Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Βιογραφίες: Κώστας Δ. Κοντογιάννης

Θ.Κελέκη, Λάδι σε Χαρντμπορντ, 30χ40εκ
Ο Κώστας Κοντογιάννης γεννήθηκε στα Γρεβενά. Οι συχνές μεταθέσεις του ειρηνοδίκη πατέρα του έγιναν αιτία να μετακινηθεί σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Στη Λαμία, κατά την περίοδο της Κατοχής (1941–1944), έλαβε μέρος στην Αντίσταση κατά των κατακτητών. Το 1948 εισήχθη στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, από όπου αποφοίτησε το 1954. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε τη Μελίνα Πλακωτάρη. Το 1956 έφυγε για τη Φλώριντα, όπου διέμεινε μέχρι το 1958. Στη συνέχεια ολοκλήρωσε τις σπουδές του φοιτώντας επί δύο έτη στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Φλωρεντίας. Ταξίδεψε σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις. Το 1972 εγκαταστάθηκε για πάντα στην Ελλάδα, στη Μαγνησία. Επί εικοσαετία διέμενε στους Αγίους Θεοδώρους και στη συνέχεια στο Βόλο. Πέθανε το 2000, στις 4 Αυγούστου, στην Κάτω Γατζέα Μαγνησίας.


Ν. Γάδα, , λάδι σε μουσαμά, 30Χ40εκ
Αθόρυβος και ακάματος, σμίλευε με όλο και μεγαλύτερη απλότητα τις συνθέσεις του, κερδίζοντας σε περιεκτικότητα. Η αμεσότητα και η ειλικρίνεια χαρακτηρίζουν το έργο του, προσδίδοντάς του τη δύναμη να μιλάει στο βλέμμα και την καρδιά του θεατή. Ο ίδιος έλεγε: «…πιστεύω πολύ στην αφαίρεση που για μένα είναι μια κατάκτηση κάτι σαν το λακωνικό λόγο. Η προέκταση όμως της αφαίρεσης πέρα από κάποια όρια μας οδηγεί στο μηδέν κι εγώ τις αγαπώ τις ανθρώπινες μορφές, έτσι που η αφαίρεση για μένα είναι μέσο να τις εκφράσω καλύτερα κι όχι να τις αφανίσω…»

Θ. Χρήστου. Ευγένιος Γιαννούλης ο Αιτωλός,
Ακρυλικό σε χαρτόνι 18Χ13εκ
Το 2002 η Ακαδημία Αθηνών τον τίμησε για το ήθος του ως καλλιτέχνη της επαρχίας. Την ίδια χρονιά έγινε μεγάλη αναδρομική έκθεση έργων του στην Αγριά Βόλου. Η έκθεση αυτή επαναλήφθηκε το 2007 στο Πράτο της Ιταλίας.

Το 2008 πραγματοποιήθηκε επίσης μεγάλη έκθεση των έργων του από τη Δημοτική Πινακοθήκη Καρδίτσας, με τη συνδρομή της συζύγου του. Με αυτήν την αφορμή, η Πινακοθήκη προχώρησε στην έκδοση ενός καλαίσθητου και πολύ κατατοπιστικού εντύπου σχετικά με τον καλλιτέχνη και το έργο του, από όπου προέρχονται και οι πληροφορίες μας.
[Επιμέλεια: Βικτωρία Κουτσουπιά, Ι.Μ.Ε.Τ.-artem.gr] 

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2011

Άρθρο: Θαλασσινές περιπλανήσεις


Θ. Χρήστου, Λάδι σε μουσαμα,
30χ40εκ
Με  μια ατομική έκθεση ζωγραφικής που έχει θέμα τη θάλασσα επέλεξε το Φεστιβάλ Μεγάρου Γκύζη  στη Σαντορίνη να ξεκινήσει τις εκδηλώσεις για το 2011. 

Θ. Χρήστου, Λάδι σε μουσαμα,
30χ40εκ
Ο ζωγράφος  Βαγγέλης Τζερμιάς παρουσιάζει τη νέα του δουλειά με τίτλο “Θαλασσινές Περιπλανήσεις”
«Το μπλε της θάλασσας, η ένταση που αποπνέει η κίνηση των πλοίων στον αφρό και η μάχη των καταρτιών με τον άνεμο, αξιοποιούνται αλληγορικά και λειτουργούν με ποιητική διάθεση στα ζωγραφικά έργα του Βαγγέλη Τζερμιά, δίνοντας στο παραδοσιακό θέμα της θαλασσογραφίας νέα πνοή με έντονη εξπρεσιονιστική διάθεση».
Θ. Χρήστου, Λάδι σε μουσαμα,
30χ40εκ
Ο Βαγγέλης Τζερμιάς, αριστούχος της  Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Αθήνας, έχει ήδη στο ενεργητικό του πάμπολλες  ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, ενώ  τα έργα του συμπεριλαμβάνονται σε πολύ σημαντικές συλλογές.

Τόπος έκθεσης: Πνευματικό Κέντρο Μέγαρο Γκύζη, Σαντορίνη

Διάρκεια  έκθεσης: 1-23 Αυγούστου 2011
[artem.gr]

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011

Νικηφόρος Λύτρας (1832 – 1904)


Από τους μεγαλύτερους Έλληνες ζωγράφους και δασκάλους της ζωγραφικής.

Θ. Χρηστου, λαδι σε μουσαμα, 70χ90εκ.
Γιος λαϊκού μαρμαρογλύπτη, πήγε στην Αθήνα σε ηλικία δεκαοκτώ ετών μαζί με τον πατέρα του και γράφτηκε στο Σχολείο των Τεχνών (μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών). Σπούδασε ζωγραφική με δασκάλους τους αδερφούς Φίλιππο και Γεώργιο Μαργαρίτη, τον Αγαθάγγελο Τριανταφύλλου, τον Ιταλό Ραφαέλο Τσεκκόλι (Raffaelo Ceccoli) και το Γερμανό διευθυντή της Σχολής, Λουδοβίκο Θείρσιο (Ludwig Thiersch), ο οποίος τον πήρε υπό την ιδιαίτερη προστασία του. Αποφοίτησε το 1856 και στη συνέχεια προσελήφθη ως δάσκαλος στη Σχολή. Το 1860, με υποτροφία του βασιλιά Όθωνα, πήγε στο Μόναχο για να σπουδάσει στη Βασιλική Ακαδημία των Καλών Τεχνών, όπου την εποχή εκείνη αναβίωνε ο αρχαίος κλασικισμός. Δάσκαλός του ήταν ο Καρλ φον Πιλότυ (Karl von Piloty), εκπρόσωπος της ιστορικής ρεαλιστικής ζωγραφικής στη Γερμανία.


Το 1862, όταν ο βασιλιάς Όθων εκδιώχτηκε από την Ελλάδα, το κράτος διέκοψε την υποτροφία. Ευτυχώς ο ευπατρίδης Σ. Σίνας ανέλαβε τα έξοδα των σπουδών του, που τελείωσαν το καλοκαίρι του 1865. Λίγο πριν αναχωρήσει ο Λύτρας, υποδέχτηκε τον συντοπίτη του Νικόλαο Γύζη, που ήλθε για να σπουδάσει και αυτός κοντά στον Πιλότυ.

Θ. Χρηστου, Προσωπογραφία
"Χρήστος Κουτσουπιας, Αγραφιώτης",
λαδι σε μουσαμα, 60χ80εκ.
Επιστρέφοντας στην Αθήνα, διορίστηκε στο Σχολείο Καλών Τεχνών, στην έδρα της Ζωγραφικής. Από τη θέση αυτή, όπου υπηρέτησε επί 38 χρόνια (1866-1904), έθεσε τα θεμέλια για την ανάπτυξη της σύγχρονης ελληνικής ζωγραφικής και την διαμόρφωση της διδασκαλίας των Καλών Τεχνών στην Ελλάδα. Προέτρεπε πάντα τους μαθητές του να είναι ανοιχτοί στις νέες τάσεις και έλεγε πως «Η αγάπη προς το ωραίον είναι η γέφυρα μεταξύ Θεού και ανθρώπου». Οι σημαντικότεροι καλλιτέχνες της νεότερης Ελλάδας υπήρξαν μαθητές του. Μεταξύ αυτών ο Γεώργιος Ιακωβίδης, ο Πολυχρόνης Λεμπέσης, ο Περικλής Πανταζής, ο Γεώργιος Ροϊλός, ο Νικόλαος Βώκος κ.α..

Το 1879 παντρεύτηκε την Ειρήνη Κυριακίδη, κόρη εμπόρου από τη Σμύρνη. Από το γάμο αυτό γεννήθηκαν έξι παιδιά: ο Αντώνιος, ο Νικόλαος, ο Όθων, ο Περικλής, ο Λύσανδρος και η Χρυσαυγή. Ο γιος του Νικόλαος έγινε κι αυτός ζωγράφος με πολύ σημαντικό έργο.

Σ. Μηλιάδης,
λάδι σε μουσαμα, 50χ70εκ.
Στο διάστημα της  μαθητείας του στο Μόναχο, ο Λύτρας αντλούσε θέματα από την ελληνική μυθολογία και την ιστορία. Χαρακτηριστικά έργα εκείνης της περιόδου είναι Η Αντιγόνη εμπρός στο νεκρό Πολυνείκη, Ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, Η Πηνελόπη διαλύει τον ιστό της. Δεν ήταν μόνο ο ιστορικός ρεαλισμός του Πιλότυ που επιδρούσε στη θεματολογία του. Ήταν κυρίως το αίτημα για την απόδειξη της ιστορικής συνέχειας των Ελλήνων.

Με την επιστροφή  του στην Ελλάδα οι προσωπογραφίες κυριάρχησαν στη ζωγραφική του δραστηριότητα. Καταξιωμένος από νωρίς στους αθηναϊκούς καλλιτεχνικούς κύκλους, φιλοτέχνησε ολόσωμα πορτρέτα μελών οικογενειών επιφανών Αθηναίων και διευθυντών της Εθνικής Τράπεζας. Βέβαια,  οι βιοτικές ανάγκες ήταν που υποχρέωσαν τον Νικηφόρο Λύτρα να ζωγραφίζει προσωπογραφίες. Έτσι, μολονότι είναι αριστουργηματικές, δεν ήταν αυτές στις οποίες ο Λύτρας έκλεινε μέσα τη ψυχή του.

Κάποια ταξίδια στη Σμύρνη και τη Μικρά Ασία, στο Μόναχο, στο Παρίσι, και την Αίγυπτο, παρέα με τον Ν. Γύζη, εμπλούτισαν με νέες παραστάσεις τη θεματολογία του, όπως συμπεραίνει κανείς από τους φελάχες και τα αραπάκια που συμπεριλαμβάνει στις δημιουργίες του (ο Χρήστος ο Αράπης, 1873).

Χατζης,
λάδι σε μουσαμα, 41χ51εκ.
Ωστόσο, το καλλιτεχνικό χάρισμα του Νικηφόρου Λύτρα βρήκε την πληρότητά του στους ηθογραφικούς του πίνακες. (Ψαριανό μοιρολόι, Παιδί που στρίβει τσιγάρο, Η αναμονή, Ο κακός έγγονος, Η κλεμμένη, Μετά την πειρατείαν, Η αρραβωνιασμένη, Το λιβάνισμα, Η ορφανή, Τα άνθη του επιταφίου, Ο όρθρος, Ο γαλατάς, Το φίλημα, Το αυγό του Πάσχα, Ο μάγκας). Οι εκπληκτικές πράγματι συνθέσεις του από τη ζωή στο χωριό και την πόλη, γεμάτες ειλικρίνεια και απλότητα, διασώζουν γραφικά έθιμα του λαού και χαρούμενα στιγμιότυπα της ελληνικής οικογένειας (Τα κάλαντα), που σήμερα έχουν εκλείψει.

Στα έργα των τελευταίων του χρόνων κυριαρχούν οι ασκητικές και μαυροντυμένες υπάρξεις με κέρινα πρόσωπα, που εκφράζουν τη μελαγχολία των γηρατειών και μηνύματα θανάτου. Πέθανε το καλοκαίρι του 1904, σε ηλικία 72 ετών, μετά από σύντομη ασθένεια, πιθανότατα δηλητηρίαση από χημικές ουσίες χρωμάτων. Την έδρα του στο Σχολείο Καλών Τεχνών ανέλαβε ο μαθητής του Γεώργιος Ιακωβίδης.
[Επιμέλεια: Αντ. Κουτσουπιάς, Δ/ντης ΙΜΕΤ-artem.gr]

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2011

Γεώργιος Ιακωβίδης (1853 – 1932)

Διακεκριμένος Έλληνας ζωγράφος και ακαδημαϊκός. Γεννήθηκε το 1853 στα Χίδηρα της Λέσβου. 
Θ. Χρήστου, λάδι σε μουσαμα, 50χ70εκ.
Σε ηλικία 13 ετών, το 1866 πήγε στην Σμύρνη για να φοιτήσει στην Ευαγγελική Σχολή, ενώ παράλληλα εργαζόταν, με ιδιαίτερη επίδοση στην ξυλογλυπτική. Την κηδεμονία του εκεί είχε αναλάβει κάποιος θείος του, πρακτικός αρχιτέκτονας, ο οποίος το 1868 μετοίκησε στη Μενεμένη. 


Λ. Γεραλής, Λάδι σε μουσαμά, 40Χ50εκ.
Δυο χρόνια αργότερα, με την προτροπή και την οικονομική βοήθεια ενός ξυλέμπορου συνεργάτη του θείου του, του Μιχαήλ Χατζηλουκά, αποφάσισε να σπουδάσει γλυπτική στην Αθήνα. Έτσι, το 1870 εγγράφηκε στο Σχολείο των Τεχνών, όπου σπούδασε κοντά στο γνωστό ζωγράφο Νικηφόρο Λύτρα και στο γλύπτη Λεωνίδα Δρόση. Αποφοίτησε με άριστα τον Μάρτιο του 1877, ενώ είχε ήδη αρχίσει να διακρίνεται το ζωγραφικό του ταλέντο. 

Σ. Βαλή, λάδι σε ξύλο, 20Χ20εκ.

Το Νοέμβριο του 1877 έλαβε υποτροφία από το ελληνικό κράτος και αναχώρησε για το Μόναχο, όπου συνέχισε τις σπουδές του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών. Δάσκαλοί του εκεί ήταν ο Λούντβιχ φον Λεφτς (Ludwig νοn Löfftz), ο Βίλχελμ φον Λίντενσμιτ (Wilhelm νοn Lindenschmidt) και ο Γκάμπριελ φον Μαξ (Gabriel νοn Max). Το 1883 αποφοίτησε. Έχοντας όμως ήδη από το 1878 δημιουργήσει εκεί στο Μόναχο δικό του εργαστήριο και σχολή ζωγραφικής θηλέων, έγινε ευρύτατα γνωστός και αγαπητός. Οι διακρίσεις άρχισαν να διαδέχονται η μία την άλλη: «Χρυσούν μετάλλιον» στην Αθήνα το 1888, ιδιαίτερο βραβείο των Παρισίων το1889, «Βραβείο τιμής» στην Βρέμη το 1890, «Χρυσούν μετάλλιον» του Βερολίνου το 1891, «Χρυσούν μετάλλιον» του Μονάχου το 1893, «Οικονόμειον 

Θ. Χρήστου, λάδι σε μουσαμα, 50χ70εκ.
βραβείον» στην Τεργέστη το 1895, βραβείο Βαρκελώνης το 1898 και χρυσό μετάλλιο στο Παρίσι το 1900.

Το 1900 ιδρύθηκε η Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας. Η ελληνική κυβέρνηση κάλεσε τον Ιακωβίδη να επιστρέψει στην Ελλάδα και  να  αναλάβει τη διεύθυνση. Επίσης, μετά τον θάνατο του δασκάλου του Νικηφόρου Λύτρα το 1904, διορίστηκε ως άμισθος καθηγητής ελαιογραφίας στην Σχολή Καλών Τεχνών. Την ίδια περίοδο, ο Ιακωβίδης, ως αγαπημένος φίλος του φιλότεχνου πρίγκηπα Nικολάου, ήταν και ο προσωπογράφος της βασιλικής οικογένειας. Το 1910, με βασιλικό διάταγμα, του ανατέθηκε η διεύθυνση της Σχολής Καλών Τεχνών και το 1914 τιμάται με το Αριστείον των Γραμμάτων και Τεχνών. Το 1918 στη διεύθυνση της Εθνικής Πινακοθήκης τον αντικατέστησε ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Το 1926 ορίστηκε ως ένα από τα τριάντα οκτώ μέλη της νεοσυσταθείσας Ακαδημίας Αθηνών. Το 1930 αποχώρησε και από την διεύθυνση της Ανωτάτης, πλέον Σχολής Καλών Τεχνών, με τον τίτλο του «επιτίμου διευθυντού». 
Πέθανε το 1932, λίγο καιρό πριν κλείσει τα ογδόντα του στην Αθήνα.

Τα έργα του Ιακωβίδη, ζωντανά και γεμάτα ελληνικό φως, χαρακτηρίζονται από τη θεατρικότητα και την αυστηρότητα του γερμανικού ακαδημαϊκού νατουραλισμού της λεγόμενης «Σχολής του Μονάχου». Στα χρόνια της παραμονής του στη Γερμανία, τα θέματα του ήταν κυρίως σκηνές της καθημερινής ζωής, συνθέσεις με παιδιά, εσωτερικά σπιτιών, νεκρές φύσεις, λουλούδια και άλλα. Το γεγονός ότι το 1889 πέθανε η σύζυγός του, λέγεται πως επέδρασε στην αλλαγή της θεματολογίας του. Τα χαρούμενα παιδικά θέματα  αντικαταστάθηκαν από τα πορτραίτα –ιδίως μετά την επιστροφή στην Ελλάδα- τα οποία τον κατέστησαν ως έναν από τους πιο σπουδαίους Έλληνες προσωπογράφους.   
Έχει αφήσει περί τους 200 ελαιογραφικούς πίνακες, που σώζονται σε μουσεία της Ευρώπης και Αμερικής, στη Πινακοθήκη Αθηνών και σε διάφορες ιδιωτικές συλλογές. Τα πλέον γνωστά έργα του είναι η «Παιδική συναυλία» (Πινακοθήκη Αθηνών), ο «Παιδικός καυγάς», ο «κακός εγγονός», το «Σκουλαρίκι», ο «Πάππος και εγγονός», τα «Πρώτα βήματα», η «Μητρική στοργή», το «Κτένισμα της εγγονής», η «Κρέουσα» κ.ά.
[Επιμέλεια: Βικτωρία Κουτσουπιά, Ι.Μ.Ε.Τ.-artem.gr]