κύρος-του ανάλογα με την εμπορική-του αξία και τη γνώμη των κριτικών —όπως ακριβώς ορισμένα εγχειρίδια κατήχησης για νέους αποδεικνύουν την ύπαρξη του Θεού αναφέροντας ότι ο Δάντης και ο Μαντσόνι, ο Τάσο και ο Γαλιλαίος δεν αμφέβαλαν ποτέ γι' αυτήν—, ο κινηματογράφος πολυτελείας ασυναίσθητα μας ειδοποιεί για την πλαστότητα των περιστάσεων θαυμασμού και την κάνει αντικείμενο σάτιρας, παρόλο ότι αποδέχεται την ιδέα του έργου-φετίχ. Αυτό έγινε και με τα ελαφρά έργα πού 'χαν σαν θέμα-τους τον προδομένο σύζυγο, ένα πρώην κρυφό στήριγμα της αστικής κοινωνίας που τώρα έχασε πια τη δραματικότητά-του.
Καταντώντας φάρσα, η ιδεολογία του μουσείου αφήνει να φανούν τα κουσούρια-της και αντιλαμβανόμαστε ότι, αν μ' αυτήν το έργο γίνεται εμπόρευμα, δεν είναι μόνο επειδή γράφουμε επάνω τη χρηματική-του αξία, αλλά και γιατί η χρηστική-του αξία αλλοιώνεται εξαρχής, αφού δεν ξέρουμε πια να το «χρησιμοποιήσουμε» και χρησιμοποιούμε σ' αυτό τη χρήση που άλλοι έκαναν πριν.
Και είναι τίμιο, αν και λυπηρό, να καταλάβουμε ότι η περισσότερη συγκίνηση της κοινής γνώμης για τα έργα που καταστραφήκανε με τις πλημμύρες της Φλωρεντίας προκλήθηκε από μιαν αντίδραση τύπου Kitsch, θρηνούσαν όλοι κάτι που οικουμενικά αναγνωριζόταν ωραιότατο, κι επομένως μεγάλης αξίας, αλλά ουσιαστικά άγνωστο. Αυτά τα έργα θα μπορούσανε να παραμείνουν άγνωστα χωρίς να πάψουν να θεωρούνται ωραιότατα. Άλλωστε και οι υπεύθυνοι του μουσείου, πριν από τις πλημμύρες, δεν κρίνανε απαραίτητο να τα εκθέσουνε στο κοινό, και τα κρύβανε σε σοφίτες και υπόγεια: γιατί ήταν αναμφισβήτητο γι' αυτούς ότι έπρεπε να τα χαίρεται το κοινό όχι επειδή τα «κοιτούσε», αλλά επειδή ήξερε ότι υπήρχαν.

Δράσεις: ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ Αrtem 2010