Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Έλληνες Ζωγράφοι: Γεώργιος Μούγιος (1906-1986)

  
Παθητική και σιωπηρή στάση των καλλιτεχνών μαρτυρά ψυχική και ηθική κατάπτωση…

Ο Γ.  Μούγιος γεννήθηκε στην Πάτρα το 1906  και πέθανε στην Αθήνα το 1986.  Μαθήτευσε  κοντά στους Γ. Ιακωβίδη, Γ. Ροιλό, Δ. Γερανιώτη και Σ. Βικάτο. 
Φοίτησε για ένα χρόνο στην Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Η δουλειά του χαρακτηρίζεται από τη διαρκή αλλαγή ύφους. Τα έργα του είναι κατά κύριο λόγο  συνθέσεις με ανθρώπινες μορφές, που τις απέδιδε ρεαλιστικά, αξιοποιώντας παράλληλα εξπρεσιονιστικά στοιχεία, αλλά και έργα με σουρεαλιστικό περιεχόμενο, εμπνευσμένα από τη σύγχρονη ιστορία. 

Ο ζωγράφος Γεώργιος Μούγιος καταθέτει τις απόψεις του για την τέχνη: 
«Αφήνω πάντα την  ψυχή μου να οδηγήσει το χέρι μου και το χρωστήρα μου. Και έχω εμπιστοσύνη στον οδηγό αυτόν, γιατί μέχρι τώρα δεν με έχει γελάσει. Το αίσθημα παίζει για μένα τον καθοριστικότερο και τον μεγαλύτερο ρόλο σε κάθε καλλιτεχνική μου δημιουργία.
Πάνω από όλα με ενδιαφέρει πάντα και πρώτα ο άνθρωπος. Οι συγκινήσεις του και  οι λύπες του. 

Τέχνη είναι να δείξει ο καλλιτέχνης  στον κόσμο, σε στιγμές σημαντικές, το χρέος του. Να δείξει στον κόσμο πως δεν χάθηκαν και δεν ισοπεδώθηκαν οι μεγάλες ηθικές αξίες. Πως δεν έπαψε να υπάρχει προοπτική παρηγοριάς και ορίζοντας του μέλλοντος.
Πιστεύω στη πάλη και στον αγώνα που φέρνουν τη λύτρωση. Πάλεψα με τη ζωή για να κατορθώσω κάτι. Και στο καλλιτεχνικό μου έργο, άνθρωποι και ζωή βρίσκονται σε έναν  αδιάκοπο αγώνα. Η πάλη δείχνει σαν συνισταμένη το νόημα όλου του έργου μου και της ζωής μου.
Οι καλλιτέχνες με το έργο τους, το λόγο και τις πράξεις τους, οφείλουν να οδηγούν τους συνανθρώπους τους στη δημιουργική ανάταση.
Παθητική και σιωπηρή στάση των καλλιτεχνών μαρτυρά  ψυχική και ηθική κατάπτωση.  Οι καλλιτέχνες που έχουν κλειστεί στον εαυτό τους, δεν μιλούν παρά μονάχα σε μερικούς «μιλημένους». 
Οι αληθινoί καλλιτέχνες παραστέκονται πρώτοι στους δίκαιους  λαϊκούς αγώνες  αλλά και στο πάσχοντα  συνάνθρωπο τους ξεχωριστά. Δεν αποτυπώνουν στον καμβά αυτά που συμβαίνουν στην εποχή τους, αλλά κυρίως επηρεάζουν την εποχή τους…»

(Αθήνα  1980, από το  αρχείο Ι.Μ.Ε.Τ.) 
[Επιμέλεια: Μιχάλης Δ. Κουτσουπιάς]


Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Έλληνες Ζωγράφοι: Γιάννης Ξηρόκωστας

Ο Τζον Ξέρον ή Γιάννης Ξηρόκωστας (1890–1967) ήταν Ελληνοαμερικανός ζωγράφος.
Γεννήθηκε στον Ίσαρη Αρκαδίας, όπου τέλειωσε το δημοτικό και το Σχολαρχείο. Από μικρός έδειξε το πάθος του για τη ζωγραφική. Στους τοίχους του σπιτιού του συνήθιζε να ζωγραφίζει ήρωες του '21. Ο συμμαθητής του Γρ. Καραλής θυμόταν πως όταν ήταν μικρό παιδάκι έλιωνε μούρα που μάζευε στους αγρούς για να τα χρησιμοποιεί ως χρώματα ζωγραφικής.
Το 1904 μετανάστευσε στο Πίτσμπουργκ των ΗΠΑ για βιοποριστικούς λόγους. Η σκληρή δουλειά του βιοπαλαιστή μετανάστη δεν μείωσε το πάθος του για την τέχνη. Αφού εργάστηκε 6 χρόνια στο Πίτσμπουργκ, την Ινδιανάπολη και τη Νέα Υόρκη ως λούστρος, πωλητής και καθαριστής, μετακόμισε στην Ουάσιγκτον, όπου άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα τέχνης στη Σχολή Καλών Τεχνών Κόρκοραν. Τα μαθήματα αυτά, όπως είναι φυσικό για την εποχή εκείνη, επικεντρώνονταν στην παραδοσιακή ακαδημαϊκή τέχνη. Η πρώτη του επαφή με την μοντέρνα τέχνη θα έρθει λίγα χρόνια αργότερα, το 1916, σε μια έκθεση που οργανώθηκε από συμφοιτητές του. Τα επίπεδα χρώματα των έργων και η εκφραστική τους παραμόρφωση έκαναν μεγάλη εντύπωση στον Ξέρον.
Το 1920 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη και έγινε φίλος με άλλους καλλιτέχνες του μοντέρνου ρεύματος όπως ο Αβραάμ Γουόλκοβιτς και ο Γιοακίν Τόρες-Γκαρσία. Μελέτησε, όσο μπορούσε, τις νέες τάσεις και συμμετείχε σε συλλογικές εκθέσεις το 1921 και το 1922.
Αναμνηστική πινακίδα στην είσοδο του σπιτιού
του Γιάννη Ξηρόκωστα στον Ίσαρη Αρκαδίας
Το 1927 μετακομίζει στο Παρίσι και βρίσκεται πλέον στην καρδιά της πρωτοπορίας στην τέχνη. Στέλνει ανταποκρίσεις ως κριτικός τέχνης σε διάφορα αμερικανικά έντυπα. Τα άρθρα του φανερώνουν την βαθιά κατανόηση της μοντέρνας τέχνης, τα δε έργα του της ίδιας περιόδου αποκαλύπτουν τη μετάβαση από την κλασσική φόρμα, που τα πρώτα του χρόνια ακολουθούσε, σε νέες, πρωτοποριακές εκφράσεις του ταλέντου του. Το 1931 κάνει την πρώτη του ατομική έκθεση στη «Galèrie de France» με έργα επηρεασμένα από τον κυβισμό και την αφηρημένη τέχνη.
Το 1935 και το 1937 κάνει δυο εκθέσεις στη Νέα Υόρκη και το 1938 επιστρέφει στις ΗΠΑ οριστικά. Ο κύκλος των Αμερικανών ζωγράφων της αφηρημένης τέχνης τον υποδέχεται πλέον ως καταξιωμένο καλλιτέχνη του Παρισιού. Του αναθέτουν την εκτέλεση μιας τοιχογραφίας με αφηρημένο θέμα στο παρεκκλήσι των φυλακών της Νέας Υόρκης στη νήσο Ράικερ. Από το 1939 ξεκινάει η συνεργασία του με το Μουσείο Γκούγκενχαϊμ που θα διαρκέσει μέχρι τον θάνατό του το 1967. Τα έργα των επόμενων δεκαετιών παραλληλίζονται με τα έργα του Καντίνσκι. Οι δημιουργίες του χαρακτηρίζονται από συγκοπτόμενους ρυθμούς και μια αυστηρή γεωμετρία. Τα χρώματα και η δομή οδηγούν στην καθαρότητα του κονστρουκτιβισμού. Η γεωμετρική οργάνωση του πεδίου και τα καθαρά χρώματα θα γίνουν το σήμα κατατεθέν του.
Το καλοκαίρι του 1966 διοργανώθηκε από το Υπουργείο Παιδείας και το Μουσείο Γκούγκενχαϊμ μια έκθεσή του στο Ζάππειο και δυο από τα έργα του αγοράστηκαν από την Εθνική Πινακοθήκη. Το Ελληνικό κράτος τον τίμησε με ανώτατο παράσημο για την προσφορά του στην τέχνη. 
Πηγές Κυριακόπουλος, Biography at ART TOPOS, Βικιπαίδεια.