Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Έλληνες Ζωγράφοι: Τριαντάφυλλος Ηλιάδης

Ο Τριαντάφυλλος Ηλιάδης γεννήθηκε το 1950 στον Πετεινό Ξάνθης, από γονείς αγρότες και με σοβαρή αναπηρία στο πόδι και στα χέρια. Άρχισε από πολύ μικρή ηλικία να ζωγραφίζει με το στόμα, μια και  η φύση του έχει στερήσει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τα χέρια του. Από την ενασχόλησή μ’ αυτή του αντλεί αισιοδοξία και χαρά για τη ζωή, που τις ενισχύει το γεγονός ότι  τα έργα του γίνονται συχνά αντικείμενο θαυμασμού εκ μέρους του κοινού.
Ο δρόμος της ζωής δεν εμποδίζει το αντάμωμαΤο 1967, και ενώ συνεχώς ασχολείται με τη ζωγραφική από το 1960, έρχεται σε απευθείας επαφή με τη Διεθνή Ένωση Αναπήρων Καλλιτεχνών, που εδρεύει στο Λιχτενστάιν. Το 1970 γίνεται μέλος της Ένωσης και από τότε ζωγραφίζει γι' αυτή. Η Ένωση αυτή, γνωστή με τα αρχικά  V.D.M.F.K.,  διοργανώνει εκθέσεις με έργα καλλιτεχνών που ζωγραφίζουν με το στόμα ή τα πόδια και τυπώνοντάς τα  σε κάρτες και ημερολόγια εξασφαλίζει στα ανάπηρα μέλη της μιαν αξιοπρεπή διαβίωση.
Ο Τριαντάφυλλος Ηλιάδης έχει κάνει  πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στο εξωτερικό και διακρίνεται για το έργο του.  Το Δεκέμβριο του 1994 έγινε δεκτός από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.
Αθήνα 2004 : η φλόγα της ευγενικής άμιλλαςΟ καλλιτέχνης συμμετείχε ακόμα και σε μια ομαδική έκθεση στη Βιέννη, που έγινε με  αφορμή ενός συνεδρίου τον Απρίλιο του 1997 για τα 40 χρόνια της V.D.M.F.K. και φέτος (2007) τον Απρίλιο θα συμμετάσχει σε άλλη μια ομαδική έκθεση και πάλι στην Βιέννη για τα 50 χρόνια της Ενώσεως.
Τον Αύγουστο του ιδίου έτους (1997), καλεσμένος από τον Δήμαρχο Ξάνθης Φ. Αμοιρίδη, πραγματοποίησε μιαν ατομική έκθεση. Στις 17 Σεπτεμβρίου πραγματοποίησε  άλλη μιαν  ατομική έκθεση υπό την αιγίδα του Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, Θεσσαλονίκη 1997.
Στις 4.11.1998 έλαβε  μέρος σε πανελλήνια ομαδική έκθεση στην Αθήνα κι εκεί  η δουλειά του τιμήθηκε με πολύ κολακευτικά σχόλια από τον τύπο και τα μέσα ενημέρωσης. Στις 29.12.1998 ο κ. Ηλιάδης βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών.
[www.triantafillos-il.com]

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Έκθεση: Έλληνες Ναΐφ Ζωγράφοι

theofilis - xelakoma   Στο Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ύδρας φιλοξενείται από την Παρασκευή 25 Μαρτίου έως και τη Δευτέρα 2 Μαΐου η έκθεση «Έλληνες Ναΐφ Ζωγράφοι» με έργα από τη Συλλογή Χρήστου και Πόλλυς Κολλιαλή, σε επιμέλεια της Ίριδας Κρητικού.
Η έκθεση, που συγκεντρώνει περισσότερα από 50 έργα σημαντικών Ελλήνων Ναΐφ ζωγράφων από τη Συλλογή Χρήστου και Πόλλυς Κολλιαλή, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, μετά τις παρουσιάσεις της στο Σισμανόγλειο Μέγαρο στην Κωνσταντινούπολη (Οκτώβριος 2013), το Devecihan Kültür Merkezi στην Αδριανούπολη (Μάιος 2014) και το Μουσείο Ναΐφ Τέχνης της Λετονίας στην Ρίγα (Ιούλιος 2015).
Giannis Theofilis - O gamos   Με αφορμή την πρώτη αυτή παρουσίαση στην Ελλάδα θα εκδοθεί μικρό λεύκωμα με τα έργα της έκθεσης.
Η έκθεση διοργανώνεται από το Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ύδρας σε συνεργασία με τους συλλέκτες και εστιάζει στην ελληνική παράδοση και την καθημερινή ζωή στην πόλη και την ύπαιθρο: θρησκευτικές και κοινωνικές τελετές ή παραδοσιακά πανηγύρια που αποδίδονται με αυθόρμητη παραστατική και αφηγηματική γλαφυρότητα, εκφραστικές εικόνες εναλλασσόμενου μόχθου και λιγοστής σχόλης, ξεχασμένες σήμερα γεωργικές ασχολίες αλλά και εύγλωττες σκηνές που επαναφέρουν στο βλέμμα του θεατή πολύτιμες ιεροτελεστίες και νοσταλγικές αστικές μνήμες πλημμυρισμένες από φωνές σαλεπιτζήδων, πλανόδιων μικροεμπόρων και αυτοσχέδιες σκηνές λαϊκών καραγκιοζοπαιχτών, ειδυλλιακά τοπία που προέρχονται και διαφυλάσσουν με τρόπο ανεξίτηλο στο πέρασμα των δεκαετιών το νησιωτικό, το ηπειρωτικό ή το αστικό περιβάλλον του δημιουργού τους, η Θεσσαλία και η Μυτιλήνη, η Αθήνα, η    Πλάκα και η Ακρόπολη, η Κύπρος, αλλά ακόμη η Σμύρνη και η Κωνσταντινούπολη, συνθέτουν ένα πολύχρωμο και παλλόμενο πανόραμα με ισότιμη ιστορική, λαογραφική και αισθητική αξία. 
Στη Συλλογή των Ναΐφ Ζωγράφων του Χρήστου και της Πόλλυς Κολλιαλή που αποτελεί μία από τις πληρέστερες του είδους και που αριθμεί περισσότερα από 100 έργα στο σύνολό της, ανήκουν τόσο  σημαντικοί ιστορικοί εκπρόσωποι της Ναΐφ Ζωγραφικής καθώς και διακεκριμένοι σημαντικοί καλλιτέχνες με πολυετή καλλιτεχνική παιδεία που επέλεξαν τη συγκεκριμένη έκφραση προσεγγίζοντάς την μέσω της τελευταίας, όσο και παλαιότεροι ή νεότεροι αυτοδίδακτοι ζωγράφοι με πηγαία γραφή που στους περισσότερους από εμάς εξακολουθούν να παραμένουν άγνωστοι.
Λίγα λόγια για τους συλλέκτες: Ο Χρήστος και η Πόλλυ Κολλιαλή, επιλέγοντας ως μόνιμο τόπο κατοικίας τους και στεγάζοντας τις συλλογές τους στα Μέγαρα της Αττικής, εξακολουθούν να αφουγκράζονται την ιστορία, την εξέλιξη αλλά και τις ανάγκες του γενέθλιου τόπου τους όπου και προσφέρουν συστηματικά ποικίλες πολιτιστικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες. Συλλέγοντας με θαυμαστή τόλμη για περισσότερα από 20 χρόνια ελληνικά έργα τέχνης σύγχρονα, ιστορικά και ναΐφ καθώς και σπάνια λαογραφικά αντικείμενα, συνεπικουρούμενοι πλέον από την  φρέσκια ματιά των παιδιών τους που συνεχίζουν το έργο τους και απολαμβάνοντας την πρωτογενή καινοτομία στην τέχνη όσο και την αλάνθαστη λαϊκή αισθητική, διασώζουν με τρόπο υποδειγματικό πολύτιμα δείγματα του παλίμψηστου Ελληνικού Πολιτισμού, από τον 19ο αιώνα έως και τις ημέρες μας.

Διοργάνωση: Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ύδρας
Επιμέλεια έκθεσης: Ίρις Κρητικού

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

Οι αρχές της Αφαιρετικής τέχνης στην Ελλάδα

Η αφαίρεση, η απομάκρυνση από την αναπαράσταση του αισθητού κόσμου στη ζωγραφική  επιφάνεια και η αυτονόμηση της ζωγραφικής γλώσσας, ως το σημείο που να μην παραπέμπει πουθενά, παρά μόνο στον εαυτό της, είχαν ήδη ιστορία μισού αιώνα στην ευρωπαϊκή ζωγραφική όταν εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα.
   Η μακρόχρονη απομόνωση της χώρας και η έλλειψη άμεσης επαφής με τις ζωντανές εμπειρίες των μεγάλων καλλιτεχνικών κέντρων του εξωτερικού περιόριζε και δυσχέραινε τις δυνατότητες ανέλιξης. Η ελληνική ζωγραφική του 20ού αιώνα είχε προσεγγίσει συχνά την αφαίρεση, αλλά ποτέ δεν έκοψε τον ομφάλιο λώρο με την ορατή πραγματικότητα.  Τα πρώτα ανοίγματα προς την αφαίρεση τοποθετούνται στα προπολεμικά χρόνια, αλλά περνάνε σχεδόν απαρατήρητα. Το πρώτο αφηρημένο γλυπτό είναι η «Ανάσταση» του Λάζαρου Λαμέρα, που παρουσιάστηκε το 1932 στην έκθεση των σπουδαστών της Α.Σ.Κ.Τ. Το γεγονός, όμως, υπήρξε εντελώς συμπτωματικό, αφού ο καλλιτέχνης παρουσίασε αρκετά χρόνια μετά, το 1946, ένα δεύτερο γλυπτό που κινείται στο ίδιο κλίμα, το «Μουσικό όργανο». Επιπλέον, ο υπερρεαλισμός του Στέρη άγγιζε την αφαίρεση, ενώ ο Χατζηκυριάκος-Γκίκας παρουσίασε το 1934 στο Παρίσι έργα του με βάση αφηρημένα αρχιτεκτονικά θέματα.
   Το 1935 σε έκθεση της «Ομάδας Τέχνη» στην αίθουσα τέχνης «Ατελιέ», Άγγελος Σπαχής παρουσίασε έργα ζωγραφικής αναμεμειγμένα και με άλλα υλικά, εκτός από χρώμα, όπως γύψο, ύφασμα, χαρτί. Το 1940, ο Γεώργιος Βακαλό παρουσίασε μία έντονη αφαιρετική δουλειά, όπως και η Σέλεστ Πολυχρονιάδη που η πορεία της στο εξωτερικό την έφεραν από νωρίς κοντά στην αφαίρεση.
Οι αρχές της δεκαετίας του ?40 σημαδεύτηκαν από τα σκοτεινά χρόνια της ναζιστικής και φασιστικής κατοχής, όπου η τέχνη περιορίστηκε στην παράνομη δράση. Όλοι οι Έλληνες καλλιτέχνες κράτησαν μια στάση-άρνηση σε κάθε είδους συμβιβασμού και επαφής με τον κατακτητή τόσο στην καθημερινή ζωή, όσο και στην τέχνη. Δημιουργούσαν έργα, κυρίως, πατριωτικού περιεχομένου, που είχαν ως στόχο να ενισχύσουν το φρόνημα του ελληνικού λαού και να αποτυπώσουν τις κακουχίες τις οποίες υπόκειται, την πείνα, τις εκτελέσεις, την αντίσταση. Βέβαια, αυτή η ατομική δημιουργία ωρίμαζε μέσα στη σιωπή των εργαστηρίων.
   Στα μέσα της δεκαετίας ακολούθησε η απελευθέρωση και τα βλέμματα των καλλιτεχνών στράφηκαν στην Ευρώπη αναζητώντας την επικοινωνία και την ενημέρωση αποσκοπώντας στο γόνιμο διάλογο που για καιρό είχαν στερηθεί. Η στροφή που γίνεται μετά τον πόλεμο, αν και αργή και σταδιακή, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια, αποτελεί πραγματική επανάσταση, μία πορεία προς την απελευθέρωση και τον εκσυγρονισμό.
   Η νεοελληνική τέχνη από αυτό το σημείο και στο εξής ακολούθησε ένα δρόμο σύνδεσης με τις σύγχρονες γαλλικές σχολές. Μεγάλος αριθμός καλλιτεχνών και διανοούμενων φεύγει προς τη Δυτική Ευρώπη,σ την αρχή αποκλειστικά προς το Παρίσι, εκμεταλλευόμενοι τις υποτροφίες που προσέφερε η γαλλική κυβέρνηση. Την περίοδο εκείνη στην Ελλάδα η κατάσταση ήταν έκρυθμη, ο εμφύλιος ξέσπασε και έφερε ως αποτέλεσμα την πολιτική αστάθεια.
   Παρόλα αυτά όμως, αρκετοί αξιόλογοι καλλιτέχνες παρέμεναν στην Ελλάδα και αποκατέστησαν το διάλογο με το ελληνικό κοινό. Σημαντική ώθηση στη γνωριμία και τη διάδοση της σύγχρονης τέχνης δόθηκε και από την ίδρυση δύο ομάδων, του «Αρμού» το 1949 και της «Στάθμης» το 1950. Τα μέλη της, για αρκετά έτη, οργάνωναν εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αντιτιθέμενοι στον ακαδημαϊσμό και τα υπολείμματα του ιμπρεσιονισμού. Επεδίωκαν τον εκσυγχρονισμό μέσα από την ένωση των στοιχείων της ελληνικής παράδοσης με τα διδάγματα της Σχολής του Παρισιού.
    Από τους πρώτους που στράφηκαν στην αφαίρεση ήταν ο Αλέκος Κοντόπουλος, που στα πρώτα στάδια υπήρξε και θεωρητικός της. Το 1949, ίδρυσε με τους Γιάννη Γαΐτη, Γιάννη Μαλτέζο, Δημήτρη Χυτήρη και το γλύπτη Λάζαρο Λαμέρα την ομάδα «Ακραίοι» και συνέταξε ένα μανιφέστο υποστηρίζοντας τα εξής: «οι Ακραίοι είναι μία καθαρά καλλιτεχνική εκδήλωση. Θα προσπαθήσουν να σκορπίσουν μέσα στην ατμόσφαιρα των παρεξηγήσεων της πνευματικής μας ζωής την πνευματική οντότητα της παγκόσμιας, σύγχρωμης, αυθεντικής τέχνης, δίχως επιφυλάξεις και δίχως υποκρισίες. Ο σύγχρονος καλλιτέχνης κατέκτησε την ελευθερία να μην είναι υποχρεωμένος να εκφράζει μονάχα το περιβάλλον και την εποχή του.   
   Ο αυθεντικός, σύγχρονος καλλιτέχνης δεν παραδέχεται καμία ιδέα εκ των προτέρων. Η αυθεντική σύγχρονη τέχνη ελπίζει ότι θα έλθει μία μέρα όπου ο άνθρωπος θα μπορέσει να εγκαταστήσει καινούριες πνευματικές συνθέσεις μέσα στις οποίες θα είναι ελεύθερος και απόλυτος. Κι είμαστε κι εμείς μαζί με αυτούς που πιστεύουν ότι η ποιητική πραγματικότητα της εσωτερικής αλήθειας του ανθρώπου ποτέ δεν ήταν τόσο κοντά για να γίνει μια δράση προσαρμοσμένη στις εκδηλώσεις της ζωής, ένας τρόπος ζωής, μία έκφραση ζωής». Η ιδεαλιστική ενόραση του Κοντόπουλου προερχόταν από την ανάγκη φυγής και αντίδρασης στο ρεαλισμό της κατοχικής περιόδου.
   Ίσως ο πρώτος που στράφηκε σε πιο πρωτοποριακές μορφές έκφρασης ήταν ο Γιάννης Γαΐτης. Η έκθεσή του το 1947 στην αίθουσα «Παρνασσός» με αφηρημένες εξπρεσιονιστικές συνθέσεις δημιούργησε πολλές αντιδράσεις, ένα αληθινό σκάνδαλο. Το κοινό και οι κριτικοί επεφύλαξαν αρνητική υποδοχή στα έργα του.
   Όλες οι προαναφερθήσες εκδηλώσεις,και κάποιες άλλες ακόμη, με την κριτική υποστήριξη, συνετέλεσαν στην εξοικείωση του κοινού με πιο προχωρημένες μορφές τέχνης, που παρ?όλες τις επαναστατικές τους προθέσεις, διατηρούσαν τα μορφικά κατάλοιπα των παλαιότερων τάσεων.
Την περίοδο, λοιπόν, 1950-1955 τοποθετούνται οι πρώτες δειλές εμφανίσεις της αφαιρετικής τέχνης, οι οποίες υπήρξαν καρποί μακροχρόνιων αναζητήσεων. Στην αρχή της δεκαετίας η ελληνική τέχνη παρέμενε παραστατική και ειδικότερα ανθρωποκεντρική, με κύρια επιδίωξη την απόδοση της μορφής και του κόσμου που την περιβάλλει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια. Και αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό, αν αναλογιστεί κανείς την επιτακτική ανάγκη της να εκφραστεί μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια, διαμορφωμένα από το ιδεολόγιο της «ελληνικότηταςς». Το γεγονός αυτό εγκυμονούσε τον κίνδυνο τα έργα που δημιουργούνταν να στερούνται προσωπικότητας.
    Από τους πρώτους που εισήχθησαν ερευνητικά στην αφαίρεση την εποχή εκείνη είναι ο Γιάννης Μαλτέζος, που ασχολήθηκε συστηματικά με την υλικότητα και το χτίσιμο του πίνακα με παράγοντα αυτήν την υλικότητα, χρησιμοποιώντας τη γραφική χάραξη στιγμιαίων δονήσεων. Το έργο του παρουσιάστηκε στο κοινό πρώτη φορά στην Πανελλήνιο του ?57 και η πρώτη του ατομική έκθεση έγινε το 1962. Ανήκε από πολύ νωρίς στους πρωτοπόρους δημιουργούς που συνδιαλέχτηκαν και πειραματίστηκαν πάνω στις νέες μορφές τέχνης.
   Το 1955, ο αρχιτέκτονας Τάκης Μάρθας στράφηκε προς τη μελέτη των χρωματικών υλικών στις αφηρημένες συνθέσεις του. Αργότερα, ασχολήθηκε  με την έρευνα των χρωστικών υλικών, φτάνοντας στην αντίληψη της κατασκευής, βασισμένος στη μελετημένη δομή όχι μόνο της ανάπτυξης των χρωματικών επιφανειών, αλλά και του βάρους τους, των εξογκώσεων τους και των σχέσεων της υφής τους.
   Το παράδειγμα του Μάρθα ακολούθησε κι ένας ακόμη αρχιτέκτονας και ζωγράφος, ο Δημήτριος Φατούρος. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι αρκετοί αρχιτέκτονες ασχολήθηκαν από πολύ νωρίς με την αφηρημένη τέχνη, ίσως γιατί οι γεωμετρικές συνθέσεις και η διδασκαλία της αρχιτεκτονικής τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα βρισκόταν κοντά στο πνεύμα της. Μερικοί από αυτούς ήταν οι Σαχίνης, Ξενάκης και Τσίγκος.
   Το 1954, ο Γιάννης Σπυρόπουλος παρουσίασε σε ομάδα φίλων του τους πρώτους ανεικονικούς πίνακες. Μέχρι τότε και αυτός ακολουθούσε πιστά την παραδοσιακή τεχνική και θεματολογία, κάτι το οποίο πιστοποίησε η πρώτη του ατομική έκθεση στον «Παρνασσό» το 1950. Από το 1953 άρχισε και η παράλληλή του επαφή με το εξωτερικό. Το ίδιο έτος εξέθεσε τα έργα του στη Ρώμη, το 1954 στο Βελιγράδι, το 1955 στο Μαλμύ και το Γκέτενμποργκ και έλαβε μέρος στην Biennale της Αλεξάνδρειας.
   Το Φεβρουάριο του 1954, ο Γιάννης Γαΐτης παρουσίασε στο ξενοδοχείο «Κεντρικόν», σε αναδρομική έκθεση, το έργο του των τελευταίων επτά ετών: είκοσι έξι ελαιογραφίες, εννέα ακουαρέλες, έντεκα σχέδια και δεκατέσσερα γλυπτά. Τον κατάλογο προλόγισε ο Άγγελος Προκοπίου, η κριτική του οποίου υπήρξε ενθουσιώδης: «Δεν είναι υπερβολή να τονίσω πως ο Γαΐτης σημειώνει με την παρουσία του στην ελληνική τέχνη το τρίτο μεγάλο σταθμό στην εξέλιξη της μοντέρνας ευαισθησίας στον τόπο μας, μετά τον Παρθένη και τον Γκίκα». Η έκθεση δημιούργησε σκάνδαλο παρόλο που μεγάλο μέρος της δουλειάς του περιείχε ακόμη παραστατικές μνήμες και έγινε επίκεντρο έντονης και σκληρής διαμάχης μεταξύ των οπαδών της ελληνικότητας στην τέχνη και των υποστηρικτών της μοντέρνας τέχνης.
   Επιπρόσθετα, όσον αφορά στη ζωγραφική, πρέπει να αναφερθεί ένα άλλο όνομα από την παλιότερη γενιά και μάλιστα γυναικείο. Της Σέλεστ Πολυχρονιάδη, που με τη μακρά θητεία της στο εξωτερικό αντάμωσε γρήγορα ένα είδος αφαίρεσης από τους δρόμους της Νέας Τέχνης και του Κονστρουκτιβισμού. Ενδιαφέρον, όμως, για την αφαίρεση επέδειξαν και άλλες Ελληνίδες ζωγράφοι. Η Κ. Αντύπα προσχώρησε από την αρχή της πορείας της σε αυτήν και ήταν από τις πρωτές που παρουσίασε στην Πανελλήνιο του ?48 συνθέσεις γεωμετρικού αφαιρετισμού. Η Σαπφώ Κυριάκη παρουσίασε το έργο της το 1955 σε ατομική έκθεση, ενώ πιο πριν είχε εκθέσει με τον γλύπτη Α. Απέργη.
   Συνοψίζοντας θα πρέπει να σημειώσουμε πως μέχρι το 1955, όπου παρατηρούνται τα πρώτα βήματα προς την αφαίρεση, οι Έλληνες δημιουργοί, κάνοντας αυτόχθονες προσπάθειες, άρχιζαν να πειραματίζονται πάνω στην αφαίρεση. Και αυτό γιατί οι απόηχοι των σύγχρονων ρευμάτων στην Ευρώπη είχαν φτάσει στην Ελλάδα και προκάλεσαν την αφύπνιση των καλλιτεχνών και τον προβληματισμό τους.
   Δεν είναι, βέβαια, τυχαίο το γεγονός ότι οι πρώτες προσπάθειες προς την αφαιρετική δημιουργία έγιναν, ως επί το πλείστον, από καλλιτέχνες ώριμους, με κλασική ακαδημαϊκή παιδεία και συνέπεια στο χώρο της τέχνης. Όλοι όσοι πρώτοι καταπιάστηκαν με την αφαίρεση εγκατέλειψαν αργά και σταδιακά την παραστατική τέχνη και προσχώρησαν ώριμα και κλιμακωτά στην αφηρημένη, έχοντας γερές βάσεις και τεχνική κατάρτιση.
   Από την πρώτη και, ουσιαστικά, μεταβατική περίοδο που εμφανίζεται η αφαίρεση στον ελληνικό χώρο, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι οι μορφικές και τεχνικές αλλαγές στην τέχνη προέρχονται μέσα από σταδιακές εξελίξεις και όχι από το ριζικό σπάσιμο με την παράδοση.
Η εμφάνιση της αφαιρετικής τέχνης στην Ελλάδα αποτέλεσε τομή που συμπαρέσυρε όλους σχεδόν τους νέους δημιουργούς κι άλλαξε τη φυσιογνωμία της ελληνικής τέχνης προκαλώντας, αρχικά, έντονη δυσπιστία και καχυποψία. Η πορεία της καθοριζόταν από τη συμβίωση και, παράλληλα, την εξέλιξη ρευμάτων προερχομένων από το εξωτερικό κι από τις εγγενείς προσπάθειες διατήρησης της ελληνικής ταυτότητας, χωρίς πάντα να είναι σε θέση να δέχεται ή να απορρίπτει μορφές με κριτήρια, όχι μόνο ποιότητας, αλλά κυρίως προώθησης της ζωγραφικής σκέψης, όπως γινόταν σε άλλες χώρες με στέρεη καλλιτεχνική παράδοση.
   Κάτω από τις παρούσες συνθήκες εμφανίστηκαν οι αφαιρετικές τάσεις στην Ελλάδα η μορφή που απέκτησαν παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες. Η αφαίρεση θεωρήθηκε αρχικά σαν ένα κίνημα απαλλαγής από ορισμένες απόψεις θεματολόγιας, αφού στα πρώτα τουλάχιστον στάδιά της, μόνο η παράσταση καταργείται σταδιακά δημιουργώντας σύγχυση μεταξύ αφαίρεσης και αφαιρετικότητας. Επικράτησε μάλιστα και στους ίδιους τους καλλιτέχνες να εντάσσονται στο χώρο της αφαίρεσης με έργα προχωρημένης αφαιρετικότητας.
   Κύριο χαρακτηριστικό της αφαιρετικής τέχνης ήταν πως η μορφή αποτελούσε ένα πνευματικό γεγονός. Η μορφή απελευθερώθηκε και ο καλλιτέχνης διοχέτευε σε αυτήν την κίνηση δράσης της γραφής του, την άμεση επαφή του με την ύλη. Οι τάσεις της, που διαδίδονται περισσότερο, δεν έχουν ψυχρή θεωρητική όψη. Η αφαίρεση γίνεται «ζωγραφική» και το χρώμα γίνεται «ποιοτικό», χρησιμοποιείται με σχέσεις αρμονικές, τονικές, με αίσθηση υφής, παλμού, ύλης. Ο καλλιτέχνης δουλεύει με τη ζωγραφική του ευαισθησία, εφαρμόζοντας την με την αφαίρεση κατευθείαν στον τρόπο που φτιάχνει τον πίνακα. Μια τέτοια άποψη περνάει εύκολα στο κοινό, αφού κάτω από την αλλαγή μορφών και μεθόδων διατηρεί αισθητικές αξίες που η παράδοση έχει καθιερώσει.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Βακαλό Ελ., Η φυσιογνωμία της μεταπολεμικής τέχνης στην Ελλάδα: Αφαίρεση, τόμος Α΄, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1983.
Λυδάκης Στ., Η ιστορία της νεοελληνικής ζωγραφικής, Οι Έλληνες Ζωγράφοι, τόμος 3ος, Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1976.
Μιχελής Π., Η τέχνη και ο χρόνος, Ζυγός, τεύχ.3, Ιανουάριος 1956.Ξύδης Αλ., Προτάσεις για την Ιστορία της Νεοελληνικής Τέχνης, τόμ. Α΄, Εκδόσεις Ολκός, Αθήνα 1976.Παπαϊωάννου Γ., Η θέση της ζωγραφικής του Σπυρόπουλου στον ελληνικό και διεθνή χώρο, Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα 1995.
[artmag: Μαρία Μποϊλέ]

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Έλληνες Ζωγράφοι: Γιάννης Σπυρόπουλος

Ο Γιάννης Σπυρόπουλος (Πύλος 1912 - Αθήνα 1990) έλληνας ζωγράφος, είναι εκφραστής του ρεύματος της  Αφαίρεσης με τα έργα που φιλοτέχνησε μετά τη δεκαετία του '50. 
"Ο Γιάννης Σπυρόπουλος υπήρξε ένας μοναχικός καλλιτέχνης. Με την έννοια ότι δια των επί μία πεντηκονταετία  εικαστικών του αναζητήσεων διαμόρφωσε στην Ελλάδα ένα προσωπικό σύμπαν αφαιρετικής τέχνης που ήταν εκ  των πραγμάτων αδύνατον να δημιουργήσει άμεσους μιμητές στη χώρα. Αδύνατον, διότι ο ίδιος με το έργο του  εγκαθίδρυσε εν Ελλάδι τα αγεωγράφητα όρια της αφαιρετικότητας ή, πιο σωστά: τα όρια της όποιας μετάβασης από  το αληθοφανές στο αφαιρετικό.
Ο Γιάννης Σπυρόπουλος σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (1930-1936), με δασκάλους τους: Αργυρό  Βικάτο και Θωμόπουλο. Συνέχισε σπουδές στο Παρίσι (στην Ecole de Beaux-Arts και σε ελεύθερα εργαστήρια). Το  1939 επιστρέφει στην Ελλάδα. Η αφετηρία του υπήρξε νατουραλιστική. Στα πορτρέτα, τις νεκρές φύσεις και τα  τοπία που φιλοτέχνησε στη δεκαετία μετά τις σπουδές του (περίοδος της "γκρίζας πινελιάς", περίοδος της "κάθετης  πινελιάς", κ.λπ.), η αφομοιωμένη επίδραση του Σεζάν είναι εμφανής. 
 Γύρω στα 1950 και μέχρι το 1955 επιμένει  στο ελληνικό τοπίο, το οποίο, όμως ως προς την αληθοφανή του αναπαράσταση, "διαβάζει" με μια συνειδητώς  "απλουστευτική" ματιά. Από εδώ και μετά ο Σπυρόπουλος εξελίσσεται προς την αφαίρεση. Καταργεί τη συμβατική  προοπτική, ελαχιστοποιεί τον ορίζοντα, "βλέπει" τα πράγματα από απόσταση που δικαιολογεί την κάποια  αφαιρετικότητα στην απόδοση των θεμάτων.
Προς το τέλος της δεκαετίας του πενήντα, ο καλλιτέχνης βαθμιαία αδιαφορεί για τις σαφείς αναφορές στο  πραγματικό και αντιθέτως, προσδίδει όλο και μεγαλύτερη αυτονομία στις χρωματικές του επιφάνειες. Στο στάδιο  αυτό, η χειρονομία της πινελιάς του αποκτά εμφανή ένταση και γίνεται καθοριστικό πλαστικό στοιχείο του πίνακα. 
Το 1960 βραβεύεται στην Μπιενάλε της Βενετίας, γεγονός που τον καταξιώνει διεθνώς και του επιτρέπει να  ερευνήσει με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση τις προοπτικές της ανεικονικής αναπαράστασης. Από την εποχή αυτή και  μετά, ο Σπυρόπουλος με πραγματικό πάθος δημιουργεί τη ζωγραφική με την οποία κατοχυρώνεται δια παντός στη  συνείδηση της εικαστικής κοινότητας ως ο κατεξοχήν αφαιρετικός Έλληνας ζωγράφος.
Δημιουργεί έργα που διαβάζονται όχι ως άμεσες αναπαραστάσεις του πραγματικού, αλλά ως αναπαραστάσεις της  εικαστικής δημιουργίας, ως μνήμες ή συνειδήσεις μιας ιδέας, μιας ενόρασης, μιας ανάφλεξης του νου... "
(Άρης Μαραγκόπουλος)

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

Παναγιώτης Τέτσης- «Εφυγε» ο αλχημιστής των χρωμάτων...

Ο δάσκαλος και ακαδημαϊκός, ο αιώνιος έφηβος, πέθανε λίγο μετά τα μεσάνυχτα της Παρασκευής, προς τα ξημερώματα του Σαββάτου, σε ηλικία 91 ετών καθώς αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας.
Νοσηλευόταν στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός μετά από επιδείνωση της υγείας του το τελευταίο χρονικό διάστημα. Πρόκειται για βαρύτατη απώλεια καθώς θεωρείτο ένας από τους σπουδαιότερους ζωγράφους που διαμόρφωσαν την ελληνική μεταπολεμική ζωγραφική μαζί με τον Γιάννη Μόραλη. Με πλούσιο πνευματικό, καλλιτεχνικό και διδακτικό έργο, ύμνησε το ελληνικό φως και χρώμα.

Αρκεί να έχεις βρεθεί μια και μόνο φορά μπροστά σε ένα έργο του για να καταλάβεις τι σημαίνει χείμαρρος χρωμάτων. Αρκεί να έχεις σταθεί λίγα μέτρα πιο μακριά από το τελάρο του και χωρίς να προσέξεις αν έχει ζωγραφίσει ένα φιλικό του πρόσωπο, ένα μπουκέτο φρέσκα λουλούδια ή αν είχε χτίσει από την αρχή με τα χρώματά του τα βράχια της αγαπημένης του Υδρας, να κλείσεις τα μάτια και να γίνουν όλα μπροστά σου χρώμα.
Αυτός ήταν ο Παναγιώτης Τέτσης, ο αλχημιστής των χρωμάτων, όπως τον έχουν χαρακτηρίσει, ο δάσκαλος κι ακαδημαϊκός, ο αιώνιος έφηβος.
Ενα γλυκό του κουταλιού απαραίτητο κέρασμα στο υπόγειο ατελιέ του, στην οδό Ξενοκράτους, καταφύγιο για την τέχνη του τα τελευταία 59 χρόνια. Ενα ποτήρι παγωμένο νερό κι ένα μπουκέτο λουλούδια στο τραπεζάκι, δίπλα στα ασφυκτικά τοποθετημένα τελάρα, τα χρώματα και το τηλέφωνο, μια συσκευή στην οποία απαντούσε μόνο αν ήξερες να τον καλέσεις έχοντας προηγηθεί το κατάλληλο σύνθημα, αλλιώς μπορούσε να κουδουνίζει για ώρες.
Κι εκείνος αεικίνητος, με ευκινησία σχεδόν εφηβική, να ελίσσεται ανάμεσα σε όλα τούτα, να έχει όρεξη να μιλήσει για πολιτική και ιστορία, για τέχνη ή για τον καιρό, χωρίς να χαρίζεται σε κανέναν και συχνά γκρινιάζοντας για όσα τον ενοχλούσαν στη δημόσια ζωή.
Ο «ακαδημαϊκός» έλεγαν όσοι δεν τον γνώριζαν και ήθελαν να δείξουν τον σεβασμό τους. Ο «δάσκαλος» έλεγαν οι περισσότεροι, ακόμη κι ορισμένοι που δεν είχαν περάσει από το εργαστήριο του στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, εκεί που δίδασκε από το 1976 ως το 1991 δείχνοντας τον δρόμο σε πολλούς καταξιωμένους σήμερα ζωγράφους, Κι εκείνος προτιμούσε τον δεύτερο τίτλο. Καμάρωνε γι’ αυτόν. Κι ας είχε γευθεί πολλές τιμές στην μεγάλη και γεμάτη συγκινήσεις διαδρομή του, με πλέον πρόσφατη εκείνη της περασμένης Δευτέρας, όταν το Υπουργείο Πολιτισμού του απένειμε το νεοσυσταθέν εικαστικό βραβείο Γιάννης Μόραλης, το οποίο δεν κατάφερε να παραλάβει, καθώς χρειάστηκε να εισαχθεί στο νοσοκομείο.
Γιατί όμως η ζωγραφική του Παναγιώτη Τέτση συγκινούσε τόσους πολλούς; Για ποιο λόγο τα εγκαίνια των εκθέσεων του θύμιζαν διαδήλωση; Και γιατί δύσκολα κάποιος θα προσπερνούσε έναν πίνακα του, χωρίς να εγκλωβιστεί σε αυτόν χρωματικό κυκλώνα που κατάφερνε να δημιουργήσει στα έργα του;    Διότι «η ζωγραφική του είναι μαγική, ευφραίνει τα μάτια και την ψυχή και ταυτόχρονα γυμνάζει το βλέμμα μας ν’ αναζητεί την αποκάλυψη μέσα στο ασήμαντο», εξηγεί η ομότιμη καθηγήτρια στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών και διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης. Μαρίνα Λαμπράκη –Πλάκα. «Το θέμα είναι για αυτόν απλό ερέθισμα: από ένα απλό κανάτι με πινέλα ακουμπισμένο σ’ ένα τραπεζάκι ως τη γεωμετρία της Ύδρας, την ώρα που την αγκαλιάζει ο πρώτος ήλιος και την αποχαιρετά ο τελευταίος, θωπεύοντάς τη με το μελένιο φως του, και ως τη λαϊκή αγορά της Παρασκευής στην Ξενοκράτους, που θα εμπνεύσει στον ζωγράφο τη μνημειώδη ζωφόρο των πενήντα μέτρων».
Κι αν η αλήθεια είναι ότι όλοι λίγο-πολύ έχουμε δει ένα έργο του με τις θάλασσες και τους απόκρημνους βράχους της Υδρας, τα πεύκα της Σίφνου ή τα ολόσωμα πορτρέτα των φίλων του – διότι ο ίδιος δεν έκανε ούτε αυτοπροσωπογραφίες, ούτε δεχόταν παραγγελίες – καθώς μόνο οι ατομικές του εκθέσεις ξεπερνούν τις 90. Οσοι, όμως, έχουν έρθει αντιμέτωποι με τη Λαϊκή Αγορά είναι μια εμπειρία που δύσκολα λησμονιέται. Τελάρα ύψους 2,5 μ. και πλάτους 4 μ. το ένα πλάι στο άλλο γεμάτα ανθρώπους διαφορετικούς μεταξύ τους, πάγκους γεμάτους φρούτα και λαχανικά, κίνηση…
Νιώθεις σαν να πρόκειται για έναν στρόβιλο που είναι έτοιμος να σε αρπάξει και να σε βάλει και σένα μέσα σε ένα από τα τελάρα, να ακούσεις τους μανάβηδες που διαλαλούν την πραμάτεια τους, να μυρίσεις τη φρεσκάδα των χόρτων που έχουν κοπεί πριν λίγες ώρες, να γευτείς τους χυμούς των φρούτων που «σπαρταράνε» πάνω στους πάγκους.
«Είναι ένα έργο που επιβάλλεται αμέσως στον θεατή», έγραφε ο μεταξύ άλλων παλιός διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, Μαρίνος Καλλιγάς. «Δεν είναι το μέγεθος του, ούτε η έκταση που επιβάλλονται, αλλά ο τρόπος, ο γενναίος τρόπος της εκτέλεσής του. Η σύνθεση δίνει ένα χρωματικό ποίημα της ζωής που είναι τόσο κοντά μας και δεν τη βλέπουμε», συνεχίζει για το έργο που όχι μόνο αναδεικνύει το μέγεθος της ζωγραφικής δεινότητας του καλλιτέχνη, αλλά και το παιγνιώδες πνεύμα του, αφού μέσα στο ετερόκλητο πλήθος που κυκλοφορεί στη λαϊκή αγορά έχει τοποθετήσει και μια ολόγυμνη γυναίκα να κάνει τα ψώνια της.
Και τώρα; Τώρα που ο Παναγιώτης Τέτσης εγκατέλειψε τα εγκόσμια μένει πίσω το φως που πλημμύριζαν τα έργα του. «Τόσο αστείρευτο, γενναιόδωρο κι αληθινό φως που σκέπτομαι πώς αν κάποια στιγμή το σύμπαν σκοτεινιάσει οριστικά, οι πίνακες του Τέτση θα λειτουργήσουν ως γεννήτριες φωτός», γράφει η ακαδημαϊκός και ποιήτρια, Κική Δημουλά.

Βιογραφικό

Γεννήθηκε το 1925 και το 1940 παίρνει τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής, ενώ την ίδια χρονιά μαθητεύει στον Πικιώνη και τον Χατζηκυριάκο – Γκίκα. Το 1943 σπουδάζει στο προπαρασκευαστικό τμήμα της «Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών» στην Αθήνα, κοντά στους Δ. Μπισκίνη και Π. Μαθιόπουλο. Ακολουθεί εισαγωγή του στα εργαστήρια της Σχολής, κοντά στον Κ. Παρθένη, απ’ όπου αποφοίτησε το 1949. Μέλος της ομάδας Αρμός Α και αργότερα της ομάδας Αρμός Β, το 1951 διορίστηκε επιμελητής στην έδρα του ελεύθερου σχεδίου με καθηγητή τον Χατζηκυριάκο – Γκίκα στην Ανώτατη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ. Από το 1953 έως το 1956, εγκαθίσταται στο Παρίσι, με υποτροφία του ΙΚΥ. Εκεί, στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού διδάσκεται την τέχνη της χαλκογραφίας.
Από το 1958 έως το 1976 διδάσκει στο Ελεύθερο Σπουδαστήριο Καλών Τεχνών (γνωστή αργότερα ως «Σχολή Βακαλό»), ενώ παράλληλα (έως το 1962) διδάσκει ελεύθερο σχέδιο στη «Σχολή Σχεδιαστών του Αθηναϊκού Τεχνολογικού Ομίλου». Το 1958 το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Ενωσης Κριτικών Τέχνης τον εκλέγει μεταξύ Ελλήνων υποψηφίων, για το διεθνές βραβείο του Μουσείου Γκουνγκενχάιμ, όπου και εκτίθεται το έργο του. Συμμετείχε στην Μπιενάλε του Sao Paulo (1957) και στην Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας (1959). Ακολουθεί (1962) το Βραβείο Κριτικών για το έργο «Το Ναυπηγείο», ενώ το 1970 ορίζεται εκπρόσωπος της Ελλάδας στην Μπιενάλε Βενετίας. Λόγω των ειδικών πολιτικών συνθηκών αρνείται τη συμμετοχή. Το 1976 ο Π. Τέτσης εκλέγεται καθηγητής στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, στο Γ΄ Εργαστήριο Ζωγραφικής, όπου διδάσκει έως το 1991. Το 1989 η σύγκλητος τον εκλέγει πρύτανη του Ιδρύματος και το 1993 εκλέγεται ακαδημαϊκός. Είχε παρουσιάσει έργα του σε 90 ατομικές και σε πάρα πολλές θεματικές – ομαδικές εκθέσεις.
[dimokratiki]

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

Τα έργα του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου έφθασαν στο Λούβρο!

 «  Όταν Ο λαϊκός ζωγράφος της Ελλάδας  Θεόφιλος ζωγραφίζει ήρωες του ’21, οι φουστανέλες γίνονται λουλούδια στους αγρούς. Όταν ζωγραφίζει δάση πολύφυλλα εκφράζει με τη πράσινη ποικιλία τους όλη την λαχτάρα του αγρότη για το νερό.. Δεν ζητούσε παρά να προσφέρει στους συγχρόνους του τις χρωματικές χαρές, τα ελληνικά φώτα που είχε ο ίδιος θησαυρίσει ασυνείδητα στην ψυχή του και κατόρθωσε να μεταφέρει σε χρώματα”.( Στρατής Ελευθεριάδης σε συνέντευξη στα “Αθηναϊκά Νέα” στις 21 Σεπτεμβρίου 1935.)
Θεόφιλος: Ο λαϊκός ζωγράφος της Ελλάδας που τριγυρνούσε με φουστανέλα, που ζωγράφιζε  « αντί πινακίου φακής » και που η αριστεροχειρία του τον έκανε να κλειστεί στον εαυτό του, κατάφερε  τα έργα του να είναι πασίγνωστα και αναγνωρίσιμα ακόμα και στους πιο αδαείς στην τέχνη. Ωστόσο αν και φτωχός και με παράξενο φέρσιμο λόγω της ιδιοσυγκρασίας του ξεφεύγει από τα όρια της Ελλάδας και ο ίδιος για κάποια χρόνια αλλά και οι πίνακές του  και κοσμούν ένα από τα  πιο γνωστά μουσεία της Ευρώπης αυτό του Παρισιού και μάλιστα για δεύτερη φορά!
Στις 3 Ιουνίου του 1961 τα έργα του ζωγράφου εκθέτονται στο Λούβρο σε μια μεγάλη αναδρομική έκθεση . Όσοι αγαπούν την τέχνη και την ζωγραφική θα ενθουσιαστούν με το ιδιαίτερο και σχεδόν αυτοδίδακτο στυλ του και θα αγκαλιάσουν αυτήν την έκθεση με πολύ μεγάλο πάθος και εξαιρετική κριτική.
Υπήρξαν κάποιοι άνθρωποι, λίγοι αλλά σημαντικοί στη ζωή του που θα τον βοηθήσουν αρκετά ,να ξεπεράσει η φήμη του τα όρια της Ελλάδας. Μυτιληνιοί, συμπατριώτες του, αλλά γνώστες της τέχνης και με ένστικτό που παρά την απλοϊκότητα της ζωγραφικής του θα τον βρουν και θα του προτείνουν να πάρει μέρος σε έκθεση ζωγραφικής στο Παρίσι. ΟΓιώργος Γουναρόπουλος ήταν εκείνος που μίλησε για τα έργα του Θεόφιλου στον Στρατή Ελευθεριάδη, σημαντικό τεχνοκριτικό, συλλέκτη έργων τέχνης και εκδότη που ζούσε στο Παρίσι με το όνομα Τεριάντ. Στον Ελευθεριάδη οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η αναγνώριση της αξίας του έργου του Θεόφιλου αλλά και η διεθνής προβολή του, που ωστόσο σημειώθηκε μετά το θάνατό του. Με έξοδα του Ελευθεριάδη ανεγέρθηκε επίσης το 1964 το Μουσείο Θεοφίλου στην Βαρειά Μυτιλήνης.
Ο Ελευθεριάδης έμενε στο Παρίσι και όσο ζούσε ο Θεόφιλος, ήθελε να οργανώσει έκθεση με έργα του στην πόλη του Φωτός και αφού τον πάρει μαζί του να τον γνωρίσει σε όλους τους φιλότεχνους και καλλιτέχνες. Όμως όταν ζήτησε από τον Θεόφιλο να βγάλει την φουστανέλα και να ντυθεί με κοστούμι για να πάει μαζί του στο Παρίσι, εκείνος δεν δέχθηκε να “φραγκέψει” και έτσι η έκθεση με τα έργα του οργανώθηκε από τον Ελευθεριάδη μετά τον θάνατο του ζωγράφου, στα 1936. Ήταν η πρώτη παγκόσμια έκθεση με έργα του Θεόφιλου.
Ο Ελευθεριάδης θυμάται και γράφει στο Παρίσι το 1928: “Μια μέρα στις αρχές του 1928 βρέθηκα στο ατελιέ του Γουναρόπουλου. Εκεί βρισκόταν ακουμπισμένη πάνω σ’ ένα τραπέζι η φωτογραφία ενός έργου λαϊκού ζωγράφου που μου τράβηξε αμέσως την προσοχή και ρώτησα τον Γουναρόπουλο αν ήξερε ποιος ήταν αυτός που είχε κάνει το έργο. Ο Γουναρόπουλος μου απάντησε: Ένας γνωστός μου συλλέκτης από τον Βόλο μου έστειλε την φωτογραφία. Άλλες λεπτομέρειες δεν ξέρω”. «‘Έφυγα από το ατελιέ του Γουναρόπουλου χωρίς να μάθω ούτε το όνομα, ούτε την καταγωγή του έργου της φωτογραφίας. Πέρασε πολύς καιρός χωρίς να μάθω τίποτα. Καμιά υποψία ότι ο ζωγράφος αυτός ήταν από την Μυτιλήνη. Ύστερα από τρία-τέσσερα χρόνια κατέβηκα στην Ελλάδα και πήγα στην Μυτιλήνη να δω τον πατέρα μου. Ένα απόγευμα μπαίνοντας σε ένα καφενείο είδα μια ζωγραφιά πάνω σε ένα τοίχο που μου θύμισε το έργο της φωτογραφίας. Ζήτησα πληροφορίες από τους θαμώνες. “Είναι ένας αλήτης -μου είπαν- που τριγυρνάει τα χωριά και ζωγραφίζει στα καφενεία για ένα ποτήρι κρασί”. Τότε για καλή μου τύχη, είχε σταματήσει τις περιπλανήσεις του κι είχε εγκατασταθεί στην Μυτιλήνη. Φυσικά έσπευσα να τον συναντήσω. Θυμάμαι αισθάνθηκα μεγάλη έκπληξη όταν τον πρωτογνώρισα. Ήταν τόσο γραφικός έτσι όπως ήταν ντυμένος και τόσο αγνός. Του ζήτησα να μου κάνει έργα, γιατί φοβόμουνα πως εκείνα που είχε κάνει στους τοίχους θα εξαφανιζόντουσαν αργότερα. Τα έργα του μου άρεσαν πολύ, είχαν μια δροσιά, αλλά και εκείνη την ποιότητα που μόνο στις αληθινές καλλιτεχνικές δημιουργίες συναντάει κανείς. Έως τον θάνατό του έκανε έργα που τα έδινε στον πατέρα μου”.
Χρόνια αργότερα ο Οδυσσέας Ελύτης θα γράψει
 Στις μεγάλες αίθουσες του Λούβρου, καθώς τριγύριζα και ξανακοίταζα τα έργα αυτά, ένιωθα κοντά στο αίσθημα της υπερηφάνειας, τ’ ομολογώ, κι ένα άλλο αίσθημα ξεριζωμού, κάτι σαν αυτό που είχα νιώσει στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου με τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Μοιραία, συλλογιζόμουνα τα περισσότερα απ’ αυτά θα σκόρπιζαν μια μέρα στις συλλογές της Ευρώπης ή της Αμερικής….
Και το άλλο βράδυ, καθώς έτρωγα με τον Teriade, του το εξομολογήθηκα. Πήρε ένα ύφος παράξενο, με κοίταξε στα μάτια κι αντί να μου αποκριθεί, με ρώτησε αν είχα σκοπό, τώρα που επέστρεφα στην Ελλάδα, να πάω στη Μυτιλήνη. Θα είχε, λέει, μια θερμή παράκληση να μου κάνει: να πληροφορηθώ και να του γράψω αν, ανάμεσα στη Χώρα και στη Βαρειά, βρισκότανε κανένα οικόπεδο κατάλληλο για Μουσείο. “Μουσείο;” ρώτησα ξαφνιασμένος. “Ναι, για το Μουσείο Θεόφιλου” μου αποκρίθηκε ήρεμα.
Μια μέρα, Ιούλιος του ’65 ήτανε, παραξενευτήκαμε κι οι ίδιοι που όλα είχαν τελειώσει. Έβλεπες τους τοίχους, απάνου ως κάτου, ντυμένους με τα ίδια χρώματα που έξω απ’ τα ανοιχτά παράθυρα υπήρχανε και απλώνονταν και ζούσανε πραγματικά, στις ελιές, στις ροδιές, στις στέγες, στον ουρανό, ένα πανηγύρι άξιο της ψυχής εκείνου που μας είχε συγκεντρώσει εκεί. Φωνάξαμε έναν παπά στο γειτονικό εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής να λειτουργήσει. (…) Στεκόμασταν αμίλητοι, με τα χέρια δεμένα μπροστά, σα να ταξιδεύαμε, σα να ‘φευγε ο χρόνος δεξιά κι αριστερά μας με αόρατα κύματα.Η ιστορία ενός ανθρώπου είχε τελειώσει για μας κι άρχιζε για τους άλλους – και για τους αιώνες. Και  Ο Γιώργος Σεφέρης θα πει για τον μεγάλο λαϊκό ζωγράφο :
«…Ο Θεόφιλος είναι ζωγράφος και μόνο ως τέτοιο πρέπει να τον πάρουμε. ‘Όλη του η σημασία έγκειται εις το εξής: Ότι ξέρει να ζωγραφίζει και πολύ καλά μάλιστα…»
Επιμέλεια: Ανδρέας Ανρεάδης (Ανδρέ-Ανδρέ)
ΠΗΓΕΣ:
Ιστορία της Τέχνης, εκδ.Τόπος.
Ο ζωγράφος Θεόφιλος , Οδυσσέας Ελύητης, Εκδόσεις ΓΝΩΣΗ
Wikipedia.org
healthyliving.gr
sanshmera.gr