Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Κουνέλης - Μυταράς: Μια τεράστια διπλή απώλεια σ' ένα βράδυ


Τον Γιάννη Κουνέλη δεν δέχτηκε ποτέ η Σχολή Καλών Τεχνών και τον Δημήτρη Μυταρά τον διέγραψε η Ακαδημία Αθηνών. Κι οι οι δυο μεγαλούργησαν.


Τι κι αν ήταν κοινό μυστικό τα τεράστια προβλήματα που αντιμετώπιζε με την όρασή του όπως επίσης και το ότι η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινωθεί τα τελευταία χρόνια; Η είδηση της απώλειας του κορυφαίου σύγχρονου ζωγράφου Δημήτρηεν αιθρία χθες βράδυ - ίσως διότι τέτοιες μορφές θέλει να νιώθει κανείς ότι έχουν πάρει «εισιτήριο» για την αιωνιότητα. Κι αν αυτό συνέβη με τον  Δημήτρη Μυταρά, η περίπτωση της απώλειας του Γιάννη Κουνέλη - καθώς υπήρξε το πρώτο μούδιασμα - που κυκλοφόρησε λίγη ώρα αργότερα έμοιαζε, το λιγότερο, με κακόγουστο αστείο. Κι όμως, στα δημοσιεύματα ιταλικών μέσων ενημέρωσης δεν χωρούσε αμφισβήτηση: Το ίδιο βράδυ θα μετρούσε δυο απώλειες: Τόσο του δασκάλου κι ΄Ελληνα θρύλου του εξπρεσιονισμού, Δημήτρη Μυταρά, όσο και του σπουδαίου διεθνή καλλιτέχνη, Γιάννη Κουνέλη, για τον οποίο είχε γραφτεί, μεταξύ άλλων, ένα  αφιέρωμα στου New York Times  (Οκτώβριος 2016) με τίτλο: «Η πνευματικότητα του Γιάννη Κουνέλη». («The spirituality of Jannis Kounellis»). 

Γιάννης Κουνέλης: Η Ελλάδα είναι μεγάλη έλξη. Ίσως και μια πληγή

 «Ο πρώτος στον οποίο άρχισα να χρωστάω είναι ο Βαν Γκογκ και δεν τον έχω ξεπληρώσει ακόμα», ανέφερε σε μια κουβέντα του στο Παρίσι της δεκαετίας του '80 ο Γιάννης Κουνέλης. Πράγματι, στην εφηβική του ηλικία (τότε που η οικογένειά του μετακόμισε από την Καστέλλα στον Κορυδαλλό), ο παιδικός του φίλος και μετέπειτα αρχαιολόγος, Γιάννης Σακελλαράκης, τον θυμόταν να κάνει ατελείωτες συζητήσεις για τον Βαν Γκογκ. «Τον δαιμόνιζε η μοναχικότητα και το αγωνιώδες του ζωγράφου». Τη μεγάλη αγάπη του για την τέχνη είχαν αγνοήσει οι μεγάλοι της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών που, παρά τις προσπάθειές του, δεν τον δέχτηκαν ποτέ στη σχολή. Λίγο αργότερα αφήνει την Ελλάδα κι εγκαθίσταται στη Ρώμη με την πρώτη του γυναίκα, Εφη. Ορκίζεται να μη μιλήσει ελληνικά. Θα κάνει να ξαναδεί την Ελλάδα 20 χρόνια όταν η σχέση του μαζί της θα έχει «γλυκάνει». Από την πρώτη του κιόλας έκθεση στην Galleria della Tartagura της Ρώμης σε ηλικία 24 ετών, ο Κουνέλης θα μπει δυναμικά στο ρεύμα της ιταλικής τέχνης κάτι σπάνιο να συμβεί στα εικαστικά πράγματα της χώρας. Ακολουθεί μια μεγάλη πορεία: Από τις πρωτεύουσες και τα σημαντικότερα κέντρα τέχνης της Ευρώπης ως το Σικάγο και τη Μόσχα.

 Από τις αρχές του 1960 ο Κουνέλης κάνει δυναμική εμφάνιση στο χώρο της σύγχρονης τέχνης και καταγράφεται ως ο πατριάρχης της Arte Povera χρησιμοποιώντας υλικά όπως σίδερο, κάρβουνο, φωτιά, ξύλο, πέτρα κ.ά. κι αναδεικνύοντας μέσα από τις επίτοιχες κατασκευές και εγκαταστάσεις του την πρωτογενή ποιητική φύση των πραγμάτων και το πολιτικό-πολιτισμικό τους βάθος.
Κι η αντίληψη του Κουνέλη για το θέατρο θα αναπτυχθεί με δυναμικές συνεργασίες με σπουδαίους σκηνοθέτες του θεάτρου και της όπερας όπως ο Κάρλο Κουαρτούτσι, ο Θόδωρος Τερζόπουλος, ο Χάινερ Μίλερ κ.α. 
«Εχει χιούμορ κι αυτοσαρκασμό. Αντιλαμβάνεται τις λεπτομέρειες σε κλάσματα δευτερολέπτου. Είναι επίσης γενναιόδωρος, Δεν τον απασχολούν μικροπράγματα. Δεν θα νοιαστεί αν κάποιος κλέβει τις ιδέες του ή τον μιμείται. Εχει μια σιγουριά για τη δουλειά του κι αισθάνεται ελεύθερος. Είναι τρυφερός και προσιτός. Μπορεί, όμως, να γίνει απαιτητικός και σκληρός», είχαν πει δικοί του άνθρωποι στον Γιώργο Καρουζάκη και το www.karouzo.com

Τι ήταν γι αυτόν η Ελλάδα; Είχε απαντήσει στο Βήμα:
«Είναι μεγάλη έλξη. Ίσως και μια πληγή, με κατάληξη όμως θετική. Στην Ελλάδα, όταν ήμουν μικρός, είδα και τρομακτικά πράγματα που δεν εμπνέουν έναν νέο. Τον πόλεμο, τον Εμφύλιο… Η Ελλάδα μου έδωσε τον φόβο. Εγώ, όμως, τον εκμεταλλεύομαι τον φόβο. Την αξία του. Ο φόβος είναι σαν τον πηλό. Και πρέπει να τον πλάσεις. Είναι η αρχή κάθε παραγωγικής ιδέας. Σου εντείνει τη διάθεση να τον μεταλλάξεις και στο τέλος μπορείς να φτιάξεις το καινούργιο. Και ίσως οι άλλοι έχουν ανάγκη από τον μεταπλασμένο φόβο, και μάλιστα δοσμένο από κάποιον που έχει φοβηθεί. Μήπως οι μαύρες εικόνες του Γκόγια δεν είναι ο πλασμένος φόβος που γίνεται γλώσσα και στη συνέχεια ελευθερία;».
Ο Γιάννης Κουνέλης πίστευε στους ανθρώπους και τους αγαπούσε πάρα πολύ, και αυτό ήταν το βασικό του κίνητρο, η βασική του φιλοσοφία. Θλιβόταν με όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. «Είμαι μακριά» δήλωνε. «Βλέπω το κακό που συμβαίνει εκεί από την τηλεόραση. Και αυτό με πικραίνει»....

Δημήτρης Μυταράς: Ο δάσκαλος και η κληρονομιά του
Ο χαρισματικός δημιουργός και παθιασμένος δάσκαλος που γνώρισε φήμη και καταξίωση στον οποίο έμελλε να «αναμετρηθεί» τα τελευταία χρόνια της ζωής του με σοβαρά προβλήματα στην όραση, σπούδασε ζωγραφική στη Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (1953-1958) έχοντας καθηγητές τον Γιάννη Μόραλη και τον Σπύρο Παπαλουκά.
Από το Παρίσι που πήγε στη συνέχεια για να σπουδάσει σκηνογραφία καθώς και εσωτερική διακόσμηση με υποτροφία του ΙΚΥ «γεννήθηκαν» οι τοιχογραφίες στο Astir Palace της Βουλιαγμένης αλλά και τα σκηνικά πολλών παραστάσεων έργων κλασσικών και άλλων δραματουργών. 
Διετέλεσε καθηγητής της ΑΣΚΤ από το 1975 και πρύτανης από το 1982 έως το 1985, όπου εκπαίδευσε μεγάλο αριθμό σπουδαστών και συνεργάστηκε με καλλιτέχνες οι οποίοι και διοργάνωσαν τιμητική έκθεση στην καλλιτεχνική του πορεία το 2015, στο Μουσείο Μπενάκη.
Λίγο μετά την εκλογή του στην Ακαδημία Αθηνών άρχισε να γίνεται γνωστό ότι  ο μεγάλος ζωγράφος υπέφερε από μια σοβαρή οπτική νευροπάθεια και τελικώς του στέρησε την πολυτιμότερη των αισθήσεων για έναν ζωγράφο, την όραση. «Βλέπω μια κηλίδα», τον θυμάται να λέει ο ιστορικός τέχνης, Τάκης Μαυρωτάς (με τον οποίο συνεργάστηκε σε εκθέσεις) όταν ερχόταν κάποιος να τον επισκεφθεί. Λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε δεν μπορούσε να παρακολουθεί τις συνεδριάσεις της Ακαδημίας με αποτέλεσμα να διαγραφεί, κάτι που τον πίκρανε ιδιαίτερα και δεν δίστασε να μιλήσει γι' αυτό δημοσίως καυτηριάζοντας τη συγκεκριμένη επιλογή της Ακαδημίας. 

Το έργο του Δημήτρη Μυταρά παρουσιάστηκε σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Βραβεύτηκε για τη συμμετοχή του στην Έκθεση Νέων Ζωγράφων (Ζυγός, 1958) και στην Πανελλαδική Έκθεση Νέων (1961). Σε όλη του τη δημιουργία, η έμφαση στις εικαστικές ποιότητες φανερώνει τη βαθύτερη σχέση του με τις παραδοσιακές αξίες της ζωγραφικής.
«Καλύτερα να φωνάζεις παρά να ζωγραφίζεις» είχε πει, για να προσθέσει: «Βέβαια ο Γκόγια ήταν διαμαρτυρόμενος καλλιτέχνης. Αλλά ο Γκόγια δεν πέρασε για το μήνυμα, το μήνυμα χάθηκε, πέρασε για τη ζωγραφική του, επειδή ήταν καλός ζωγράφος. Υπήρχαν και άλλοι με μηνύματα αλλά η τέχνη τους ήταν λίγη». 
Ο μεγάλος ζωγράφος αφήνει παρακαταθήκη το Εργαστήρι Τέχνης  του οποίου κινητήριος δύναμη είναι η σύντροφός του Χαρίκλεια Μυταρά στη γενέτειρά του, την αγαπημένη του Χαλκίδα. 
[thetoc]

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Έλληνες Ζωγράφοι: Μποζίνης Στέργιος


Βεροιώτης γέννημα θρέμμα, αποφοίτησε το 1981 από το ΕΜΠ ως Μεταλλειολόγος. Εργάστηκε επί σειρά ετών σε ιδιωτικά λιγνιτωρυχεία. Σήμερα υπηρετεί ως Προϊστάμενος Τομεάρχης και αναπληρωτής Δ\ντής στο ορυχείο της ΔΕΗ στην Καρδιά Κοζάνης.
Τα ταλέντα του στη ζωγραφική και στη μουσική υπήρξαν έμφυτα. Ασχολείται με το τραγούδι και  με κάποια μουσικά όργανα, συμμετέχοντας σε τοπικά σχήματα έντεχνης και παραδοσιακής μουσικής σε ερασιτεχνικό επίπεδο. 
Στη ζωγραφική χαρακτηρίζεται επίσης αυτοδίδακτος. Τα μόνα μαθήματα σχεδίου που παρακολούθησε ήταν αυτά των νεανικών του χρόνων, ενώ ως φοιτητής ασχολήθηκε με την αφίσα και τη μακέτα. Παρ’ όλα αυτά, έχει επιτελέσει ένα τεράστιο – σε όγκο και σε ποιότητα- καλλιτεχνικό έργο. Οι πίνακές του, ιμπρεσιονιστικοί κατά βάση, συνίστανται σε υδατογραφίες και παστέλ. Αξιοποιούν έτσι τη δυνατότητα της αφαίρεσης και του διάφανου που δίνει η ακουαρέλα. Η θεματογραφία του είναι αποκλειστικά βιωματική. Αφορά πρόσωπα οικογενειακά, φίλους και  στιγμές από ταξίδια στην Ελλάδα και το εξωτερικό. 
Ο καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης Γιάννης Κολοκοτρώνης, παρατηρεί σ’ ένα κριτικό σημείωμα για τις υδατογραφίες του Μποζίνη: «…έρημα σοκάκια, πανοραμικά πλάνα της πόλης, ηθογραφικές σκηνές, χαρούμενοι άνθρωποι που βρίσκονται στην εξοχή, συμπυκνώνουν τη ροή της ζωής σε στιγμιότυπα…».
Ο Στέργιος Μποζίνης έχει λάβει μέρος σε τοπικές και πανελλαδικές εκθέσεις. Έργα του βρίσκονται στην κατοχή ιδιωτών και δημόσιων φορέων. Πολλά από αυτά αποτελούν δωρεές για φιλανθρωπικούς σκοπούς.    [Φώτης  Δ. Κουτσουπιάς ]

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Έλληνες Ζωγράφοι: Νίκος Σαχίνης

Ο ζωγράφος Νίκος Σαχίνης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1924. Οι αρχικές του  σπουδές ήταν  στις νομικές και οικονομικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα   ζωγραφικής κοντά στον Πολύκλειτο Ρέγκο και στη συνέχεια κοντά στον Αμερικανό ζωγράφο Ρόυ Μόγιερ (Roy Moyer). Το έτος 1970  εκλέχτηκε ομόφωνα καθηγητής του Ελεύθερου Σχεδίου και διευθυντής του Σπουδαστηρίου των Εικαστικών Τεχνών της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ασχολήθηκε επίσης με τη σκηνογραφία, την ενδυματολογία και την αισθητική του κινηματογράφου, την οποία και δίδαξε σε δραματικές σχολές της Θεσσαλονίκης και των Αθηνών.
Συνεργάστηκε ακόμη με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Τα τελευταία χρόνια ήταν πρόεδρος του “Συλλόγου Καλλιτεχνών Εικαστικών Τεχνών Βόρειας Ελλάδας”. Αξίζει να σημειωθούν οι συμμετοχές του στις Πανελλήνιες εκθέσεις (από το 1948) και στις εκθέσεις “12 Ζωγράφοι της Θεσσαλονίκης” (1975), “Εικόνες της Ελληνικής Τέχνης” (1978-79), “10 Ζωγράφοι της Αφαίρεσης” (1982), Α΄ Έκθεση του Συλλόγου Καλλιτεχνών Εικαστικών Τεχνών Βόρειας Ελλάδας, καθώς και η έκθεση “Νίκος Σαχίνης” στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο της Θεσσαλονίκης (1985).
 Ο Νίκος Σαχίνης ασχολήθηκε αρχικά με την τοπιογραφία και τις νεκρές φύσεις και στη συνέχεια (από το 1954) με τα θέματα της καθημερινής ζωής, σπίτια, σκηνές του γηπέδου, πλοία και άλλα ηθογραφικά θέματα. Από το  1960 και μετά  ασχολήθηκε την αφαίρεση και κυρίως στον αφηρημένο εξπρεσιονισμό. Έργα του: οι σειρές “Ιδιωτική περιοχή και περιβάλλον” (1962, 1964), “Ζωγραφική 72″ (1972), “Ερινύες” (1973-74), “Νεκρές φύσεις” (1975-79), “Νεκρή φύση-σύνθεση” (1970), “Άνδρας και πουλί” (1985) κ.ά.
Πηγή: paletaart.wordpress.com 
Επιμέλεια: Μιχάλης Δ. Κουτσουπιάς.

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Γιάννης Μιγάδης, ο ζωγράφος των πορτρέτων

Ανθρωπος γλυκός και στοργικός, ο Γιάννης Μιγάδης ήταν μια από τις πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις της ελληνικής ζωγραφικής. «Εφυγε» σε ηλικία 90 ετών την Κυριακή. Ταλαντούχος αλλά όχι ματαιόδοξος, θεωρούσε δικαίως τον εαυτό του συνδεδεμένο με μια ολόκληρη εποχή, καθώς συνοδοιπόρησε με σπουδαίες προσωπικότητες όπως ο Γιάννης Τσαρούχης και ο Κάρολος Κουν.

Γεννημένος στην Κρήτη, είχε αντλήσει εικόνες και μυρωδιές από το νησί του, ενώ ανδρώθηκε στην Αθήνα όπου ήρθε για σπουδές στην ΑΣΚΤ και μαθήτευσε κοντά στον Ουμβέρτο Αργυρό και τον Παρθένη, τον οποίον θαύμαζε. Η ζωή του άλλαξε πολύ μέσα από τις παρέες του. Στη Σχολή είχε τον Μόραλη, τον Μανουσάκη, την Καραγάτση. Η γνωριμία με τον Τσαρούχη τού διαμόρφωσε κυριολεκτικά την οπτική στην τέχνη όπως και η παραμονή του στο Παρίσι όπου σπούδασε σκηνογραφία. Η σχέση του με το θέατρο ξεκίνησε νωρίς και η συνεργασία του με τον Κουν υπήρξε καθοριστική, καθώς έκανε σκηνικά για το Εθνικό και το ΚΘΒΕ.

Πορτρέτα
Στη ζωγραφική καταπιάστηκε με μια σειρά από θέματα όπως τα τοπία, οι λουόμενοι σε παραλίες και οι νεκρές φύσεις, όμως καταξιώθηκε κυρίως ζωγραφίζοντας πορτρέτα. Οι πίνακές του ήταν συχνά ένας σχολιασμός για την αστική τάξη αν και έκανε πορτρέτα λαϊκών ανθρώπων. Ελεγε: «Το έναυσμα για τα πορτρέτα αυτά ήταν κάποιες παλαιές φωτογραφίες που βρήκα. Τις κοιτούσα και σκεφτόμουν, σχεδόν σοκαρισμένος, ότι όλοι αυτοί οι ευτυχείς, υγιείς, όμορφοι άνθρωποι, καλοντυμένοι δεν υπάρχουν πια. Αστοί, λαϊκοί, χωρικοί. Πάντα με απασχολούσε ο θάνατος, ακόμα και υπογείως». Οι τελευταίες του μεγάλες εκθέσεις είχαν γίνει το 2003 στην Ερμούπολη της Σύρου και το 2008 στο Μουσείο Μπενάκη της Κουμπάρη.

Οραμα και ορμή
Σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του που είχε παραχωρήσει στην «Κ» υπογράμμιζε: «Τη δεκαετία του ’60 είχαμε όραμα. Νιώθαμε ότι είχαμε την ορμή να κάνουμε πράγματα. Ομως ξέρετε η εποχή φτιάχνει τους ανθρώπους. Αν ήμουν σήμερα 35 χρονών, θα ήμουν εντελώς διαφορετικός. Τότε, όμως, στην περίοδο της νιότης μας, είχαμε σημαντικούς ανθρώπους δίπλα μας, τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη. Και τώρα υπάρχει ποιότητα και ταλέντο στους ανθρώπους, αλλά ψάχνονται. Δεν έχουν βρει τον δρόμο τους. Αλλωστε έχουν γαλουχηθεί σε μια εποχή αδιαφορίας και απληστίας. Τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε σούπερ μάρκετ και φαστφουντάδικα», συμπληρώνοντας: «Ηταν ωραία χρόνια. Καλλιτεχνικά και μποέμικα. Ξαφνικά κάτι έγινε. Αλλαξαν τα πάντα. Η συμπεριφορά των ανθρώπων, η κοινωνία, η οικονομία, η πολιτική. Κάποιες τάξεις “απελευθερώθηκαν”. Τίποτα δεν είναι πια ίδιο. Εχω αποστασιοποιηθεί. Ακόμα και στο θέατρο –που τόσο αγαπούσα– δεν πολυπηγαίνω».
Η κηδεία του θα γίνει αύριο, Τετάρτη, στις 12 το μεσημέρι στον Αγιο Διονύσιο της Σκουφά, ενώ θα ταφεί στην Κρήτη.
[kathimerini]

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Έλληνες Ζωγράφοι: Γιώργος Μπαδόλας

 Ο  ζωγράφος Γιώργος Μπαδόλας  γεννήθηκε και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Νάουσα. Ανήσυχος και δημιουργικός, φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών Θεσσαλονίκης.
     Με έμπνευση αστείρευτη αποτύπωνε στον καμβά ανησυχίες, εντυπώσεις, συγκινήσεις.  Τα χρώματα του πάθους (ιδιαίτερα το κόκκινο) και  τα χρώματα του ονείρου ήταν τα χαρακτηριστικά του, ιδιαίτερα όταν ως θέμα είχε τη γυναίκα.  Αλλά και με μια συνολική ματιά στο έργο του, διακρίνει κανείς ποικιλομορφία θεματική και χρωματική,  ανάλογα με τη χρονική  περίοδο που είναι φτιαγμένα.  
Οι φανατικοί θαυμαστές του έργου του είναι πολλοί. Άλλοι τόσοι  οι συνάδελφοι και οι φίλοι, που τον εκτίμησαν και τον αγάπησαν σαν άνθρωπο.
Πραγματοποίησε 70 ατομικές εκθέσεις. Το εικαστικό έργο που  άφησε είναι τεράστιο.  Και όπως συμβαίνει με τους μεγάλους καλλιτέχνες, αμέσως μετά το θάνατό του, όλα τα έργα του έγιναν περιζήτητα. Οι τιμές τους στο χρηματιστήριο της Τέχνης απογειώθηκαν. Συλλέκτες, φιλότεχνοι και μεγάλοι γκαλερίστες σπεύδουν να προσθέσουν στη συλλογή τους έργο ή έργα του πολυδιάστατου αυτού καλλιτέχνη.
Το Γιώργο Μπαδόλα θα τιμήσουν ο Δήμος Νάουσας και οι συμπατριώτες του Ναουσαίοι. Τον μεγάλο αυτό καλλιτέχνη, που εγκατέλειψε τις πετυχημένες οικογενειακές επιχειρήσεις και αφιερώθηκε στη Τέχνη. Και την υπηρέτησε με πάθος και αυταπάρνηση.
επιμ. Φώτης Κουτσουπιάς //  artem.gr]

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Έλληνες Ζωγράφοι: Διαμαντής Διαμαντόπουλος (1914-1995)






Ο Διαμαντής Διαμαντόπουλος γεννήθηκε το 1914 στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας. Αμέσως μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, το 1922, ήρθε με την οικογένειά του στην Αθήνα. 
Από μικρός έδειξε το ταλέντο του, όταν παρουσίασε τα πρώτα δείγματα της ζωγραφικής του.  Το 1929 δημοσίευσε σκίτσα του στο περιοδικό "Η Διάπλασις των Παίδων", με το ψευδώνυμο Ακάμας. Το 1930 στο "Ατελιέ" παρουσιάστηκαν τα πρώτα του έργα, ενώ τον επόμενο χρόνο εξέθεσε στο "Άσυλο Τέχνης". Από το 1931 ως το 1936 σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών, με δασκάλους τον Δημήτριο Μπισκίνη και τον Κωνσταντίνο Παρθένη. Προς το τέλος των σπουδών του, ταξίδεψε ανά την Ελλάδα, για να γνωρίσει τη βυζαντινή και τη λαϊκή τέχνη. Με σκοπό επίσης επιμορφωτικό επισκέφθηκε μουσεία και εκθέσεις στη Γαλλία και την Ιταλία.
  Από τα εφηβικά του χρόνια ήταν φίλος με τον συγγραφέα Τάσο Αθανασιάδη και τον ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη. Αργότερα ήρθε σε σύγκρουση με τον τελευταίο. Πίστευε ότι ο Τσαρούχης τον είχε «κλέψει», αν και τα έργα των δύο ζωγράφων διαφέρουν ως προς την θεματογραφία και την τεχνοτροπία.
  Το 1949 οργάνωσε μεγάλη ατομική έκθεση στην γκαλερί Ρόμβος. Το 1950 συνεργάστηκε ως καθηγητής τεχνικών στο «Ελληνικό Σπίτι» της Αγγελικής Χατζημιχάλη. Την ίδια χρονιά αποφάσισε να απομονωθεί στο σπίτι-ατελιέ του στην Δάφνη, για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στο έργο του. Παράλληλα, έπαψε να εκθέτει και να πουλάει έργα του, ως ένδειξη διαφωνίας στην εμπορευματοποίηση της τέχνης. 
  Το 1975, ο Ασαντούρ Μπαχαριάν τον έπεισε να ξαναγυρίσει στον κόσμο των εκθέσεων, να παρουσιάσει έργα του στο καλλιτεχνικό και πνευματικό κέντρο «Ώρα» στην Αθήνα, και να καταγράψει τις απόψεις του στο Χρονικό της «Ώρας». Η έκθεση αυτή τον έκανε και πάλι γνωστό στο ευρύ κοινό.  Έλαβε μέρος σε ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, όπως στη Διεθνή Έκθεση Πλαστικών Τεχνών το 1977 στο Βελιγράδι, στα Ευρωπάλια το 1982 στις Βρυξέλλες και στη Μπιεννάλε της Βενετίας την ίδια χρονιά, ενώ το 1978 η Εθνική Πινακοθήκη οργάνωσε αναδρομική παρουσίαση του έργου του. 
Πέθανε στην Αθήνα το 1995. Συνοδεύτηκε στο στερνό του ταξίδι από ελάχιστους φίλους. Η Ακαδημία Αθηνών τίμησε τον ζωγράφο με έκθεση τριάντα έργων του (2001). Το 2007 έγινε επίσης έκθεση έργων του Διαμαντόπουλου από τη συλλογή Πορταλάκη.
Εκπρόσωπος της ελληνοκεντρικής γενιάς του '30, ο Διαμαντόπουλος επηρεάστηκε από την παράδοση αλλά και από τα σύγχρονα ρεύματα και ιδιαίτερα τον κυβισμό. Επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στην ανθρώπινη μορφή του καθημερινού μόχθου, την παρουσιάζει με σχήματα αδρά, σχεδόν πρωτόγονα, με μια ξεχωριστή ποιητικότητα και μουσικότητα. Λόγω αυτής της ιδιαιτερότητας στο ύφος, ορισμένοι έλληνες τεχνοκριτικοί έφθασαν στο σημείο να συγκρίνουν τον Διαμαντόπουλο με σημαντικούς ζωγράφους όπως ο Πικάσσο, ο Κλέε κ.ά. Κι αν αυτή η σύγκριση θεωρείται υπερβολική, σίγουρα στον ελληνικό χώρο μπορεί κανείς να μιλά για την μοναδική «περίπτωση Διαμαντόπουλου».
[Μαρία-Ωραιοζήλη Κουτσουπιά, για το Ι.Μ.Ε.Τ. artem.gr]






Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Απεβίωσε ο «πολύμορφος καλλιτέχνης» Μάκης Βαρλάμης

Ο διακεκριμένος Έλληνας που ζούσε μόνιμα στην Αυστρία, ήταν ζωγράφος, γλύπτης, αρχιτέκτονας και παιδαγωγός. 
 Η τέχνη, ο πολιτισμός και η ελληνική Διασπορά θρηνούν για την απώλεια του διεθνώς γνωστού Έλληνα ζωγράφου, γλύπτη, αρχιτέκτονα και παιδαγωγού, Μάκη (Ευθύμη) Βαρλάμη, του «πολύμορφου καλλιτέχνη» όπως τον αποκαλούσαν, ο οποίος σε ηλικία 75 χρόνων και έπειτα από βαριά ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε τον τελευταίο καιρό, άφησε την τελευταία του πνοή στην Αυστρία, όπου ζούσε και δημιουργούσε εδώ και πάνω από μισό αιώνα.
«Με τον Μάκη Βαρλάμη η Κάτω Αυστρία χάνει έναν μεγάλο καλλιτέχνη διεθνούς κύρους, ο οποίος υπήρξε μία πολύπλευρα ταλαντούχος προσωπικότητα, που δώρησε πολλά και εμπλούτισε πολύμορφα τη χώρα μας», τονίζει σε σημερινό συλλυπητήριο τηλεγράφημά του ο Έρβιν Πρελ, κυβερνήτης του ομόσπονδου κρατιδίου της Κάτω Αυστρίας, όπου στην πόλη Σρεμς ο Μάκης Βαρλάμης διατηρούσε εδώ και δεκαετίες την έδρα των καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων του και είχε ιδρύσει εκεί το φημισμένο μουσείο του.
Όπως επισημαίνει ο κυβερνήτης της Κάτω Αυστρίας, «η ίδρυση και η διεύθυνση από τον Μάκη Βαρλάμη του Μουσείου Τέχνης Βάλντφιρτελ στη Σρεμς, αποτελεί μεγάλη προσφορά στον πολιτισμό της Κάτω Αυστρίας και ο ίδιος με την τέχνη και το ταμπεραμέντο του ήξερε να μας ανοίγει τα μάτια και τις αισθήσεις μας και να μας αγγίζει στις καρδιές μας, και χάρη στο ταλέντο, το πάθος και την ικανότητά του να ενθουσιάζει. Ήταν ένας σημαντικός καλλιτεχνικός παράγοντας για τη χώρα μας».
Γεννημένος στη Βέροια το 1942 και έπειτα από σπουδές αρχιτεκτονικής στη Βιέννη, ο Μάκης Βαρλάμης είχε καταξιωθεί τις τελευταίες δεκαετίες στον χώρο των τεχνών ως ζωγράφος, γλύπτης, αρχιτέκτονας, διακοσμητής, αλλά και ως παιδαγωγός, ενώ είχε διατελέσει καθηγητής στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Πανεπιστημίου Εφαρμοσμένης Τέχνης της Βιέννης και είχε διδάξει ως επισκέπτης καθηγητής σε άλλα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια.
Η πλούσια έκθεσή του για τον Μέγα Αλέξανδρο, με 1.700 πίνακες, γλυπτά, κατασκευές και μοντέλα, είχε πρωτοπαρουσιαστεί στη Θεσσαλονίκη το 1997, στο πλαίσιο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης και στη συνέχεια περιόδευσε σε μία σειρά χωρών, όπως στην Αυστρία, την Ελβετία, την Κύπρο, την Ιορδανία, την Αίγυπτο και την Αυστραλία.
Το «Μουσείο Τέχνης Βάλντφιρτελ», που δημιούργησε ο ίδιος έπειτα από προσωπική εργασία έξι ετών στην πόλη Σρεμς και το οποίο εγκαινιάστηκε τον Ιούνιο του 2009, φιλοξενεί το καλλιτεχνικό έργο της 50χρονης δουλειάς του Μάκη Βαρλάμη, αλλά και τη συλλογή με το όνομά του, που περιλαμβάνει έργα σύγχρονων καλλιτεχνών από διάφορες χώρες.
Η έκταση του Μουσείου ξεπερνάει τα 14.000 τμ, ενώ τα έντονα χρώματα της εξωτερικής όψης, ένα πάρκο με τεράστια πολύχρωμα γλυπτά, καθώς επίσης ένα μικρό αρχαϊκό θέατρο και ένα παρεκκλήσι αφιερωμένο στην Παναγία, με εικόνες που έχουν έρθει από την Ελλάδα, καλωσορίζουν τους επισκέπτες.
Σκοπός του μουσείου ήταν για τον Μάκη Βαρλάμη, η ενημέρωση για τη ζωγραφική, τη γλυπτική, την αρχιτεκτονική και το ντιζάιν, μέσα από εκθέσεις, εκδηλώσεις, εργαστήρια και σεμινάρια, αλλά και η λειτουργία του ως φόρουμ καλλιτεχνικών ανταλλαγών και διεθνών συνεργασιών, με έμφαση στην προβολή των διαφορετικότερων καλλιτεχνικών και πολιτιστικών πτυχών από ολόκληρη την Ευρώπη.
Κριτικοί έχουν γράψει στο παρελθόν πως «το έργο του Μάκη Βαρλάμη είναι πολυδιάστατο και βαθιά ανθρωποκεντρικό, μεταφέρει τη δυναμική των πολιτισμικών αξιών της τέχνης και της αρχιτεκτονικής στη σύγχρονη ζωή, ενώ η μελέτη και η παρατήρηση της φύσης, η παράδοση και ο τρόπος αντίληψης του κόσμου μέσα από μία ποιητική ματιά και ουτοπιστική διάθεση αποτελούν τις βασικές πηγές έμπνευσης, καθώς και τα κύρια χαρακτηριστικά του έργου του».
Η εξόδιος ακολουθία για τον μεγάλο Έλληνα καλλιτέχνη θα τελεστεί στις 9 Ιανουαρίου, στον κεντρικό ναό της ενορίας της πόλης Σρεμς.
[ΑΠΕ-ΜΠΕ]

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Έλληνες Ζωγράφοι: Τάκης (Δημήτρης) Σκούπερ


Γεννήθηκε στη Νάουσα Ημαθίας το 1951 από γονείς Μοναστηριώτες. Στην πόλη της Νάουσας ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Το ξεκίνημά του ως καλλιτέχνης ήταν δύσκολο λόγω των οικογενειακών και οικονομικών προβλημάτων. Τα πρώτα του καλλιτεχνικά μαθήματα τα έλαβε από τον συμπολίτη του, ζωγράφο με ειδίκευση στις καλλιτεχνικές επιγραφές, Θωμά Σύγγα.

Μια ζωγράφος της Νάουσας που ζωγράφιζε τους καταρράκτες και την παλιά Νάουσα ήταν αυτή που του έμαθε τα μυστικά των χρωμάτων και της σπάτουλας. Ακολούθησε η πολυετής μαθητεία του κοντά στον αγιογράφο Τάκη Χασιούρα..

Παράλληλα ειδικεύτηκε στην παραδοσιακή γλυπτική κατασκευής προσώπου Γενιτσάρου. Από το 1974 μέχρι σήμερα έχει πραγματοποιήσει 19 ατομικές και 48 ομαδικές εκθέσεις. Τα έργα του περιγράφουν την παράδοση της Νάουσας, τα ήθη και τα έθιμα, τα παλιά αρχοντικά, τις μπούλες και τους γενίτσαρους.
[artemnotes]


Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Έκθεση-Δημοπρασία: Νεοελληνική Ζωγραφική



Κρατώντας κάποιος στα χέρια του τον πρόσφατο  κατάλογο του Πέτρου Βέργου,  βλέπει  πολλά αξιόλογα και πέρα από τα συνηθισμένα έργα τέχνης. Διαφορετικά μεταξύ τους  είδη η «Νεοελληνική Ζωγραφική» και τα «Φιλελληνικά και Ιστορικά αντικείμενα» , συνεκτίθενται στην ZOUMBOULAKIS GALLERIES, στην  Πλατεία Κολωνακίου 20, κατά τις μέρες Τετάρτη 30 Νοεμβρίου, 6.30 μ.μ. έως 10.00 μ.μ., Πέμτη 1 Δεκεμβρίου, 10.00 π.μ. έως 9.00 μ.μ. και Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου, 10.00 π.μ. έως 9.00 μ.μ. Στις 3 Δεκεμβρίου το απόγευμα στις 6.30 θα πραγματοποιηθεί και η επικείμενη δημοπρασία.  


Τόσο οι ζωγραφικοί πίνακες, όσο και τα ιστορικά αντικείμενα που παραθέτει ο κατάλογος, έλκουν αβίαστα την προσοχή  του αναγνώστη.  Όχι επειδή τα περισσότερα έργα φέρουν  υπογραφές του μεγέθους ενός Λύτρα, Κόντογλου,  Ράλλη, Βασιλείου. Αλλά επειδή τα ίδια αυτά έργα είναι  ενδιαφέροντα καθ’ εαυτά , ενώ η ποικιλία των τεχνοτροπιών  που εκπροσωπούνται, καλύπτει όλη την γκάμα του φιλότεχνου κοινού. Δεν θα μεροληπτήσουμε αν εξάρουμε τον ούτως ή άλλως φημισμένο «ΟΡΘΡΟ» του Ν. Λύτρα, που  το 1907 είχε εκτεθεί στον ίδιο χώρο. Αντίθετα, το «Περιβόλι της Παναγίας», που καθίσταται ξεχωριστό λόγω της πρωτοτυπίας του,  είναι από τα λιγότερα γνωστά έργα του Φ. Κόντογλου. Δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε τον «Αριστίδη, τον καλό μαθητή» και τον «Μεγαλέξανδρο»  του Μποστ, ή τις λιθογραφίες των Φιλελλήνων καλλιτεχνών. Ούτε γίνεται να περάσουν απαρατήρητα τα επιχρυσωμένα μπρούτζινα ρολόγια του 19ου αιώνα που κοσμούνται με φιγούρες εμπνευσμένες από τον Αγώνα. Εντυπωσιακά επίσης  τα πορσελάνινα βάζα και πιάτα, όπου φιλελληνικά χέρια ζωγράφισαν σκηνές από την Ελλάδα της  εποχής, αποτελούν τον πιο ταιριαστό επίλογο στον κατάλογο του Δεκεμβρίου. 

Έναν κατάλογο, το περιεχόμενο του οποίου είναι αδύνατο να αντιπροσωπευτεί με τις λίγες σειρές ενός σύντομου σημειώματος.   Ασφαλώς, ο αναγνώστης που θα θελήσει να σχηματίσει  αντικειμενική άποψη για τα εκτιθέμενα εντός λίγων ημερών έργα, έχει τη δυνατότητα να ξεφυλλίσει ο ίδιος  τον τυπωμένο  ή – ακόμη πιο ευχερώς- τον ηλεκτρονικό κατάλογο. Είναι πολύ πιθανό την προσοχή του να τραβήξουν υπογραφές άλλες από τις εδώ αναφερόμενες. Είναι όμως εντελώς απίθανο να τελειώσει το ξεφύλλισμα χωρίς την αίσθηση ότι πρόκειται για μια πλούσια συλλογή, ικανή να προσελκύσει την προσοχή του κάθε φιλότεχνου.   
[Μαρία-Ωραιοζήλη Κουτσουπιά]
    

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Ελληνική Ναιφ Τεχνη: Μιχαήλ Κάσιαλος

«Η τέχνη, υποστηρίζει ο Αντρέ Μαλρώ, δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του και να αντιμετωπίσει με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη τις αμφιβολίες, τους φόβους, τις αδυναμίες και τις ανάγκες του.  Έτσι, από την προϊστορική εποχή, ο άνθρωπος έδωσε σε εικόνες τον κόσμο του, προσπαθώντας, με αυτόν τον τρόπο, να τον καταλάβει, να εκφράσει τις χαρές και τις ελπίδες του και να εξορκίσει τις ανησυχίες και τους φόβους του.
Αυτήν την ουσιαστική και πρωταρχική επιθυμία του ανθρώπου να δημιουργήσει με φόρμες και χρώματα την εικόνα του εαυτού του και κατ' επέκταση του κόσμου του, οι πρωτόγονοι την εξέφραζαν με αμεσότητα, οδηγούμενοι από το προσωπικό τους ένστικτο.  Με το πέρασμα του χρόνου βέβαια, τα δεδομένα άλλαξαν.  Ο άνθρωπος καλλιέργησε την ανάγκη έκφρασής του διαμέσου της εικόνας, μέσα σε εξειδικευμένα εργαστήρια ή σχολές.  Η πηγαία και άμεση έκφραση γίνεται πια έντεχνη δημιουργία.
 Ποτέ όμως δεν έπαψε να υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν σπουδάσει σε Σχολή Καλών Τεχνών, συνέχιζαν να δημιουργούν με οδηγό το καλλιτεχνικό τους ένστικτο και να δίνουν εξαιρετικές εικόνες ενός κόσμου όπως τον έβλεπαν με τα μάτια της ψυχής τους.
Οι δημιουργοί αυτοί ονομάστηκαν ναΐφ - όρος βέβαια που αμφισβητήθηκε κατά καιρούς.  Στα ελληνικά προτάθηκαν διάφορες αποδόσεις του όρου, όπως «απλοϊκός», «ζωγράφος του ενστίκτου», «πηγαίος καλλιτέχνης» και άλλα.  Εκείνη όμως που επεκράτησε είναι το «αφελής» ή «ναΐφ».  Έχοντας υπ' όψιν ότι η ρίζα της λέξης ναΐφ είναι το λατινικό «nativus», το οποίο σημαίνει εκ γενετής, φυσικός, αυθόρμητος, καταλήγουμε ότι ο όρος ναΐφ είναι αναμφισβήτητα ο καλύτερος για να εκφράσει την πηγαία, έμφυτη, αυθόρμητη και απροβλημάτιστη αυτή τέχνη, στην οποία συνυπάρχουν ο κόσμος του φανταστικού, του μαγικού και του πραγματικού, δοσμένοι με την ειλικρίνεια και την αθωότητα ενός μικρού παιδιού...
Θα λέγαμε, λοιπόν, σε γενικές γραμμές, ότι ο ναΐφ ζωγράφος ανοίγει με την τέχνη του έναν προσωπικό διάλογο με τον γύρω του κόσμο, καταγράφοντας με το πηγαίο καλλιτεχνικό του ταλέντο αυτό που βλέπουν τα μάτια της ψυχής και όχι αυτό που υπαγορεύει η λογική και η γνώση των εικαστικών κανόνων.  Ο ναΐφ καλλιτέχνης έχει λοιπόν ψυχή μικρού παιδιού και με αυτήν συλλαμβάνει και εκφράζει τον κόσμο.  Αυτό βέβαια δεν αποκλείει το γεγονός, ο ναΐφ καλλιτέχνης να είναι άτομο μορφωμένο και με πνευματική καλλιέργεια.
Στον ελληνικό χώρο παρατηρείται συχνά το φαινόμενο σύγχυσης του όρου «λαϊκός» με τον όρο «ναΐφ» κάτι που πολύ νωρίς επεσήμανε ο Γιάννης Γκίκας στο βιβλίο του «Λαϊκή και ναΐφ ζωγραφική».  Η λαϊκή τέχνη μπορεί να είναι και «ναΐφ», αποτελεί όμως ξεχωριστή κατηγορία.  Ο λαϊκό ζωγράφος δεν απεικονίζει τα θέματα του με βάση την προσωπική δημιουργία του θέαση, αλλά στηρίζεται στα πρότυπα της πολιτισμικής παράδοσης ενός λαού, τα οποία κληρονομεί από τους παλαιότερους και παραδίδει στους νεότερους.  Για τον λόγο αυτό ο λαϊκός καλλιτέχνης κινείται σε καθορισμένα πλαίσια και έχει περιορισμένη ελευθερία.  Έχει βέβαια τη δυνατότητα να τροποποιήσει τους τύπους της παράδοσης, δεν μπορεί όμως να τους λησμονήσει.
Από την άλλη, ο ναΐφ δημιουργός έχει απεριόριστη ελευθερία και δεν δεσμεύεται από κανέναν παλαιότερο τύπο ή μοντέλο έκφρασης.  Με αυτό το σκεπτικό, η ζωγραφική σε γυαλί, που αναπαρήγαγε τυποποιημένες παραστάσεις με μικρές διαφοροποιήσεις, ανήκει στην κατηγορία της λαϊκής ζωγραφικής.  Ο Μιχαήλ Κάσιαλος, με την αυθεντική και πρωτότυπή του δημιουργία αποτέλεσμα μιας εντελώς προσωπικής θέασης του κόσμου, είναι ένας τυπικός ναΐφ καλλιτέχνης, παρά το γεγονός ότι στο έργο του αναγνωρίζουμε και κάποια λαϊκά στοιχεία.
Όπως έχει αναφερθεί, ο πρώτος διεθνώς αναγνωρισμένος ναΐφ ζωγράφος είναι ο Γάλλος τελώνης Ανρί Ρουσσώ.  Την τέχνη του Ρουσσώ αγκάλιασαν ιδιαίτερα οι καλλιτέχνες των πρωτοποριών των αρχών του αιώνα, γεγονός που τον έκανε να θεωρείται διεθνώς ο πατριάρχης της ναΐφ τέχνης, με το έργο του να κοσμεί τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου.
Στη Ελλάδα η τέχνη των ναΐφ έρχεται στην επιφάνεια το 1929 με την ανακάλυψη του Θεόφιλου από τον τεχνοκριτικό Ευστράτιο Ελευθεριάδη, γνωστό ως Teriade που ζούσε στο Παρίσι.  Επηρεασμένος ο Teriade από το κλίμα που επικρατούσε στο Παρίσι και γενικότερα από την αναβάθμιση της σημασίας που δινόταν σε μορφές τέχνης όπως η ναΐφ, η παιδική και η πρωτόγονη, είχε την ικανότητα να ξεχωρίσει τη μοναδικότητα της τέχνης του ζωγράφου από τη Μυτιλήνη.  Το έργο του Θεόφιλου αγαπήθηκε και αγκαλιάστηκε από την ελληνική διανόηση και τους καλλιτέχνες, οι οποίοι διαπίστωναν ότι το έργο του Θεόφιλου αποτελούσε τη χαμένη γέφυρα μεταξύ της αρχαίας και της σύγχρονης ελληνικής τέχνης.  Το έργο μάλιστα του Θεόφιλου επηρέασε τους καλλιτέχνες της περίφημης γενιάς του '30, της γενιάς που επεδίωξε να επαναφέρει το πνεύμα της ελληνικότητας στην τέχνη.  Θαυμαστής του Θεόφιλου υπήρξε μεταξύ άλλων και ο σημαντικός ζωγράφος της γενιάς του '30 Γιάννης Τσαρούχης, ο οποίος μάλιστα ζωγράφισε τον Θεόφιλο παίρνοντας στοιχεία από το ύφος της ζωγραφικής του.
Στην Κύπρο η ανακάλυψη και η εκτίμηση των ντόπιων ναΐφ καλλιτεχνών έγινε με κάποια καθυστέρηση.  Ο ζωγράφος Αδαμάντιος Διαμαντής ήταν από τους πρώτους που εντόπισαν, προς το τέλος της δεκαετίας του '50, τον Μιχαήλ Κάσιαλο και γοητεύτηκαν από το έργο του απλοϊκού αυτού ζωγράφου. Έτσι, από τότε, αρχίζει να έρχεται στο φως η τέχνη και η ζωή του πρώτου επώνυμου ναΐφ ζωγράφου της Κύπρου.
Ο Κάσιαλος γεννήθηκε το 1885 στο χωριό Άσσια.  Στο σχολείο απέκτησε τις πρώτες ζωγραφικές του εμπειρίες με δάσκαλο τον Κυριάκο Πιερίδη.  Από τότε διαφαίνεται το πηγαίο του ταλέντο και η αγάπη του για τη ζωγραφική.  Η έλξη του αυτή προς τη δημιουργία τον ώθησε στη συνέχεια να παρακολουθήσει, ανελλιπώς, την αγιογράφηση της εκκλησίας του χωριού του από τους πατέρες Κύριλλο και Νύφωνα.
Στα δεκατρία του χρόνια, έπειτα από προτροπή του πατέρα του, έμαθε την τέχνη του παπουτσή, την οποία άσκησε για πολλά χρόνια.  Γι' αυτό, άρχισε παράλληλα να διακοσμεί καθρέφτες, χρηστικά αντικείμενα, να δημιουργεί πήλινα αγγεία, τα οποία στη συνέχεια πωλούσε σε διάφορα πανηγύρια.  Τότε ήταν που αντιλήφθηκε το ταλέντο του στη γλυπτική και συγκεκριμένα το χάρισμα που είχε να αντιγράφει, πιστά αρχαία ευρήματα.  Η μεγάλη του δεξιοτεχνία τον βοήθησε να φτιάξει πειστικές απομιμήσεις, χρησιμοποιώντας πρωτόγονα εργαλεία και υλικά, τις οποίες πωλούσε στη συνέχεια με μεγάλη ευκολία σαν αρχαιότητες, σε ντόπιους αλλά και σε ξένους επισκέπτες.  Δεν ήταν λοιπόν τυχαίο το γεγονός ότι δημιούργημά του, φιλοξενήθηκε, για μικρό χρονικό διάστημα, στους χώρους του Κυπριακού Μουσείου.
Ο Κάσιαλος δημιούργησε πολλές απομιμήσεις, οι περισσότερες όμως τις οποίες έχουν χαθεί, πράγμα λυπηρό, αφού, όπως υποστήριζε και ο Αδαμάντιος Διαμαντής, δεν ήταν απλώς πιστά αντίγραφα, αλλά πρόβαλλαν και τη σφραγίδα του δημιουργού τους...
Τα έργα του χαρακτηρίζονται από όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της ναΐφ τέχνης που αναφέραμε προηγουμένως.  Ενώ όμως σχεδόν πάντα ο Κάσιαλος υπέγραφε τα έργα του, σπάνια τα χρονολογούσε.  Το πιο παλιό χρονολογημένο του έργο, είναι το «Ερωτόκρικος και Αρετούσα», που φέρει την υπογραφή Μ. Μηλής Κάσιαλος και τη χρονολογία 1950.  Με το επίθετο Μηλής έχει υπογράψει και άλλα πρώιμα έργα του.  Στη συνέχεια όμως το εγκατέλειψε, για να κρατήσει μόνον το «Κάσιαλος», το οποίο κάποτε έγραφε και με δύο κάππα.  Παρόλο που το ύφος του δεν διαφοροποιείται πολύ, στα πρώτα του έργα απεικονίζονται λιγότερες μορφές, χρησιμοποιεί πιο περιορισμένη χρωματική γκάμα και μεγαλύτερες ενιαίες χρωματικές επιφάνειες, υπάρχει μεγαλύτερη απλοποίηση και λιγότερες λεπτομέρειες.  Τα έργα αυτά είναι πιο κοντά στη λαϊκή ζωγραφική σε γυαλί, από την οποία ξεκίνησε.  Όσο προχωρεί, εξοικειώνεται περισσότερο με το υλικό του και χειρίζεται με μεγαλύτερη σιγουριά το ζωγραφικό χώρο.  Τα χρώματά του γίνονται πιο πλούσια και λαμπερά και αρχίζει να χρησιμοποιεί και κάποιες τονικές διαβαθμίσεις, ιδιαίτερα στα φόντα του.  Οι ενιαίες χρωματικές επιφάνειες διακόπτονται με την τοποθέτηση άλλων χρωμάτων ή διακοσμήσεων.  Γενικά, το διακοσμητικό στοιχείο γίνεται, πολλές φορές, αρκετά έντονο.  Χρησιμοποιεί, επίσης, και πρωτόλεια φωτοσκίαση.
Σε όλα τα έργα του προσπαθεί να μείνει πιστός στο θέμα του και να το αποδώσει όσο πιο περιγραφικά γίνεται.  Αυτό το κρίνει με βάση τη σημασία που δίνει ο ίδιος στα πράγματα, με αποτέλεσμα σ' έναν πίνακα να υπάρχουν ρεαλιστικές, λεπτομερείς περιγραφές και ταυτόχρονα πολλή αφαίρεση, ιδιαίτερα στο χώρο, που γίνεται έτσι αρκετά αντιρεαλιστικός.
Η σύνθεση των στοιχείων στο χώρο του πίνακα είναι αυθαίρετη και ενστικτώδης και μοιάζει με τον τρόπο που τα παιδιά συνθέτου τα έργα τους.  Δεν υπάρχει προοπτική, τους κανόνες της οποίας αγνοεί παντελώς, και τα θέματα δίνονται παρατακτικά.  Γι' αυτό, όπου δεν τον χωράει το πλάτος του πίνακα, δεν διστάζει να συνεχίσει, παρατάσσοντας μορφές ή ολόκληρες σκηνές στο πάνω μέρος του πίνακα.
Η απόδοση των μορφών δίνεται με αρκετή σχηματοποίηση.  Είναι μορφές κατακόρυφες και στατικές, ήρεμες και ακίνητες μέσα στη δοσμένη τους κίνηση.
Το σχέδιο του είναι σκληρό και οι εξωτερικές γραμμές των μορφών είναι έντονες και μαύρες.  Οι μορφές δίνονται μετωπικά ή σε προφίλ, φαίνονται ανεξάρτητες από το χώρο τους και μοιάζουν πολλές φορές με φιγούρες Καραγκιόζη επικολλημένες στη ζωγραφική επιφάνεια.  Πολύ συχνά υπάρχει παραμόρφωση των αναλογιών και σημασιολογική κλίμακα στην απόδοσή τους.
Κάποια στοιχεία - ιδιαίτερα διακοσμητικά ή στοιχεία που αφορούν στο χώρο μέσα στον οποίο τοποθετούνται οι μορφές - παναλαμβάνονται σε πολλά έργα.  Αυτή η επανάληψη δείχνει την προηγούμενη σχέση του Κασιαλου με τη λαϊκή τέχνη, από τη οποία δεν φαίνεται να αποδεσμεύτηκε εντελώς.
Όπως ο Θεόφιλος, έτσι και ο δικός μας Κάσιαλος, θα πρέπει να θεωρηθεί ως ο κρίκος που συνδέει το παρελθόν με το παρόν της τέχνης μας.  Στο έργο του αναγνωρίζουμε κάποια στοιχεία από την αρχαιοελληνική τέχνη, τη βυζαντινή και τη λαϊκή, όλα όμως δοσμένα με τη ελευθερία της δικής του αφελούς αμεσότητας.  Μας δένει ακόμη με το παρελθόν μας, γιατί ο Κάσιαλος δεν έχει επηρεαστεί από κανένα ξένο στοιχείο.  Ασπούδαχτος και με λαϊκή καταγωγή, άντλησε μόνον από τον τόπο του.  Με το έργο του συναντά τους λαϊκούς ναΐφ των μεταβυζαντινών εικόνων και τους ζωγράφους των λαϊκών τοιχογραφιών, που μέσα στο έργο τους διασώθηκε «λαϊκοποιημένη» η ζωγραφική παράδοση του τόπου μας.  Όλ' αυτά όμως ειδωμένα με τα μάτια της δικής του ψυχής και δοσμένα με το δικό του τρόπο.  Γι΄αυτό και η ζωγραφική του είναι - δανείζομαι το χαρακτηρισμό που έδωσε ο Οδυσσέας Ελύτης μιλώντας για τον Θεόφιλο - «καταγωγική συνάμα και άμεση».
[Δάφνη Νικήτα,"Μιχαήλ Κάσιαλος, η κρυμμένη γοητεία της ζωγραφικής", Ίδρυμα Πιερίδη. Λάρνακα]

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Επίλεκτα έργα Ελληνικής Τέχνης 19ου & 20ου αιώνα: Hotel Electra Palace Thessaloniki 8 & 9/12/2016


Δεν χρειάζεται να είναι κανείς γκαλερίστας ή ειδικός για να γνωρίζει ότι οι χώροι που ζούμε και εργαζόμαστε φωτίζονται και αποκτούν μία άλλη ομορφιά όταν είναι διακοσμημένοι με έργα τέχνης. Είναι πολλοί όμως ακόμη αυτοί που δεν το τολμούν να τα αποκτήσουν είτε γιατί βρίσκουν τον κόσμο της τέχνης κλειστό ή δυσπρόσιτο,τις δημοπρασίες δύσκολα προσβάσιμες,τα δε έργα τέχνης τόσο ακριβά που μόνον οι ευκατάστατοι είχαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν. Όμως αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και δεν θα έπρεπε πλέον να συμβαίνει. Ακόμη και με ελάχιστα ευρώ στον λογαριασμό του κάποιος θα μπορούσε σχετικά απλά να αποκτήσει ένα έργο τέχνης και, γιατί όχι, να αρχίσει το χτίσιμο μιας συλλογής για την οποία με τα χρόνια να νοιώσει περή- φανος και να περάσει στις επόμενες γενιές. 
Ας μην ξεχνάμε ότι τα περισσότερα μουσεία στον κόσμο δημιουργήθηκαν από πρωτοβουλίες και συλλογές ιδιωτών πολλοί απ τους οποίους μάλιστα ήταν χαμηλών σχετικά εισοδημάτων. Επιπλέον η επαφή με την τέχνη καλλιεργεί τα αισθητικά και αντιληπτικά μας κριτήρια, διευρύνει το πνεύμα και δίνει άλλη διάσταση στη σκέψη και στην ευρηματικότητα. Όσο αναζητά και μαθαίνει κανείς την τέχνη τόσο βρίσκει τρόπους να την αποκτά. Η πρωτοβουλία μου στην διάθεση ποιοτικών έργων τέχνης σε χαμηλές τιμές και μάλιστα μόλις ένός ευρώ, αυτόν ακριβώς τον σκοπό έχει… να δώσει την ευκαιρία σε νέους συλλέκτες που δεν έχουν ακόμη την δυνατότητα να επενδύσουν χιλιάδες ευρώ, να κάνουν το πρώτο βήμα, να πατήσουν στο πρώτο σκαλί, αποκτώντας ενδιαφέροντα έργα σε πολύ προσιτές τιμές. Οι δημοπρασίες είναι οι πιο συνηθισμένες πηγές έργων για κάθε βαλάντιο και η διαδικασία τους είναι πολύ απλή…καμμία σχέση με τις ‘ανοίκεις’ δημοπρασίες που βλέπουμε κάποιες φορές σε ταινίες. 
Στις ζωντανές δημοπρασίες υπάρχει ένας ενθουσιασμός μία έκσταση και μια μαγεία στον αέρα. Ο δημοπράτης κρατάει έναν ρυθμό και η ατμόσφαιρα είναι επί το πλείστον διασκεδαστική. Δεν πρέπει να ταράσσεται ή να φοβάται κανείς την σκέψη μιας δημοπρασίας. Είναι καλό όμως να επισκέπτεται την έκθεση των έργων και να κάνει από πριν την έρευνά του σχετικά με το τί ακριβώς τον ενδιαφέρει και τι ποσόν διαθέτει. Έτσι η δημοπρασία γίνεται απολαυστική... αξέχαστη... και για πολλούς τρόπος ζωής. Όταν κάποιο έργο νιώθετε ότι κλέβει τη ματιά σας, μάθετε όλα όσα μπορείτε για τον καλλιτέχνη καιτο έργο του, ακόμη και αν δεν καταφέρετε να το αποκτήσετε, θα έχετε φύγει με περισσότερη γνώση περίτης τέχνης και σιγά-σιγά με καλύτερες προοπτικές για την ποιότητα της μελλοντικής συλλογή σας. Να αγοράσω κάτι ως επένδυση; με ρωτάνε πολλοί. Η απάντηση είναι απλή. Ακούμε το ένστικτό μας. Και το εμπιστευόμαστε. Αγοράζουμε αυτό που μας αρέσει. Αγοράζουμε αυτό με το οποίο θέ- λουμε να συγκατοικήσουμε... που μας ευχαριστεί. Αν οι γνώσεις μας επιτρέπουν να ταιριάξουμε το τερπνό με το ωφέλιμο... ακόμη καλύτερα. Πετύχαμε διάνα! Η περίοδος που διανύουμε είναι αυτή των μεγάλων ευκαιριών σε ποιότητα έργων συνδυαστικά με τις πολύ χαμηλές τιμές. Προσφέρεται για αγορές αριστουργημάτων σαν αυτά που κοσμούν τον κατά- λογό μας και για μικρά κονδύλια. Η πρόκληση μεγάλη... Τα αριστουργήματα μετρημένα.
[Θάνος Ευαγγελινός 11/2016]
Έκθεση: Hotel ELECTRA PALACE Thessaloniki Πέμπτη 8/12/ 2016, 14.00 - 21.00 & Παρασκευή 9/12/2016, 10.30 - 16.00 
Δημοπρασία: Ξενοδοχείο ELECTRA PALACE Θεσσαλονίκη Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016 19.30 (7:30 μ.μ.)  

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

Έλληνες Ζωγράφοι: Νίκος Φραντζολάς


Ο Νίκος Φρατζολάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1962. Αποφοίτησε με άριστα από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (1982-1987) στη ζωγραφική και πήρε υποτροφία στη σκηνογραφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (Ι.Κ.Υ.). Έχει παρουσιάσει τη δουλειά του σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις. Έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, όπως στη συλλογή έργων τέχνης της CITIBANK PRIVATE BANK του Λονδίνου, στην EUROBANK, στο Μουσείο Βορρέ, στο Σπίτι του Ηθοποιού, στη  «LIA TORNARITIS ART» στην Κύπρο κ.α.
Έχει επιμεληθεί τα σκηνικά και κοστούμια για τηλεοπτικές και κινηματογραφικές παραγωγές. Επίσης ασχολείται με την εικονογράφηση βιβλίων.
Τιμήθηκε με το Πανευρωπαϊκό Βραβείο «LEONARDO DA VINCI» του Ροταριανού Ομίλου, από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο (Ιούνιος 2000).
Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
[katsigrasmuseum]

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Ζωγράφοι της Καρδίτσας


Η καρδιτσιώτικη φύση και ο μόχθος της αγροτικής ζωής κατά τα προπολεμικά και μεταπολεμικά χρόνια, αποτέλεσαν ισχυρό έναυσμα καλλιτεχνικής δημιουργίας για πολλά τέκνα της καρδιτσιώτικης γης. Η πηγαία έμπνευση και το έμφυτο ταλέντο πολλών από αυτούς, αναδείχτηκαν μέσα από την απλότητα των έργων τους και τους κατέστησαν φημισμένους ανά την Ελλάδα και πέρα από τα σύνορά της. Πρώτο –για πολλούς λόγους-  αναφέρουμε τον Γιώργο Βαλταδώρο (1897-1930).
Ο Βαλταδώρος ήταν οπαδός της τεχνοτροπίας του κυβισμού. Πρωτοπόρος καλλιτέχνης για τη χώρα μας, παρά τη σύντομη ζωή του, υπήρξε επίσης ποιητής και διηγηματογράφος. Το έργα του χαρίστηκαν από τους κληρονόμους του στη Δημοτική Πινακοθήκη της Καρδίτσας.
Περισσότερο γνωστός στην Ελλάδα και στο εξωτερικό είναι ο Δημήτρης Γιολδάσης (1897 – 1993). Ο χρωστήρας του αποθανάτισε με μοναδικό τρόπο σε όλες της τις όψεις την καρδιτσιώτικη φύση και τη ζωή των ξωμάχων. Οι πίνακές του δωρήθηκαν από την κληρονόμο του κ. Στέλλα Γιολδάση στη Δημοτική Πινακοθήκη της Καρδίτσας, ενώ πολλοί βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές.
Επίσης σπουδαίος Καρδιτσιώτης ζωγράφος είναι ο Κώστας Παύλου ή Πωλ (1914-1962), του οποίου οι πίνακες κοσμούν τη Δημοτική Πινακοθήκη Καρδίτσας και πολλές ιδιωτικές συλλογές. Ο Παύλου, αν και πέθανε νέος, σε ηλικία 48 ετών, άφησε σημαντικό έργο, κυρίως στην απεικόνιση τοπίων.
Τέταρτο, αλλά όχι τελευταίο στη σειρά των Καρδιτσιωτών ζωγράφων, αναφέρουμε το Γιώργο Γούλα. Το μεράκι του για τη ζωγραφική τον ώθησε να τη σπουδάσει, παρά τις αντιξοότητες. Διακρίθηκε στη ρεαλιστική απεικόνιση των θεσσαλικών τοπίων. Αγροτιά, άνθρωποι του μόχθου, παζάρια, αλλά και σκηνές από την κατοχή, προβάλουν μέσα από το έργο του Γιώργου Γούλα.
Οι μεγάλοι ζωγράφοι της Καρδίτσας, ένα μικρό δείγμα των οποίων μνημονεύτηκε εδώ, απαθανάτισαν  στους πίνακές τους την Ελλάδα της ψυχής τους και άνοιξαν το δρόμο σε πλειάδα σπουδαίων νεότερων ζωγράφων, οι οποίοι σήμερα στεγάζονται στον «Εικαστικό Όμιλο Καρδίτσας».
Επιμέλεια: Μαρία Ωραιοζήλη Κουτσουπιά [artem.gr]
πηγη: (Εγχειρίδιο τοπικής Ιστορίας)

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

Κώστας Πανιάρας, ένας ιδιοφυής & ανατρεπτικός ζωγράφος


 

“ Η αναγκαιότητα της τέχνης είναι περιστασιακή, έως ανύπαρκτη. Όταν κλείνει ένα θέατρο, ένα βιβλιοπωλείο ή μια γκαλερί, ούτε που θα το πάρουν χαμπάρι οι Αθηναίοι…”
Γεννήθηκε το 1934 στο Κιάτο. Μετά τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής από τον Θ. Λεκό σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Γιάννη Μόραλη, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα κοντά στην Ελένη Ζογγολοπούλου. Το 1956 πήγε στο Παρίσι, όπου σπούδασε λιθογραφία στην εκεί Σχολή Καλών Τεχνών, ζωγραφική με τον Andre Lhote και ψηφιδωτό και φρέσκο με τον Gino Severini. Στη γαλλική πρωτεύουσα παρέμεινε ως το 1975, με ενδιάμεσα ταξίδια στη Νέα Υόρκη, την Περσία και την Άπω Ανατολή, και στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα.
Το 1956 ξεκίνησε την εκθεσιακή του δραστηριότητα, παρουσιάζοντας την πρώτη ατομική του έκθεση στην Αθήνα. Ακολούθησαν άλλες ατομικές, ορισμένες σε συνεργασία με τον Αλέξανδρο Ιόλα, και συμμετοχές σε ομαδικές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το 1984 οργανώθηκε αναδρομική παρουσίαση του έργου του στην Πινακοθήκη Πιερίδη. 
Στη ζωγραφική του, που αποτελείται από σαφείς ενότητες έργων, το χρώμα είναι το στοιχείο που κυριαρχεί και συντελεί στη δημιουργία συνθέσεων με μεγάλες επιφάνειες, ενώ η χρησιμοποίηση πτυχωτού πλαστικού σπάει την παραδοσιακή επιπεδότητα προσδίδοντας ανάγλυφη, κυματιστή υφή. Με την ίδια λογική χρησιμοποίησε το χρώμα και σε γλυπτικές συνθέσεις, επεμβαίνοντας στη φόρμα γνωστών κλασικών έργων και προκαλώντας μια διαφορετική ερμηνεία τους, καθώς και στις εγκαταστάσεις και τα γλυπτικά περιβάλλοντα που δημιουργεί και τα οποία συνδυάζουν τα βασικά στοιχεία της ζωγραφικής και της γλυπτικής του. 
«Αν με ρωτούσαν τι κέρδισα τόσα χρόνια από την πείρα μου, θα έλεγα χωρίς δισταγμό: τίποτα! Οι αποκτημένες γνώσεις στην τέχνη γίνονται αμέσως άχρηστες, σαν πεθαμένες. Η ζωγραφική δεν εξασφαλίζεται με αυτές. Ξανα-εφευρίσκεται κάθε μέρα», είχε πει σε συνέντευξή του στην Athens Voice το 2010, όπου είχε εκφράσει και την πικρία του για τη σχέση των Αθηναίων με την τέχνη: «Η αναγκαιότητα της τέχνης είναι περιστασιακή, έως ανύπαρκτη. Όταν κλείνει ένα θέατρο, ένα βιβλιοπωλείο ή μια γκαλερί, ούτε που θα το πάρουν χαμπάρι οι Αθηναίοι. Ένα μαγαζί με ρούχα ή ένα εστιατόριο της μόδας που κλείνει προξενεί αμηχανία. Κάτι σαν ένα μικρό κοινωνικό κενό...».
(Πηγή βιογραφικών στοιχείων: Εθνική Πινακοθήκη)
[Επιμέλεια: Αντρέ – Αντρέ]