Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Έλληνες Ζωγράφοι: Τάκης (Δημήτρης) Σκούπερ


Γεννήθηκε στη Νάουσα Ημαθίας το 1951 από γονείς Μοναστηριώτες. Στην πόλη της Νάουσας ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Το ξεκίνημά του ως καλλιτέχνης ήταν δύσκολο λόγω των οικογενειακών και οικονομικών προβλημάτων. Τα πρώτα του καλλιτεχνικά μαθήματα τα έλαβε από τον συμπολίτη του, ζωγράφο με ειδίκευση στις καλλιτεχνικές επιγραφές, Θωμά Σύγγα.

Μια ζωγράφος της Νάουσας που ζωγράφιζε τους καταρράκτες και την παλιά Νάουσα ήταν αυτή που του έμαθε τα μυστικά των χρωμάτων και της σπάτουλας. Ακολούθησε η πολυετής μαθητεία του κοντά στον αγιογράφο Τάκη Χασιούρα..

Παράλληλα ειδικεύτηκε στην παραδοσιακή γλυπτική κατασκευής προσώπου Γενιτσάρου. Από το 1974 μέχρι σήμερα έχει πραγματοποιήσει 19 ατομικές και 48 ομαδικές εκθέσεις. Τα έργα του περιγράφουν την παράδοση της Νάουσας, τα ήθη και τα έθιμα, τα παλιά αρχοντικά, τις μπούλες και τους γενίτσαρους.
[artemnotes]


Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Έκθεση-Δημοπρασία: Νεοελληνική Ζωγραφική



Κρατώντας κάποιος στα χέρια του τον πρόσφατο  κατάλογο του Πέτρου Βέργου,  βλέπει  πολλά αξιόλογα και πέρα από τα συνηθισμένα έργα τέχνης. Διαφορετικά μεταξύ τους  είδη η «Νεοελληνική Ζωγραφική» και τα «Φιλελληνικά και Ιστορικά αντικείμενα» , συνεκτίθενται στην ZOUMBOULAKIS GALLERIES, στην  Πλατεία Κολωνακίου 20, κατά τις μέρες Τετάρτη 30 Νοεμβρίου, 6.30 μ.μ. έως 10.00 μ.μ., Πέμτη 1 Δεκεμβρίου, 10.00 π.μ. έως 9.00 μ.μ. και Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου, 10.00 π.μ. έως 9.00 μ.μ. Στις 3 Δεκεμβρίου το απόγευμα στις 6.30 θα πραγματοποιηθεί και η επικείμενη δημοπρασία.  


Τόσο οι ζωγραφικοί πίνακες, όσο και τα ιστορικά αντικείμενα που παραθέτει ο κατάλογος, έλκουν αβίαστα την προσοχή  του αναγνώστη.  Όχι επειδή τα περισσότερα έργα φέρουν  υπογραφές του μεγέθους ενός Λύτρα, Κόντογλου,  Ράλλη, Βασιλείου. Αλλά επειδή τα ίδια αυτά έργα είναι  ενδιαφέροντα καθ’ εαυτά , ενώ η ποικιλία των τεχνοτροπιών  που εκπροσωπούνται, καλύπτει όλη την γκάμα του φιλότεχνου κοινού. Δεν θα μεροληπτήσουμε αν εξάρουμε τον ούτως ή άλλως φημισμένο «ΟΡΘΡΟ» του Ν. Λύτρα, που  το 1907 είχε εκτεθεί στον ίδιο χώρο. Αντίθετα, το «Περιβόλι της Παναγίας», που καθίσταται ξεχωριστό λόγω της πρωτοτυπίας του,  είναι από τα λιγότερα γνωστά έργα του Φ. Κόντογλου. Δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε τον «Αριστίδη, τον καλό μαθητή» και τον «Μεγαλέξανδρο»  του Μποστ, ή τις λιθογραφίες των Φιλελλήνων καλλιτεχνών. Ούτε γίνεται να περάσουν απαρατήρητα τα επιχρυσωμένα μπρούτζινα ρολόγια του 19ου αιώνα που κοσμούνται με φιγούρες εμπνευσμένες από τον Αγώνα. Εντυπωσιακά επίσης  τα πορσελάνινα βάζα και πιάτα, όπου φιλελληνικά χέρια ζωγράφισαν σκηνές από την Ελλάδα της  εποχής, αποτελούν τον πιο ταιριαστό επίλογο στον κατάλογο του Δεκεμβρίου. 

Έναν κατάλογο, το περιεχόμενο του οποίου είναι αδύνατο να αντιπροσωπευτεί με τις λίγες σειρές ενός σύντομου σημειώματος.   Ασφαλώς, ο αναγνώστης που θα θελήσει να σχηματίσει  αντικειμενική άποψη για τα εκτιθέμενα εντός λίγων ημερών έργα, έχει τη δυνατότητα να ξεφυλλίσει ο ίδιος  τον τυπωμένο  ή – ακόμη πιο ευχερώς- τον ηλεκτρονικό κατάλογο. Είναι πολύ πιθανό την προσοχή του να τραβήξουν υπογραφές άλλες από τις εδώ αναφερόμενες. Είναι όμως εντελώς απίθανο να τελειώσει το ξεφύλλισμα χωρίς την αίσθηση ότι πρόκειται για μια πλούσια συλλογή, ικανή να προσελκύσει την προσοχή του κάθε φιλότεχνου.   
[Μαρία-Ωραιοζήλη Κουτσουπιά]
    

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Ελληνική Ναιφ Τεχνη: Μιχαήλ Κάσιαλος

«Η τέχνη, υποστηρίζει ο Αντρέ Μαλρώ, δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του και να αντιμετωπίσει με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη τις αμφιβολίες, τους φόβους, τις αδυναμίες και τις ανάγκες του.  Έτσι, από την προϊστορική εποχή, ο άνθρωπος έδωσε σε εικόνες τον κόσμο του, προσπαθώντας, με αυτόν τον τρόπο, να τον καταλάβει, να εκφράσει τις χαρές και τις ελπίδες του και να εξορκίσει τις ανησυχίες και τους φόβους του.
Αυτήν την ουσιαστική και πρωταρχική επιθυμία του ανθρώπου να δημιουργήσει με φόρμες και χρώματα την εικόνα του εαυτού του και κατ' επέκταση του κόσμου του, οι πρωτόγονοι την εξέφραζαν με αμεσότητα, οδηγούμενοι από το προσωπικό τους ένστικτο.  Με το πέρασμα του χρόνου βέβαια, τα δεδομένα άλλαξαν.  Ο άνθρωπος καλλιέργησε την ανάγκη έκφρασής του διαμέσου της εικόνας, μέσα σε εξειδικευμένα εργαστήρια ή σχολές.  Η πηγαία και άμεση έκφραση γίνεται πια έντεχνη δημιουργία.
 Ποτέ όμως δεν έπαψε να υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν σπουδάσει σε Σχολή Καλών Τεχνών, συνέχιζαν να δημιουργούν με οδηγό το καλλιτεχνικό τους ένστικτο και να δίνουν εξαιρετικές εικόνες ενός κόσμου όπως τον έβλεπαν με τα μάτια της ψυχής τους.
Οι δημιουργοί αυτοί ονομάστηκαν ναΐφ - όρος βέβαια που αμφισβητήθηκε κατά καιρούς.  Στα ελληνικά προτάθηκαν διάφορες αποδόσεις του όρου, όπως «απλοϊκός», «ζωγράφος του ενστίκτου», «πηγαίος καλλιτέχνης» και άλλα.  Εκείνη όμως που επεκράτησε είναι το «αφελής» ή «ναΐφ».  Έχοντας υπ' όψιν ότι η ρίζα της λέξης ναΐφ είναι το λατινικό «nativus», το οποίο σημαίνει εκ γενετής, φυσικός, αυθόρμητος, καταλήγουμε ότι ο όρος ναΐφ είναι αναμφισβήτητα ο καλύτερος για να εκφράσει την πηγαία, έμφυτη, αυθόρμητη και απροβλημάτιστη αυτή τέχνη, στην οποία συνυπάρχουν ο κόσμος του φανταστικού, του μαγικού και του πραγματικού, δοσμένοι με την ειλικρίνεια και την αθωότητα ενός μικρού παιδιού...
Θα λέγαμε, λοιπόν, σε γενικές γραμμές, ότι ο ναΐφ ζωγράφος ανοίγει με την τέχνη του έναν προσωπικό διάλογο με τον γύρω του κόσμο, καταγράφοντας με το πηγαίο καλλιτεχνικό του ταλέντο αυτό που βλέπουν τα μάτια της ψυχής και όχι αυτό που υπαγορεύει η λογική και η γνώση των εικαστικών κανόνων.  Ο ναΐφ καλλιτέχνης έχει λοιπόν ψυχή μικρού παιδιού και με αυτήν συλλαμβάνει και εκφράζει τον κόσμο.  Αυτό βέβαια δεν αποκλείει το γεγονός, ο ναΐφ καλλιτέχνης να είναι άτομο μορφωμένο και με πνευματική καλλιέργεια.
Στον ελληνικό χώρο παρατηρείται συχνά το φαινόμενο σύγχυσης του όρου «λαϊκός» με τον όρο «ναΐφ» κάτι που πολύ νωρίς επεσήμανε ο Γιάννης Γκίκας στο βιβλίο του «Λαϊκή και ναΐφ ζωγραφική».  Η λαϊκή τέχνη μπορεί να είναι και «ναΐφ», αποτελεί όμως ξεχωριστή κατηγορία.  Ο λαϊκό ζωγράφος δεν απεικονίζει τα θέματα του με βάση την προσωπική δημιουργία του θέαση, αλλά στηρίζεται στα πρότυπα της πολιτισμικής παράδοσης ενός λαού, τα οποία κληρονομεί από τους παλαιότερους και παραδίδει στους νεότερους.  Για τον λόγο αυτό ο λαϊκός καλλιτέχνης κινείται σε καθορισμένα πλαίσια και έχει περιορισμένη ελευθερία.  Έχει βέβαια τη δυνατότητα να τροποποιήσει τους τύπους της παράδοσης, δεν μπορεί όμως να τους λησμονήσει.
Από την άλλη, ο ναΐφ δημιουργός έχει απεριόριστη ελευθερία και δεν δεσμεύεται από κανέναν παλαιότερο τύπο ή μοντέλο έκφρασης.  Με αυτό το σκεπτικό, η ζωγραφική σε γυαλί, που αναπαρήγαγε τυποποιημένες παραστάσεις με μικρές διαφοροποιήσεις, ανήκει στην κατηγορία της λαϊκής ζωγραφικής.  Ο Μιχαήλ Κάσιαλος, με την αυθεντική και πρωτότυπή του δημιουργία αποτέλεσμα μιας εντελώς προσωπικής θέασης του κόσμου, είναι ένας τυπικός ναΐφ καλλιτέχνης, παρά το γεγονός ότι στο έργο του αναγνωρίζουμε και κάποια λαϊκά στοιχεία.
Όπως έχει αναφερθεί, ο πρώτος διεθνώς αναγνωρισμένος ναΐφ ζωγράφος είναι ο Γάλλος τελώνης Ανρί Ρουσσώ.  Την τέχνη του Ρουσσώ αγκάλιασαν ιδιαίτερα οι καλλιτέχνες των πρωτοποριών των αρχών του αιώνα, γεγονός που τον έκανε να θεωρείται διεθνώς ο πατριάρχης της ναΐφ τέχνης, με το έργο του να κοσμεί τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου.
Στη Ελλάδα η τέχνη των ναΐφ έρχεται στην επιφάνεια το 1929 με την ανακάλυψη του Θεόφιλου από τον τεχνοκριτικό Ευστράτιο Ελευθεριάδη, γνωστό ως Teriade που ζούσε στο Παρίσι.  Επηρεασμένος ο Teriade από το κλίμα που επικρατούσε στο Παρίσι και γενικότερα από την αναβάθμιση της σημασίας που δινόταν σε μορφές τέχνης όπως η ναΐφ, η παιδική και η πρωτόγονη, είχε την ικανότητα να ξεχωρίσει τη μοναδικότητα της τέχνης του ζωγράφου από τη Μυτιλήνη.  Το έργο του Θεόφιλου αγαπήθηκε και αγκαλιάστηκε από την ελληνική διανόηση και τους καλλιτέχνες, οι οποίοι διαπίστωναν ότι το έργο του Θεόφιλου αποτελούσε τη χαμένη γέφυρα μεταξύ της αρχαίας και της σύγχρονης ελληνικής τέχνης.  Το έργο μάλιστα του Θεόφιλου επηρέασε τους καλλιτέχνες της περίφημης γενιάς του '30, της γενιάς που επεδίωξε να επαναφέρει το πνεύμα της ελληνικότητας στην τέχνη.  Θαυμαστής του Θεόφιλου υπήρξε μεταξύ άλλων και ο σημαντικός ζωγράφος της γενιάς του '30 Γιάννης Τσαρούχης, ο οποίος μάλιστα ζωγράφισε τον Θεόφιλο παίρνοντας στοιχεία από το ύφος της ζωγραφικής του.
Στην Κύπρο η ανακάλυψη και η εκτίμηση των ντόπιων ναΐφ καλλιτεχνών έγινε με κάποια καθυστέρηση.  Ο ζωγράφος Αδαμάντιος Διαμαντής ήταν από τους πρώτους που εντόπισαν, προς το τέλος της δεκαετίας του '50, τον Μιχαήλ Κάσιαλο και γοητεύτηκαν από το έργο του απλοϊκού αυτού ζωγράφου. Έτσι, από τότε, αρχίζει να έρχεται στο φως η τέχνη και η ζωή του πρώτου επώνυμου ναΐφ ζωγράφου της Κύπρου.
Ο Κάσιαλος γεννήθηκε το 1885 στο χωριό Άσσια.  Στο σχολείο απέκτησε τις πρώτες ζωγραφικές του εμπειρίες με δάσκαλο τον Κυριάκο Πιερίδη.  Από τότε διαφαίνεται το πηγαίο του ταλέντο και η αγάπη του για τη ζωγραφική.  Η έλξη του αυτή προς τη δημιουργία τον ώθησε στη συνέχεια να παρακολουθήσει, ανελλιπώς, την αγιογράφηση της εκκλησίας του χωριού του από τους πατέρες Κύριλλο και Νύφωνα.
Στα δεκατρία του χρόνια, έπειτα από προτροπή του πατέρα του, έμαθε την τέχνη του παπουτσή, την οποία άσκησε για πολλά χρόνια.  Γι' αυτό, άρχισε παράλληλα να διακοσμεί καθρέφτες, χρηστικά αντικείμενα, να δημιουργεί πήλινα αγγεία, τα οποία στη συνέχεια πωλούσε σε διάφορα πανηγύρια.  Τότε ήταν που αντιλήφθηκε το ταλέντο του στη γλυπτική και συγκεκριμένα το χάρισμα που είχε να αντιγράφει, πιστά αρχαία ευρήματα.  Η μεγάλη του δεξιοτεχνία τον βοήθησε να φτιάξει πειστικές απομιμήσεις, χρησιμοποιώντας πρωτόγονα εργαλεία και υλικά, τις οποίες πωλούσε στη συνέχεια με μεγάλη ευκολία σαν αρχαιότητες, σε ντόπιους αλλά και σε ξένους επισκέπτες.  Δεν ήταν λοιπόν τυχαίο το γεγονός ότι δημιούργημά του, φιλοξενήθηκε, για μικρό χρονικό διάστημα, στους χώρους του Κυπριακού Μουσείου.
Ο Κάσιαλος δημιούργησε πολλές απομιμήσεις, οι περισσότερες όμως τις οποίες έχουν χαθεί, πράγμα λυπηρό, αφού, όπως υποστήριζε και ο Αδαμάντιος Διαμαντής, δεν ήταν απλώς πιστά αντίγραφα, αλλά πρόβαλλαν και τη σφραγίδα του δημιουργού τους...
Τα έργα του χαρακτηρίζονται από όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της ναΐφ τέχνης που αναφέραμε προηγουμένως.  Ενώ όμως σχεδόν πάντα ο Κάσιαλος υπέγραφε τα έργα του, σπάνια τα χρονολογούσε.  Το πιο παλιό χρονολογημένο του έργο, είναι το «Ερωτόκρικος και Αρετούσα», που φέρει την υπογραφή Μ. Μηλής Κάσιαλος και τη χρονολογία 1950.  Με το επίθετο Μηλής έχει υπογράψει και άλλα πρώιμα έργα του.  Στη συνέχεια όμως το εγκατέλειψε, για να κρατήσει μόνον το «Κάσιαλος», το οποίο κάποτε έγραφε και με δύο κάππα.  Παρόλο που το ύφος του δεν διαφοροποιείται πολύ, στα πρώτα του έργα απεικονίζονται λιγότερες μορφές, χρησιμοποιεί πιο περιορισμένη χρωματική γκάμα και μεγαλύτερες ενιαίες χρωματικές επιφάνειες, υπάρχει μεγαλύτερη απλοποίηση και λιγότερες λεπτομέρειες.  Τα έργα αυτά είναι πιο κοντά στη λαϊκή ζωγραφική σε γυαλί, από την οποία ξεκίνησε.  Όσο προχωρεί, εξοικειώνεται περισσότερο με το υλικό του και χειρίζεται με μεγαλύτερη σιγουριά το ζωγραφικό χώρο.  Τα χρώματά του γίνονται πιο πλούσια και λαμπερά και αρχίζει να χρησιμοποιεί και κάποιες τονικές διαβαθμίσεις, ιδιαίτερα στα φόντα του.  Οι ενιαίες χρωματικές επιφάνειες διακόπτονται με την τοποθέτηση άλλων χρωμάτων ή διακοσμήσεων.  Γενικά, το διακοσμητικό στοιχείο γίνεται, πολλές φορές, αρκετά έντονο.  Χρησιμοποιεί, επίσης, και πρωτόλεια φωτοσκίαση.
Σε όλα τα έργα του προσπαθεί να μείνει πιστός στο θέμα του και να το αποδώσει όσο πιο περιγραφικά γίνεται.  Αυτό το κρίνει με βάση τη σημασία που δίνει ο ίδιος στα πράγματα, με αποτέλεσμα σ' έναν πίνακα να υπάρχουν ρεαλιστικές, λεπτομερείς περιγραφές και ταυτόχρονα πολλή αφαίρεση, ιδιαίτερα στο χώρο, που γίνεται έτσι αρκετά αντιρεαλιστικός.
Η σύνθεση των στοιχείων στο χώρο του πίνακα είναι αυθαίρετη και ενστικτώδης και μοιάζει με τον τρόπο που τα παιδιά συνθέτου τα έργα τους.  Δεν υπάρχει προοπτική, τους κανόνες της οποίας αγνοεί παντελώς, και τα θέματα δίνονται παρατακτικά.  Γι' αυτό, όπου δεν τον χωράει το πλάτος του πίνακα, δεν διστάζει να συνεχίσει, παρατάσσοντας μορφές ή ολόκληρες σκηνές στο πάνω μέρος του πίνακα.
Η απόδοση των μορφών δίνεται με αρκετή σχηματοποίηση.  Είναι μορφές κατακόρυφες και στατικές, ήρεμες και ακίνητες μέσα στη δοσμένη τους κίνηση.
Το σχέδιο του είναι σκληρό και οι εξωτερικές γραμμές των μορφών είναι έντονες και μαύρες.  Οι μορφές δίνονται μετωπικά ή σε προφίλ, φαίνονται ανεξάρτητες από το χώρο τους και μοιάζουν πολλές φορές με φιγούρες Καραγκιόζη επικολλημένες στη ζωγραφική επιφάνεια.  Πολύ συχνά υπάρχει παραμόρφωση των αναλογιών και σημασιολογική κλίμακα στην απόδοσή τους.
Κάποια στοιχεία - ιδιαίτερα διακοσμητικά ή στοιχεία που αφορούν στο χώρο μέσα στον οποίο τοποθετούνται οι μορφές - παναλαμβάνονται σε πολλά έργα.  Αυτή η επανάληψη δείχνει την προηγούμενη σχέση του Κασιαλου με τη λαϊκή τέχνη, από τη οποία δεν φαίνεται να αποδεσμεύτηκε εντελώς.
Όπως ο Θεόφιλος, έτσι και ο δικός μας Κάσιαλος, θα πρέπει να θεωρηθεί ως ο κρίκος που συνδέει το παρελθόν με το παρόν της τέχνης μας.  Στο έργο του αναγνωρίζουμε κάποια στοιχεία από την αρχαιοελληνική τέχνη, τη βυζαντινή και τη λαϊκή, όλα όμως δοσμένα με τη ελευθερία της δικής του αφελούς αμεσότητας.  Μας δένει ακόμη με το παρελθόν μας, γιατί ο Κάσιαλος δεν έχει επηρεαστεί από κανένα ξένο στοιχείο.  Ασπούδαχτος και με λαϊκή καταγωγή, άντλησε μόνον από τον τόπο του.  Με το έργο του συναντά τους λαϊκούς ναΐφ των μεταβυζαντινών εικόνων και τους ζωγράφους των λαϊκών τοιχογραφιών, που μέσα στο έργο τους διασώθηκε «λαϊκοποιημένη» η ζωγραφική παράδοση του τόπου μας.  Όλ' αυτά όμως ειδωμένα με τα μάτια της δικής του ψυχής και δοσμένα με το δικό του τρόπο.  Γι΄αυτό και η ζωγραφική του είναι - δανείζομαι το χαρακτηρισμό που έδωσε ο Οδυσσέας Ελύτης μιλώντας για τον Θεόφιλο - «καταγωγική συνάμα και άμεση».
[Δάφνη Νικήτα,"Μιχαήλ Κάσιαλος, η κρυμμένη γοητεία της ζωγραφικής", Ίδρυμα Πιερίδη. Λάρνακα]

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Επίλεκτα έργα Ελληνικής Τέχνης 19ου & 20ου αιώνα: Hotel Electra Palace Thessaloniki 8 & 9/12/2016


Δεν χρειάζεται να είναι κανείς γκαλερίστας ή ειδικός για να γνωρίζει ότι οι χώροι που ζούμε και εργαζόμαστε φωτίζονται και αποκτούν μία άλλη ομορφιά όταν είναι διακοσμημένοι με έργα τέχνης. Είναι πολλοί όμως ακόμη αυτοί που δεν το τολμούν να τα αποκτήσουν είτε γιατί βρίσκουν τον κόσμο της τέχνης κλειστό ή δυσπρόσιτο,τις δημοπρασίες δύσκολα προσβάσιμες,τα δε έργα τέχνης τόσο ακριβά που μόνον οι ευκατάστατοι είχαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν. Όμως αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και δεν θα έπρεπε πλέον να συμβαίνει. Ακόμη και με ελάχιστα ευρώ στον λογαριασμό του κάποιος θα μπορούσε σχετικά απλά να αποκτήσει ένα έργο τέχνης και, γιατί όχι, να αρχίσει το χτίσιμο μιας συλλογής για την οποία με τα χρόνια να νοιώσει περή- φανος και να περάσει στις επόμενες γενιές. 
Ας μην ξεχνάμε ότι τα περισσότερα μουσεία στον κόσμο δημιουργήθηκαν από πρωτοβουλίες και συλλογές ιδιωτών πολλοί απ τους οποίους μάλιστα ήταν χαμηλών σχετικά εισοδημάτων. Επιπλέον η επαφή με την τέχνη καλλιεργεί τα αισθητικά και αντιληπτικά μας κριτήρια, διευρύνει το πνεύμα και δίνει άλλη διάσταση στη σκέψη και στην ευρηματικότητα. Όσο αναζητά και μαθαίνει κανείς την τέχνη τόσο βρίσκει τρόπους να την αποκτά. Η πρωτοβουλία μου στην διάθεση ποιοτικών έργων τέχνης σε χαμηλές τιμές και μάλιστα μόλις ένός ευρώ, αυτόν ακριβώς τον σκοπό έχει… να δώσει την ευκαιρία σε νέους συλλέκτες που δεν έχουν ακόμη την δυνατότητα να επενδύσουν χιλιάδες ευρώ, να κάνουν το πρώτο βήμα, να πατήσουν στο πρώτο σκαλί, αποκτώντας ενδιαφέροντα έργα σε πολύ προσιτές τιμές. Οι δημοπρασίες είναι οι πιο συνηθισμένες πηγές έργων για κάθε βαλάντιο και η διαδικασία τους είναι πολύ απλή…καμμία σχέση με τις ‘ανοίκεις’ δημοπρασίες που βλέπουμε κάποιες φορές σε ταινίες. 
Στις ζωντανές δημοπρασίες υπάρχει ένας ενθουσιασμός μία έκσταση και μια μαγεία στον αέρα. Ο δημοπράτης κρατάει έναν ρυθμό και η ατμόσφαιρα είναι επί το πλείστον διασκεδαστική. Δεν πρέπει να ταράσσεται ή να φοβάται κανείς την σκέψη μιας δημοπρασίας. Είναι καλό όμως να επισκέπτεται την έκθεση των έργων και να κάνει από πριν την έρευνά του σχετικά με το τί ακριβώς τον ενδιαφέρει και τι ποσόν διαθέτει. Έτσι η δημοπρασία γίνεται απολαυστική... αξέχαστη... και για πολλούς τρόπος ζωής. Όταν κάποιο έργο νιώθετε ότι κλέβει τη ματιά σας, μάθετε όλα όσα μπορείτε για τον καλλιτέχνη καιτο έργο του, ακόμη και αν δεν καταφέρετε να το αποκτήσετε, θα έχετε φύγει με περισσότερη γνώση περίτης τέχνης και σιγά-σιγά με καλύτερες προοπτικές για την ποιότητα της μελλοντικής συλλογή σας. Να αγοράσω κάτι ως επένδυση; με ρωτάνε πολλοί. Η απάντηση είναι απλή. Ακούμε το ένστικτό μας. Και το εμπιστευόμαστε. Αγοράζουμε αυτό που μας αρέσει. Αγοράζουμε αυτό με το οποίο θέ- λουμε να συγκατοικήσουμε... που μας ευχαριστεί. Αν οι γνώσεις μας επιτρέπουν να ταιριάξουμε το τερπνό με το ωφέλιμο... ακόμη καλύτερα. Πετύχαμε διάνα! Η περίοδος που διανύουμε είναι αυτή των μεγάλων ευκαιριών σε ποιότητα έργων συνδυαστικά με τις πολύ χαμηλές τιμές. Προσφέρεται για αγορές αριστουργημάτων σαν αυτά που κοσμούν τον κατά- λογό μας και για μικρά κονδύλια. Η πρόκληση μεγάλη... Τα αριστουργήματα μετρημένα.
[Θάνος Ευαγγελινός 11/2016]
Έκθεση: Hotel ELECTRA PALACE Thessaloniki Πέμπτη 8/12/ 2016, 14.00 - 21.00 & Παρασκευή 9/12/2016, 10.30 - 16.00 
Δημοπρασία: Ξενοδοχείο ELECTRA PALACE Θεσσαλονίκη Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016 19.30 (7:30 μ.μ.)  

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

Έλληνες Ζωγράφοι: Νίκος Φραντζολάς


Ο Νίκος Φρατζολάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1962. Αποφοίτησε με άριστα από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (1982-1987) στη ζωγραφική και πήρε υποτροφία στη σκηνογραφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (Ι.Κ.Υ.). Έχει παρουσιάσει τη δουλειά του σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις. Έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, όπως στη συλλογή έργων τέχνης της CITIBANK PRIVATE BANK του Λονδίνου, στην EUROBANK, στο Μουσείο Βορρέ, στο Σπίτι του Ηθοποιού, στη  «LIA TORNARITIS ART» στην Κύπρο κ.α.
Έχει επιμεληθεί τα σκηνικά και κοστούμια για τηλεοπτικές και κινηματογραφικές παραγωγές. Επίσης ασχολείται με την εικονογράφηση βιβλίων.
Τιμήθηκε με το Πανευρωπαϊκό Βραβείο «LEONARDO DA VINCI» του Ροταριανού Ομίλου, από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο (Ιούνιος 2000).
Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
[katsigrasmuseum]

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Ζωγράφοι της Καρδίτσας


Η καρδιτσιώτικη φύση και ο μόχθος της αγροτικής ζωής κατά τα προπολεμικά και μεταπολεμικά χρόνια, αποτέλεσαν ισχυρό έναυσμα καλλιτεχνικής δημιουργίας για πολλά τέκνα της καρδιτσιώτικης γης. Η πηγαία έμπνευση και το έμφυτο ταλέντο πολλών από αυτούς, αναδείχτηκαν μέσα από την απλότητα των έργων τους και τους κατέστησαν φημισμένους ανά την Ελλάδα και πέρα από τα σύνορά της. Πρώτο –για πολλούς λόγους-  αναφέρουμε τον Γιώργο Βαλταδώρο (1897-1930).
Ο Βαλταδώρος ήταν οπαδός της τεχνοτροπίας του κυβισμού. Πρωτοπόρος καλλιτέχνης για τη χώρα μας, παρά τη σύντομη ζωή του, υπήρξε επίσης ποιητής και διηγηματογράφος. Το έργα του χαρίστηκαν από τους κληρονόμους του στη Δημοτική Πινακοθήκη της Καρδίτσας.
Περισσότερο γνωστός στην Ελλάδα και στο εξωτερικό είναι ο Δημήτρης Γιολδάσης (1897 – 1993). Ο χρωστήρας του αποθανάτισε με μοναδικό τρόπο σε όλες της τις όψεις την καρδιτσιώτικη φύση και τη ζωή των ξωμάχων. Οι πίνακές του δωρήθηκαν από την κληρονόμο του κ. Στέλλα Γιολδάση στη Δημοτική Πινακοθήκη της Καρδίτσας, ενώ πολλοί βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές.
Επίσης σπουδαίος Καρδιτσιώτης ζωγράφος είναι ο Κώστας Παύλου ή Πωλ (1914-1962), του οποίου οι πίνακες κοσμούν τη Δημοτική Πινακοθήκη Καρδίτσας και πολλές ιδιωτικές συλλογές. Ο Παύλου, αν και πέθανε νέος, σε ηλικία 48 ετών, άφησε σημαντικό έργο, κυρίως στην απεικόνιση τοπίων.
Τέταρτο, αλλά όχι τελευταίο στη σειρά των Καρδιτσιωτών ζωγράφων, αναφέρουμε το Γιώργο Γούλα. Το μεράκι του για τη ζωγραφική τον ώθησε να τη σπουδάσει, παρά τις αντιξοότητες. Διακρίθηκε στη ρεαλιστική απεικόνιση των θεσσαλικών τοπίων. Αγροτιά, άνθρωποι του μόχθου, παζάρια, αλλά και σκηνές από την κατοχή, προβάλουν μέσα από το έργο του Γιώργου Γούλα.
Οι μεγάλοι ζωγράφοι της Καρδίτσας, ένα μικρό δείγμα των οποίων μνημονεύτηκε εδώ, απαθανάτισαν  στους πίνακές τους την Ελλάδα της ψυχής τους και άνοιξαν το δρόμο σε πλειάδα σπουδαίων νεότερων ζωγράφων, οι οποίοι σήμερα στεγάζονται στον «Εικαστικό Όμιλο Καρδίτσας».
Επιμέλεια: Μαρία Ωραιοζήλη Κουτσουπιά [artem.gr]
πηγη: (Εγχειρίδιο τοπικής Ιστορίας)

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

Κώστας Πανιάρας, ένας ιδιοφυής & ανατρεπτικός ζωγράφος


 

“ Η αναγκαιότητα της τέχνης είναι περιστασιακή, έως ανύπαρκτη. Όταν κλείνει ένα θέατρο, ένα βιβλιοπωλείο ή μια γκαλερί, ούτε που θα το πάρουν χαμπάρι οι Αθηναίοι…”
Γεννήθηκε το 1934 στο Κιάτο. Μετά τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής από τον Θ. Λεκό σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Γιάννη Μόραλη, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα κοντά στην Ελένη Ζογγολοπούλου. Το 1956 πήγε στο Παρίσι, όπου σπούδασε λιθογραφία στην εκεί Σχολή Καλών Τεχνών, ζωγραφική με τον Andre Lhote και ψηφιδωτό και φρέσκο με τον Gino Severini. Στη γαλλική πρωτεύουσα παρέμεινε ως το 1975, με ενδιάμεσα ταξίδια στη Νέα Υόρκη, την Περσία και την Άπω Ανατολή, και στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα.
Το 1956 ξεκίνησε την εκθεσιακή του δραστηριότητα, παρουσιάζοντας την πρώτη ατομική του έκθεση στην Αθήνα. Ακολούθησαν άλλες ατομικές, ορισμένες σε συνεργασία με τον Αλέξανδρο Ιόλα, και συμμετοχές σε ομαδικές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το 1984 οργανώθηκε αναδρομική παρουσίαση του έργου του στην Πινακοθήκη Πιερίδη. 
Στη ζωγραφική του, που αποτελείται από σαφείς ενότητες έργων, το χρώμα είναι το στοιχείο που κυριαρχεί και συντελεί στη δημιουργία συνθέσεων με μεγάλες επιφάνειες, ενώ η χρησιμοποίηση πτυχωτού πλαστικού σπάει την παραδοσιακή επιπεδότητα προσδίδοντας ανάγλυφη, κυματιστή υφή. Με την ίδια λογική χρησιμοποίησε το χρώμα και σε γλυπτικές συνθέσεις, επεμβαίνοντας στη φόρμα γνωστών κλασικών έργων και προκαλώντας μια διαφορετική ερμηνεία τους, καθώς και στις εγκαταστάσεις και τα γλυπτικά περιβάλλοντα που δημιουργεί και τα οποία συνδυάζουν τα βασικά στοιχεία της ζωγραφικής και της γλυπτικής του. 
«Αν με ρωτούσαν τι κέρδισα τόσα χρόνια από την πείρα μου, θα έλεγα χωρίς δισταγμό: τίποτα! Οι αποκτημένες γνώσεις στην τέχνη γίνονται αμέσως άχρηστες, σαν πεθαμένες. Η ζωγραφική δεν εξασφαλίζεται με αυτές. Ξανα-εφευρίσκεται κάθε μέρα», είχε πει σε συνέντευξή του στην Athens Voice το 2010, όπου είχε εκφράσει και την πικρία του για τη σχέση των Αθηναίων με την τέχνη: «Η αναγκαιότητα της τέχνης είναι περιστασιακή, έως ανύπαρκτη. Όταν κλείνει ένα θέατρο, ένα βιβλιοπωλείο ή μια γκαλερί, ούτε που θα το πάρουν χαμπάρι οι Αθηναίοι. Ένα μαγαζί με ρούχα ή ένα εστιατόριο της μόδας που κλείνει προξενεί αμηχανία. Κάτι σαν ένα μικρό κοινωνικό κενό...».
(Πηγή βιογραφικών στοιχείων: Εθνική Πινακοθήκη)
[Επιμέλεια: Αντρέ – Αντρέ]