Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

Βιογραφικό: Κισιώτη Μαρία

Γεννήθηκε στη Βέροια Ημαθίας το 1981. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Είναι απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ με μεταπτυχιακές σπουδές στον τομέα των παιδαγωγικών. Εντρύφησε την τέχνη της ζωγραφικής και της αγιογραφίας σε μικρή ηλικία . Την αγάπη για την τέχνη της εμφύσησαν οι πρώτοι της δάσκαλοι και αγιογράφοι από τη Θεσσαλονίκη, Γιώργος και Ιωάννης Σιδηρόπουλος, οι οποίοι δίδασκαν βυζαντινή αγιογραφία στη Ι.Μ. Παναγίας Δοβρά Βεροίας(1995-1999). Κατά τη διάρκεια των σπουδών της διδάχθηκε βυζαντινό σχέδιο, την Κρητική και Μακεδονική τεχνοτροπία καθώς και την τεχνική του Fresco και του στιλβωτού χρυσώματος.
Με την είσοδο της στο πανεπιστήμιο παρακολούθησε επί 4 έτη μαθήματα αγιογραφίας που παρέδιδε στη Θεολογική σχολή ο αγιογράφος Κωνσταντίνος Ξενόπουλος. Η γνωριμία αυτή στάθηκε η αφορμή για την περαιτέρω μεταξύ τους συνεργασία. Πιο συγκεκριμένα εργάστηκε στο εργαστήριο του στην Κατερίνη διδάσκοντας ζωγραφική σε παιδιά δημοτικού καθώς επίσης και σαν υπεύθυνη παράδοσης μαθημάτων βυζαντινής αγιογραφίας εικόνων στη Διεθνή θερινή Ακαδημία στο Moosburg της Αυστρίας. Παράλληλα συμμετείχε σε πρόγραμμα συντήρησης και αποκατάστασης του Ι.Ν. Ταξιαρχών στη Λάιστα Ιωαννίνων.
Με το πέρας των σπουδών της εργάστηκε για 3 έτη ως εκπαιδεύτρια στο ΙΕΚ Πολιτιστικό στο Τμήμα αγιογραφίας βυζαντινών Εικόνων και Τοιχογραφιών ενώ ταυτόχρονα (2005-2007) παρέδιδε μαθήματα αγιογραφίας στην σχολή της Ι.Μ. Παναγίας Δοβρά Βεροίας. Το σχολικό έτος 2010-2011 παρέδιδε μαθήματα αγιογραφίας σε ΑΜΕΑ στο σωματείο Αγ. Αναστάσιος ο Πέρσης στον Τρίλοφο Θεσσαλονίκης.
Έχει πάρει μέρος σε πολλές ομαδικές εκθέσεις τόσο στη Βέροια στο πλαίσιο των Παυλείων υπό την αιγίδα της Ι.Μ. Βεροίας Ναούσης και Καμπανίας, όσο και στη Θεσσαλονίκη στη Θεολογική Σχολή αλλά και στο εξωτερικό, στην Αυστρία και την Ιταλία. Από το 2005 ασχολείται με την αγιογραφία επαγγελματικά σε ιδιωτικό επίπεδο. Παράλληλα με την ζωγραφική και την αγιογραφία ασχολείται και με την αργυροχρυσοχοΐα.
[Επιμέλεια: Μ.Κουτσουπιας, για το Ινστιτούτο Μελετών Ελληνικής Τέχνης, Artem]

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Βιογραφίες: Σπύρος Παπαλουκάς (1892– 1957)

Σ. Παπαλουκάς,
Αυτοπροσωπογραφία
Διακεκριμένος ζωγράφος, πρόδρομος της «γενιάς του '30».
O Σπύρος Παπαλουκάς γεννήθηκε το 1892 στη Δέσφινα Παρνασσίδας. Σε ηλικία έξι ετών έχασε τον πατέρα του. Από τα οχτώ ως τα δεκατέσσερα χρόνια του φοίτησε στο δημοτικό σχολείο του χωριού του, όπου ο συγγενής του ζωγράφος Παπακωνσταντίνου διέγνωσε την κλίση του.  Το 1907 πήγε στον Πειραιά για να εργαστεί σε χρωματοπωλείο. Ένα χρόνο μετά,  πήρε απολυτήριο σχολαρχείου. Το 1909 εκτέλεσε την πρώτη του παραγγελία, τον «Μεγάλο Αρχιερέα», και κατόπιν ολόκληρο το τέμπλο της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου στη Δεσφίνα. Ήδη εκείνη τη χρονιά είχε ξεκινήσει  την παρακολούθηση μαθημάτων στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, με δασκάλους τον Γ. Ροιλό και τον Γ. Ιακωβίδη. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, ως το 1916, κέρδισε τα επτά πρώτα του βραβεία. 

Συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, στις σχολές Grande Chaumiere και Ecole Julien, τις οποίες διέκοψε το 1922, όταν μετέβη στο μικρασιατικό μέτωπο  ως πολεμικός ζωγράφος μαζί με τον Περικλή Βυζάντιο και τον Παύλο Ροδοκανάκη. Με τα έργα  από την πορεία στο μέτωπο, το Υπουργείο Στρατιάς Μικράς Ασίας οργάνωσε μεγάλη πολεμική έκθεση στο Ζάππειο Μέγαρο. Η επιτυχία της έκθεσης ήταν τέτοια, που αποφασίστηκε η μεταφορά της στη Σμύρνη. Δυστυχώς, η καταστροφή της Σμύρνης ήταν κοντά και  500 έργα του κάηκαν στο τρένο που τα μετέφερε.
Απογοητευμένος από τη διακοπή των σπουδών του και την απώλεια των έργων του, αποσύρθηκε στην Αίγινα, μελετώντας το ελληνικό τοπίο και δημιουργώντας την «περίοδο της Αίγινας». Την ίδια περίοδο, ο  φίλος του πεζογράφος Στρατής Δούκας  επισκέφθηκε το Άγιο Όρος και ο Παπαλουκάς τον  ακολούθησε σύντομα. Οι δύο φίλοι παρέμειναν στη μοναστηριακή πολιτεία για ένα χρόνο. Κατά τη διάρκειά του  ο καλλιτέχνης «σπούδασε» το αγιορείτικο τοπίο και τη βυζαντινή τέχνη, δημιουργώντας την περίοδο του «Αγίου Όρους». Ένα μέρος από την παραγωγή αυτή εκτέθηκε το 1924 στην Θεσσαλονίκη, σε μία διαμορφωμένη αίθουσα του Λευκού Πύργου.
Το 1925, πάλι χάρη στο Στρατή Δούκα, ο Παπαλουκάς έμεινε για ένα εξάμηνο στη Μυτιλήνη, για να δημιουργήσει μία σειρά από τοπιογραφίες. Παράλληλα διορίστηκε καθηγητής του ελεύθερου και διακοσμητικού σχεδίου στη Βιοτεχνική Σχολή. Την περίοδο εκείνη μελέτησε τα ψηφιδωτά του Οσίου Λουκά και εκτέλεσε αντίγραφα, ενώ ζωγράφισε και τοπία της Παρνασσίδας. Το 1926 με συντροφιά τους φίλους του Στρατή Δούκα και Δημήτρη Πικιώνη πήγε στη Σαλαμίνα. Εργαζόμενος ακατάπαυστα και εκεί, δημιούργησε την «περίοδο της Σαλαμίνας». Το 1927, μετά από πανελλήνιο διαγωνισμό, ανέλαβε την εικονογράφηση του μητροπολιτικού ναού της Ευαγγελίστριας της Άμφισσας, την οποία ολοκλήρωσε το 1932.
Κατά την δεκαετία 1930–1940 εξέθεσε έργα του μαζί με άλλους ζωγράφους της Ομάδας «Τέχνη». Σχεδίασε επίσης σκηνικά και κουστούμια για το Εθνικό Θέατρο, ενώ ζωγράφιζε και τοιχογραφίες στις προσόψεις ιδιωτικών οικιών και δημοσίων κτιρίων. Το 1939 Υπουργείο Παιδείας, του ανέθεσε την εικονογράφηση του ναού της Σχολής Νομικού και τη διακόσμηση της Μονής Μεγάλου Σπηλαίου.
Το 1940, επί δημαρχίας  Κωνσταντίνου Κοτζιά, διορίσθηκε σύμβουλος του Δήμου Αθηναίων σε θέματα πολεοδομίας και χωροταξίας και διευθυντής της Δημοτικής Πινακοθήκης. Η ανασυγκρότηση των συλλογών της, η συντήρησή των έργων και η οργάνωση εκθέσεών τους, έγιναν χάρη στο δικό του ζήλο.

Από το 1945 έως το 1951 δίδαξε μαθήματα σχεδίου στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου. Κατά τα έτη 1951-1956 μετείχε σε επίσημες ελληνικές διοργανώσεις του ελληνικού κράτους με καλλιτεχνικές εκθέσεις στην Αίγυπτο, το Βέλγιο, τη Γιουγκοσλαβία, την Ιταλία, τον Καναδά, την Ολλανδία, τη Σουηδία, την Αμερική. Το 1956 εκλέχτηκε καθηγητής του εργαστηρίου ζωγραφικής της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών. Πέθανε ένα χρόνο μετά, στις 3 Ιουνίου 1957, σε ηλικία 65 ετών.

Ο Σπύρος Παπαλουκάς ήταν μεγάλος γνώστης των καλλιτεχνικών ρευμάτων της εποχής του, αλλά και εξίσου μεγάλος γνώστης της βυζαντινής τέχνης. Τα έργα του συνδυάζουν τον ιμπρεσιονισμό των Σεζάν, Ματίς και βαν Γκογκ με την πνευματικότητα των βυζαντινών αγιογραφιών. Η διαμονή του στο Άγιο Όρος είχε επίδραση στο έργο του, τέτοια που ο ζωγράφος συνέχισε να δουλεύει αγιορείτικα τοπία για πολλά χρόνια κατόπιν. Εκτός από αγιογραφίες και τοπιογραφίες, ο Παπαλουκάς έφτιαξε και πορτρέτα, με πλέον χαρακτηριστικό Το παιδί με τις τιράντες (1925).
Η επίδραση του Παπαλουκά στους σύγχρονούς του και στους μεταγενέστερους έλληνες ζωγράφους ήταν καταλυτική, αφού με το έργο του έδειξε πως μοντέρνα τέχνη και ελληνικότητα δεν είναι έννοιες ασύμβατες.
[Επιμέλεια: Φώτης Κουτσουπιας, για το Ινστιτουτο Ερευνών Ελληνικής Τέχνης Artem]

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

Βιογραφίες: Αγήνωρ Αστεριάδης

Ύδρα, λάδι σε μουσαμά, 100x105 εκ.
Θαν. Χρήστου, λάδι σε μουσαμά,
70Χ90 εκ.
Ζωγράφος, αγιογράφος  και χαράκτης. Γεννήθηκε στη Λάρισα το 1898. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών από το 1915 έως το 1921, με δασκάλους τον Ροϊλό, τον Ιακωβίδη, το Βικάτο και το Μαθιόπουλο.  Πνευματικά  και αισθητικά ανήκει στη γενιά του ’30, που  αναζήτησε την ελληνικότητα  μέσα από διάφορους δρόμου.
Αθ. Παπαδομανωλάκη,
λάδι σε  μουσαμα, 50Χ70 εκ.
Καλλιτέχνης πρωτοπόρος, αλλά σεμνός, κατά την περίοδο του μεσοπολέμου συμμετείχε στην ίδρυση του καλλιτεχνικού ομίλου «Ομάς Τέχνη». Ο Αγήνορας Αστεριάδης μοιραζόταν τις ανησυχίες του με όλους τους καλλιτέχνες της εποχής του. Μαθήτεψε κοντά στον Νικόλαο Λύτρα, ενώ κατά τη διάρκεια της ωρίμανσης του επηρεάστηκε από το έργο του Φώτη Κόντογλου. Το 1940 επισκέφθηκε τα μοναστήρια του Αγίου Όρους, όπου μελέτησε εικόνες και χειρόγραφα. Η βυζαντινή τέχνη και η λαϊκή παράδοση και αρχιτεκτονική, συνυπάρχουν στο έργο του μαζί με τα διδάγματα του κυβισμού και τα άλλα εικαστικά ρεύματα των αρχών του 20ού αι.
Μονή Καρακάλλου,
Υδατογραφία, 35,4x25,3εκ.
E. Μπαρας, λάδι σε μουσαμα,
60Χ80 εκ.
Τα ζωγραφικά του έργα είναι συνήθως δισδιάστατα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι ρεαλιστικά.
Η θεματογραφία του ποικίλει:  Ελληνική ύπαιθρος, αγροτική ζωή, αστικό τοπίο, ηθογραφίες, αγιορείτικες τοιχογραφίες και άλλες θρησκευτικές παραστάσεις.  Ασχολήθηκε με την εικονογράφηση βιβλίων θρησκευτικών, λογοτεχνικών και σχολικών. Εξέδωσε τα Παιδικά Σχέδια το 1933 με τον συνάδελφό του Σπύρο Βασιλείου.

Εικονογράφησε επίσης τα Νεοελληνικά Αναγνώσματα για το Γυμνάσιο (1950), το βιβλίο «Στο Μυστρά των Παλαιολόγων» της Ελένης Βαλαβάνη (εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 1971), κ.ά.
Τιμήθηκε από τη Διεθνή Έκθεση Παρισιού και από την Έκθεση Βιβλίου Αθηνών (1939).  Συμμετείχε σε πολλές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Ρώμη, Οττάβα, Βελιγράδι, Μόσχα, Βουκουρέστι, Λουγκάνο, Μπουένος Άιρες, Μπιενάλε του Σάο Πάολο, Μπιενάλε Αλεξανδρείας, κ.ά.). Το 1976, έναν χρόνο πριν από τον θάνατό του, η Εθνική Πινακοθήκη τον τίμησε με μεγάλη αναδρομική έκθεση.
[Φ. Κουτσουπιάς, για το Ινστιτουτο Μελετών Ελληνικής Τέχνης Αrtem]

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Βιογραφία: Πελεκάσης Δημήτριος (1881-1973)

Ο Δ. Πελεκάσης γεννήθηκε στην πόλη της Ζακύνθου το 1881. Ταλαντούχος, προερχόμενος από ένα ιδιαίτερα πνευματικό οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Καθηγητές του ήταν ο Γ. Ροίλος, ο Ν. Λύτρας και ο Γ. Ιακωβίδης.
Συμπλήρωσε τις σπουδές του στην Ιταλία. Φοίτησε στην Ακαδημία της Ρώμης  San Luca και μελέτησε εμπεριστατωμένα τις ιταλικές πινακοθήκες, ιδιαίτερα της Φλωρεντίας.
Επιστρέφοντας στο νησί του εργάστηκε στο εργαστήρι του πατέρα του ως προσωπογράφος και τοπιογράφος, ενώ από κοινού ανέλαβαν την αγιογράφηση ζακυνθινών ναών, όπως ο ναός του Αγίου Νικολάου στο Μουζάκι (1910) κι ο ναός της Αγίας Παρασκευής στο Μπελούσι (1911-1912). 

Κ.Καλλιφατιδη, λάδι σε κ.πλακέ,
55Χ75εκ.
Κ.Καλλιφατιδη, λάδι σε κ.πλακέ,
23Χ32εκ.
Κ.Καλλιφατιδη, Λάδι σε κ.πλακέ,
45Χ47εκ.
Δ. Πελεκάση, Μικρές Ζακυνθινοπούλες
Έζησε δύο χρόνια στο Κάιρο, εργαζόμενος στην Πινακοθήκη του λόρδου Κίτσενερ. Το 1914 επέστρεψε στη Ζάκυνθο όπου συνέβησαν τραγικά γεγονότα: Η 6χρονη κόρη του πέθανε από υδροκυανικό οξύ που χρησιμοποιούσε στο εργαστήρι για τη συντήρηση των εικόνων, ενώ έχασε κι ένα αγόρι σε νηπιακή ηλικία. Μετακόμισε με το μοναχογιό του στην Αθήνα, όπου δούλεψε ακατάπαυστα αγιογραφώντας ναούς. Το 1923 ανέλαβε την αγιογράφηση της ορθόδοξης εκκλησίας του Αγίου Γερασίμου της ελληνικής κοινότητας στη Λωζάννη. Έργα του κοσμούν το Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, τον Άγιο Γεώργιο Κυψέλης, τον Άγιο Δημήτριο Ψυχικού, την Αγία Γρηγορούσα στους Αέρηδες της Πλάκας, την Αγία Παρασκευή στου Ψυρρή, το ναό της Αναστάσεως στο Χολαργό, την Αγία Μαρκέλλα στο Βοτανικό. Κάτοχος των τεχνικών της νωπογραφίας (fresco), ωογραφίας, ψηφιδωτών και άλλων συνθετικών χρωματικών μιγμάτων, κλήθηκε συχνά και ως συντηρητής έργων Τέχνης.
Ασχολήθηκε και με τη συγγραφή. Δημοσίευσε μελέτες και άρθρα, εξέδωσε μονογραφίες όπως «Ηλίας Μόσχος», «Ιωάννης Κοραής» κ.α., έγραψε ποιήματα. Τα ποίηματά του «Δόξα και δάφνες στον στρατό» (εμπνευσμένο από τον αγώνα του 1912) και η «Η Γλυκειά παρθένα ολόχαρη», με τη μουσική του Διονύσιου Κατσίγιαλου, γνώρισαν πανελλήνια επιτυχία. Διετέλεσε ιδρυτικό μέλος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, ενώ συνετέλεσε στην ίδρυση του Μουσείου Διονυσίου Λοβέρδου στην Αθήνα και του Χριστιανικού Μουσείου στη Ζάκυνθο. Τα έργα του που περισσότερο προκαλούν το θαυμασμό είναι οι πολυπρόσωπες συνθέσεις ιστορικών θεμάτων, με κορυφαίες τις μικρογραφίες του σε μέταλλα (χαλκό, ασήμι, ελεφαντοστό). Προσέφερε δε τα μέγιστα στην αναγέννηση της βυζαντινής τέχνης, χάρη της οποίας είχε μελετήσει και την αγιορείτικη ζωγραφική.Σημαντικό μέρος της εργογραφία/πινακογραφίας του χάθηκε κατά το σεισμό του 1953 και πολλά άλλα έργα συλήθηκαν. Όσα σώθηκαν, κοσμούνε μεγάλα μουσεία και ιδιωτικές συλλογές.
[Αντώνης Κουτσουπιάς, για το Ινστιτουτο Μελετών Ελληνικής Τέχνης Artem]

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

Έκθεση: Έλληνες Ζωγράφοι του 19ου & 20ου αιώνα

Εγκαινιάστηκε την Τετάρτη 15/6/2011 στη Δημοτική Πινακοθήκη Άρτας «Γιάννης Μόραλης» η έκθεση ζωγραφικής υπό τον τίτλο «Έλληνες Ζωγράφοι του 19ου & 20ου αιώνα». Η έκθεση περιλαμβάνει έργα που εξασφάλισαν οι Φίλοι Δημοτικής Πινακοθήκης Άρτας και συγκεκριμένα παρουσιάζονται 37 πίνακες 29 καταξιωμένων Ελλήνων ζωγράφων. Η έκθεση θα διαρκέσει ως τις 2 Αυγούστου 2011 και θα λειτουργεί Τρίτη – Παρασκευή από ώρες 9:30-13:30 και 18:00-21:00 και Σάββατο από ώρες 10:00-14:00.
Πίνακες ζωγραφικής που απεικονίζουν την ευαίσθητη ματιά και την ψυχή των καλλιτεχνών και που ενισχύουν την αγάπη προς τις εικαστικές τέχνες, ιδιαίτερα των νέων που είναι και η στόχευση,  «και, γιατί όχι, να ξεπεταχτούν από εδώ ένας και περισσότεροι ζωγράφοι της αξίας του Ι. Μόραλης» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στην ομιλία του ο πρόεδρος των Φίλων της Πινακοθήκης Άρτας κ. Μεθόδιος.
[Μ. Κουτσουπιάς, για το Ινστιτουτο Μελετών Ελληνικής Τέχνης Αrtem]

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Βιογραφία: Πολύκλειτος Ρέγκος


Π.Ρέγκος, I.M. Μεγίστης Λαύρας, 1937
Γεννήθηκε στο Χαλκί της Νάξου το 1903. Ο πατέρας του καταγόταν από την Τήνο και η μητέρα του από τη Μύκονο. Το 1913 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη με την πατρική του οικογένεια. Το 1926 αποφοίτησε από το εργαστήριο του Νικολάου Λύτρα της Σχολής Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Την ίδια χρονιά συμμετείχε για πρώτη φορά σε έκθεση, τη γνωστή ως «Έκθεση των Τεσσάρων»: Σπύρος Βασιλείου, Αντώνης Πολυκανδριώτης, Σπύρος Κόκκινος, Πολύκλειτος Ρέγκος. Τον Οκτώβριο  πήγε στο Άγιο Όρος όπου παρέμεινε μέχρι τις αρχές του 1927, μελετώντας τη βυζαντινή τέχνη. Το 1930 παντρεύτηκε και έφυγε με τη σύζυγό του για το Παρίσι.
Για μία πενταετία, ο ζωγράφος συμπλήρωσε τη μόρφωσή του στην Ακαδημία Γκράντ Σωβιέρ και στο Λούβρο, ενώ παρακολούθησε και μαθήματα χαρακτικής στο εργαστήριο του Δημητρίου Γαλάνη. Το ίδιο διάστημα, επισκέφθηκε σημαντικά μουσεία σε Αγγλία, Ιταλία, Ισπανία, Αμερική, για να μελετήσει τους μεγάλους ζωγράφους. Το 1934 εξέθεσε έργα του στη γαλλική πρωτεύουσα και εξέδωσε  Λεύκωμα με 21 ξυλογραφίες από το Άγιο Όρος. Το 1935 επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε οριστικά στη Θεσσαλονίκη.  Από το 1937 δίδαξε σχέδιο για δώδεκα χρόνια στο Πειραματικό Σχολείο Θεσσαλονίκης και από το 1951 μέχρι το 1969 στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. 
Μ. Ποπ, λάδι σε μουσαμα, 60Χ90εκ
Μ. Ποπ, λάδι σε μουσαμα, 60Χ90εκ
Δημιουργικός καλλιτέχνης ο Πολύκλειτος Ρέγκος, καλλιέργησε ένα προσωπικό ύφος, επηρεασμένο τόσο από τα διδάγματα των δασκάλων του όσο και από τη μελέτη των έργων της πρώιμης Αναγέννησης, της βυζαντινής Τέχνης αλλά και των σύγχρονων ρευμάτων. Ασχολήθηκε με διάφορα θέματα: προσωπογραφίες, τοπία, αγιογραφίες, θρησκευτικές παραστάσεις και ιδιαίτερα η απεικόνιση μοναστηριών.
Συμμετείχε σε μεγάλο αριθμό ατομικών και ομαδικών εκθέσεων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις. Το 1936 εξέθεσε έργα του στο Άσυλο Τέχνης στην Αθήνα και το 1939 στο Mediterranean Palace στη Θεσσαλονίκη. Δύο πολύ σημαντικές ατομικές του εκθέσεις έγιναν το 1980 από την Εθνική Πινακοθήκη στην Αθήνα και το 1983 από το Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο στη Θεσσαλονίκη. Πέθανε στις 3 Νοεμβρίου 1984, ζωγραφίζοντας από το παράθυρο του νοσοκομείου, μέχρι τις τελευταίες του στιγμές την αγαπημένη του Θεσσαλονίκη.
[Ινστιτουτο Μελετών Ελληνικής Τέχνης Artem]

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

Άρθρο: Tα γλυπτά του Σταύρου Μιχαλαριά

Το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, στο Παράρτημα του Βερολίνου, φιλοξενεί  από 27 Μαΐου και για όλον το μήνα Ιούνιο 2011 τις γλυπτές δημιουργίες του Σταύρου Μιχαλαριά. 
 Η είδηση αυτή, κρύβει για το φιλότεχνο ελληνικό κοινό μια ευχάριστη έκπληξη: Ο καταξιωμένος διεθνώς ως συντηρητής Τέχνης και καθιερωμένος στο χώρο προώθησης έργων Τέχνης  Σταύρος Μιχαλαριάς,  εμφανίζεται για πρώτη φορά ως καλλιτέχνης δημιουργός ο ίδιος.   
Το εύρος της παραγωγής εκπλήσσει επίσης. Το κάθε έργο του συνίσταται σε φιγούρες μιας αφηρημένης φαινομενικά παράστασης, η οποία αποτελείται από βασικά γεωμετρικά σχήματα. Το υλικό που χρησιμοποιεί είναι το αλουμίνιο, γυαλισμένο και φιρνιρισμένο, και  έχει τους λόγους του. Θεωρεί ότι η υφή του έχει μια ιδιαίτερη θαλπωρή, καθώς συγκεντρώνει αμέσως τη ζεστασιά του ήλιου και την επιστρέφει. 
Στη θεματολογία του κυριαρχεί το σώμα. Δεν ταυτίζεται όμως ούτε με τον μετακυβιστικό τεμαχισμό που υφίστανται μερικά από τα σώματα του Πικάσο, ούτε με τα βαριά μπρούτζινα έργα του φίλου του Χένρι Μουρ. Θυμίζει περισσότερο τους Ιταλούς φουτουριστές, οι οποίοι συνδύασαν τον κυβισμό με τη διάσπαση του μονόλιθου του γλυπτού εμφυσώντας την κίνηση. Πράγματι, η αίσθηση της κίνησης και της αιώρησης ενσωματώνεται στις κομματιασμένες φιγούρες του, που παρά τον όγκο τους, φαίνονται ελαφρές, έτοιμες να φύγουν από το βάθρο τους. Στην ανάγνωση αυτή από τη μεριά του θεατή, βοηθάει και το εύκαμπτο αλουμίνιο. 
Ο γλύπτης  επεξεργάζεται το κάθε  έργο του με προσωπική φροντίδα, από τη στιγμή της σύλληψης μέχρι την τελική συγκόλληση και το βάψιμο, που γίνεται σε φούρνους.
Εκείνο πάντως που κάνει ξεχωριστά τα γλυπτά του Μιχαλαριά, είναι η ανάλαφρη αρμονία των μορφών του, που δεν καταπιέζει, δεν κλείνει το χώρο, αντίθετα τον αξιοποιεί και διοχετεύει αισιόδοξα μηνύματα στο θεατή.
[Μιχάλης Κουτσουπιάς, για το Ινστιτουτο Μελετών Ελληνικής Τέχνης Artem]     

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

Προτείνουμε: Εικαστική έκθεση για το περιβάλλον στο Ίδρυμα Ευγενίδου

Δ.Βόλνας, Ακρυλικό σε μουσαμά ,30χ23 cm
Ν. Γάδας, "αεροφωτογραφία",
Aκρυλικό σε μουσαμά, 30X40 c.m.
Μέσα από τα έργα 42 σύγχρονων καλλιτεχνών με θέμα τη φύση, το Ίδρυμα Ευγενίδου φιλοδοξεί στην έκθεση με τον τίτλο NATURA 2011 να συμβάλει στην ευαισθητοποίηση του κοινού για το περιβάλλον. Εικόνες από δάση, θάλασσα, ζώα, ανθρώπους να κάνουν περίπατο, αλλά και εγκαταστάσεις ξεπηδούν στην πολύ προσεγμένη έκθεση, την επιμέλεια της οποίας ανέλαβε η κριτικός και ιστορικός τέχνης Αθηνά Σχινά.

Μέσα από την πολυθεματικότητα των έργων και τα πλούσια τοπία, αναλογίζεται καθένας την αρμονία της φύσης, τη θέση του στο περιβάλλον, και τη συλλογική ευθύνη όλων για την προστασία του. Η έκθεση διοργανώθηκε με αφορμή την ανακήρυξη του 2011 ως Παγκόσμιο Έτος Δασών, και θα διαρκέσει μέχρι τις 15 Ιουλίου.

Επιπλέον, αποφασίστηκε να τιμηθεί ο ζωγράφος Παναγιώτης Τέτσης, ο οποίος εργάστηκε πάνω στην διερεύνηση της σχέσης του ανθρώπου με το περιβάλλον.

Η Θαλασσινή Παπαδάμ, εκπρόσωπος του Ιδρύματος Ευγενίδου, επισημαίνει σε έκδοση του Ιδρύματος ότι «η έκθεση NATURA έχει ως στόχο να εγείρει κυρίως ερωτήσεις για το περιβάλλον προς πάσα κατεύθυνση -κυρίως προς τον εαυτό μας- να στιγματίσει την παραβατική συμπεριφορά μας απέναντί του, αλλά και να μας καλέσει να ονειρευτούμε εκ νέου».

Ακολουθούν με αλφαβητική σειρά οι συμμετέχοντες καλλιτέχνες:
Δάφνη Αγγελίδου, Λεμονιά Αμαραντίδου, Μάρκος Βενιός, Χρύσα Βέργη, Ελευθερία Γαλάτη, Παρασκευή Γαρδέλη, Χριστόδουλος Γκαλντέμης, Κορνήλιος Γραμμένος, Ελένη Δελή, Τάσος Δήμος, Μαριλένα Ζαμπούρα, Πέτρος Ζουμπουλάκης, Ειρήνη Ηλιοπούλου, Ευαγγελία Ιωάννου, Ειρήνη Κανά, Κώστας Καρνάβας, Χρήστος Κεχαγιόγλου, Γιώργος Κουβάκης, Μαρία Κτιστοπούλου, Κυριακή, Αφροδίτη Λίτη, Μιχάλης Μαδένης, Πένη Μαναβή, Καλλιρόη Μαρούδα, Αλέξανδρος Μουστάκας, Ισμήνη Μπονάτσου, Γιάννης Νομικός, Γιώργος Ξενούλης, Φωτεινή Οθωναίου, Άγγελος Παναγιωτίδης, Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Ηλίας Παπανικολάου, Γιάννης Παρμακέλης, Άντζελα Πετροχείλου, Κωνσταντίνος Ράμμος, Μάγδα Σιαμκούρη, Κώστας Σχοινάς, Βασίλης Τάγκαλος, Βαγγέλης Τζερμιάς, Άννα-Μαρία Τσακάλη, Μαρία Φιλοπούλου, Μανώλης Χάρος.

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

Βιογραφίες: Θωμόπουλος Επαμεινώνδας (1878 - 1974)

Τ.Χρήστου, Ακρυλικό σε κόντρα πλακέ, 20Χ30εκ.
Ο Επαμεινώνδας Θωμόπουλος  Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1878 και  πέθανε στην Αθήνα το 1976.

Σπούδασε ζωγραφική  από το 1896 έως το 1899 στην Ακαδημία Τεχνών της Νάπολης  στην Ιταλία. Ήταν για χρόνια καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και διετέλεσε διευθυντής της σχολής την περίοδο 1948–1949. Το 1945 εκλέχθηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Τ.Χρήστου, Ακρυλικό σε κόντρα πλακέ, 20Χ30εκ.
Πρώτος ξάδελφος του ήταν ο Στέφανος Θωμόπουλος, ιστορικός της πόλης της Πάτρας. Πολλά από τα έργα του φιλοξενούνται στο Δημαρχείο Πατρών και στην Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας. Το 1929 φιλοτέχνησε 16 ελαιογραφίες για λογαριασμό του Δήμου Πατρέων, και τοποθετήθηκαν στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου.
Επ.Θωμόπουλος, Λάδι σε καμβά

Μαθητές του υπήρξαν πολλοί, γνωστοί αργότερα, ζωγράφοι, όπως ο Νίκος Γαΐτης και ο Γιάννης Σπυρόπουλος.

Τ.Χρήστου, Ακρυλικό σε κόντρα πλακέ, 20Χ30εκ.
Ο Επαμεινώνδας Θωμόπουλος  κινήθηκε ανάμεσα στον ακαδημαϊσμό και τον πρώιμο ελληνικό ιμπρεσιονισμό. Ασχολήθηκε κυρίως με την τοπιογραφία. Τα περισσότερα έργα του είναι εμπνευσμένα από την ελληνική φύση. Έχει επίσης πολύ αξιόλογες  αγιογραφίες στον ιερό ναό της Ευαγγελίστριας στην Πάτρα.

Όλα τα έργα του έχουν μια έντονη χρωματική πυκνότητα. Το χαρακτηριστικό του είναι οι μικρές πινελιές που δημιουργούν συχνά την εντύπωση ψηφιδωτού. Σύμφωνα με τους ειδικούς  έχει επιρροή από τον Giovanni Sagantini (1858 – 1899).
[ Ινστιτούτο Μελετών Ελληνικής Τέχνης  ARTEM.GR]