Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Αρθρο: Το μυστικό του Μοντιλιάνι

«Υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος που ξέρει να ντυθεί στο Παρίσι κι αυτός είναι ο Μοντιλιάνι», έλεγε ο Πικάσο. «Ο αριστοκράτης μας», τον αποκαλούσε ο Ζαν Κοκτό.

Ο Αμεντέο Μοντιλιάνι έφτασε στο Παρίσι το 1906 σε ηλικία 21 ετών και γοήτευσε πρώτα με την προσωπικότητά του και μετά με την τέχνη του. Αυτή η συνθήκη θα ίσχυε μέχρι τον πρόωρο θάνατό του, 14 χρόνια μετά. Και τι ειρωνεία. Μετά θάνατον, η τέχνη του θα γινόταν ανάρπαστη εξαιτίας του έντονου και τόσο ταραχώδη βίου του.
Ορ.Κος, "Mορφή",
ακρυλικό σε κόντρα πλακέ, 30Χ40 c.m.
Η νέα βιογραφία του γραμμένη από τη Μέριλ Σεκρέστ, που μόλις κυκλοφόρησε με τίτλο «Μοντιλιάνι: Μια ζωή» (Knopf), ανατρέπει το μύθο του αυτοκαταστροφικού ζωγράφου. Υποστηρίζει ότι επίτηδες ο Ιταλός καλλιτέχνης ξεκίνησε το ποτό και τα ναρκωτικά (χασίσι, κοκαΐνη και όπιο). Ηθελε πάση θυσία να κρύψει ένα μεγάλο μυστικό.
«Ηταν χαρούμενος», γράφει, «όταν οι άλλοι τον θεωρούσαν μεθύστακα και ναρκομανή. Ετσι, δεν έβλεπαν πάνω του τα σημάδια της φυματίωσης. Οι αλκοολικοί, άλλωστε, ήταν αποδεκτοί. Οι φυματικοί όχι. Το κοινωνικό στίγμα την εποχή εκείνη ήταν μεγάλο και αυτομάτως σε εξόριζε στο περιθώριο της ζωής. Ο Μοντιλιάνι προτίμησε συνειδητά να κρύψει τη θανατηφόρα ασθένειά του απ' όλους, φίλους και ερωμένες».
Στις βιογραφίες που έχουν κυκλοφορήσει στο παρελθόν, οι ιστορικοί τέχνης συμφωνούν ότι αιτία του θανάτου του στα 35 του χρόνια ήταν η φυματιώδης μηνιγγίτιδα. Η Σεκρέστ συμφωνεί. Ο Μοντιλιάνι δεν δημιουργούσε ερήμην του, υπό την επήρεια των ουσιών, αλλά εκτελούσε ένα καλοσχεδιασμένο σχέδιο προστασίας της υπόληψης και κυρίως της υστεροφημίας του. Ηξερε ότι θα πεθάνει, ισχυρίζεται η Σεκρέστ, γι' αυτό βιαζόταν να καθιερώσει την υπογραφή του. Εις βάρος της τέχνης του, που από ένα σημείο και μετά επαναλαμβάνεται. Οταν προς το τέλος της ζωής του είδε νέα έργα του Πικάσο και του Μπρακ, είπε «είμαι 10 χρόνια πίσω απ' αυτούς».
ΟΡ.ΚΟΣ,"Μορφή,
¨ακρυλικό σε καμβά.
30X40 c.m.
Γεννημένος το 1884 στο ιταλικό λιμάνι του Λιβόρνο, ήταν το νεότερο από τα τέσσερα παιδιά ενός ζεύγους Σεφαραδιτών Εβραίων. Η οικονομική τους κατάσταση είχε απότομα σκαμπανεβάσματα κατά τη διάρκεια των παιδικών του χρόνων. Μέχρι τα 16 του, όταν διαγνώστηκε με φυματίωση, είχε ήδη επιβιώσει από σοβαρές κρίσεις πλευρίτιδας και τύφου.
Η τέχνη (και η μητέρα του) τον έκανε να θέλει να ζήσει. Ο Μποτιτσέλι, που θαύμασε στα 14 του στο Ουφίτσι της Φλωρεντίας, ο δάσκαλός του Γκιγέλμο Μικέλι, οι Βρετανοί προ-Ραφαηλίτες, που ύμνησαν τη θηλυκή ομορφιά. Οταν διαγνώστηκε η φυματίωση ταξίδεψε με τη μητέρα του στο Κάπρι και τη Νάπολη. Η βελτίωση της υγείας του του επέτρεψε να σπουδάσει τέχνη στη Φλωρεντία και τη Βενετία, όπου θα έρθει σε επαφή με το έργο των Γάλλων ιμπρεσιονιστών και του Ροντέν.
Ετσι αποφασίζει να πάει στο Παρίσι. Η Σεκρέστ αναβιώνει με εξαιρετικές λεπτομέρειες την μποέμικη ζωή στο Παρίσι των πρώτων δεκαετιών του αιώνα. Σχέσεις, φίλοι, ερωμένες, αλλά και ο κύκλος των αβάν-γκαρντ καλλιτεχνών της Μονμάρτρης και του Μονπαρνάς. Εκεί θα γνωρίσει τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του 20ού αιώνα. Ενας απ' αυτούς, ο γλύπτης Μπρανκούζι, θα ασκήσει μεγάλη επιρροή στο έργο του. Θα εγκαταλείψει τη ζωγραφική για να αφοσιωθεί στη γλυπτική. Σμιλεύει μακρόστενα, ανέκφραστα προσωπεία, με μακριές, στενές μύτες, σήμα κατατεθέν σε όλο του το έργο, γλυπτό και ζωγραφικό. Εμπνέεται από τις Καρυάτιδες και την αφρικανική τέχνη. Γνωρίζει τον Πολ Αλεξάντρ, τον πρώτο άνθρωπο που θα στηρίξει έμπρακτα το έργο του, προσφέροντάς του ένα ατελιέ και αγοράζοντας έργα του.
Δ. Βόλνας, Ακρυλικό σε χαρτόνι, 17Χ23 c.m.
Με το ίδιο πάθος ζει και τις ερωτικές του σχέσεις. «Ηταν νέος και δυνατός, δεν μπορούσες να πάρεις τα μάτια σου πάνω από το ρωμαϊκού κάλλους πρόσωπό του», έχει γράψει μία από τις ερωμένες του Πικάσο, η Φερνάντ Ολιβιέ. Σύμφωνα με τη βιογράφο, ποτέ δεν προειδοποίησε τις γυναίκες για το τι κουβαλάει, ανάμεσά τους τη διάσημη Ρωσίδα ποιήτρια Ανα Αχμάτοβα και τη Βρετανίδα δημιοσιογράφο και συγγραφέα Μπεατρίς Χάστινγκς. Το 1917, σε μια εκδήλωση προς τιμήν του Ζορζ Μπρακ, που μόλις είχε γυρίσει από τον πόλεμο με πληγές και μετάλλια, η Χάστινγκς έβγαλε όπλο για να τον πυροβολήσει παρουσία του Ματίς και του Πικάσο. Ο Μοντιλιάνι είχε δωροδοκηθεί από τους διοργανωτές να μην πλησιάσει. Δεν υπάκουσε. Τελικά, το όπλο απομακρύνθηκε, μαζί και ο Μοντιλιάνι, η πόρτα κλειδώθηκε και η βραδιά συνεχίστηκε ήρεμα και ωραία.
Τελευταία και πιο τραγική σύντροφός του ήταν η νεαρή φοιτήτρια Ζαν Εμπιτέρν. Κατά τη συμβίωσή τους ο Μοντιλιάνι θα ζωγραφίσει μερικά από τα ωραιότερα πορτρέτα του. Πέθανε στις 24 Ιανουαρίου 1920. Ηταν 35 ετών. Η Εμπιτέρν δύο μέρες μετά, 8 μηνών έγκυος, πήδηξε από το παράθυρο. Σκοτώθηκαν και αυτή και το έμβρυο. Πλήθος κόσμου τον συνόδευσε στην κηδεία του, στο νεκροταφείο Περ Λασέζ.
Ενα χρόνο πριν από το θάνατό τους είχε γεννηθεί η κόρη τους Ζαν, την οποία μεγάλωσε η μητέρα του Μοντιλιάνι. Αφού δραστηριοποιήθηκε ενεργά στην Αριστερά, κατέληξε να είναι αυθεντία στην εκτίμηση έργων του πατέρα της. Ο Μοντιλιάνι θεωρείται ένας από τους 10 πιο πρόσφορους για πλαστογραφία καλλιτέχνες. Ειδικοί εκτιμούν ότι κυκλοφορούν ακόμη τουλάχιστον 1.000 πλαστοί Μοντιλιάνι στην αγορά. Η Ζαν πέθανε βυθισμένη στο αλκοόλ, το 1984, 100 χρόνια μετά τη γέννηση του πατέρα της. [enet.gr, 2.4.2011]

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

Βιογραφίες: Δυο νησιώτες ζωγράφοι - Βασίλειος Γερμενής και Λουκάς Γεραλής

B. Γερμενής, Λάδι σε μουσαμά, 30Χ40 c.m.
Βασίλειος Γερμενής (1896 - 1966)
Γεννήθηκε στη Κεφαλονιά το 1896 και πέθανε στην Αθήνα το 1966. Φοίτησε για τρία χρόνια στη Νομική Σχολή Αθηνών και παράλληλα σπούδαζε  στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών ζωγραφική, χαρακτική και γλυπτική,  στις οποίες και αφοσιώθηκε.

B. Γερμενής, Λάδι σε μουσαμά, 40Χ50 c.m.
Από το 1955 και για πέντε χρόνια  έγινε ο αυλικός ζωγράφος του Χαϊλέ Σελασιέ στην Αιθιοπία. Η ζωγραφική του χαρακτηρίζεται από ρεαλιστικά και εξπρεσιονιστικά στοιχεία και χρησιμοποιεί  παχιά παστώδη  χρώματα σε θέματα στα οποία περιλαμβάνονται θαλασσογραφίες, ηθογραφικές συνθέσεις, τοπία και προσωπογραφίες.



Λ. Γεραλής, Λάδι σε μουσαμά, 40Χ50 c.m.
Λουκάς Γεραλής (1875 - 1958)
Λ. Γεραλής, Λάδι σε μουσαμά, 40Χ50 c.m.
Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1875 και πέθανε στην Αθήνα το 1958. Άρχισε τις σπουδές του  στη Σμύρνη και συνέχισε στην Αθήνα  στο Σχολείο των Τεχνών. 

Στη ζωγραφική του παρέμεινε  πιστός στην ακαδημαϊκή γραμμή των δασκάλων του. Τα θέματα του ήταν ηθογραφικά κυρίως και τοπία με ρεαλιστικές και ιμπρεσιονιστικές προσεγγίσεις.

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Aρθρο: Συνέντευξη της γλύπτριας Ναταλίας Μελά

Ανθρωπος χωρίς ηθική δεν είναι άνθρωπος
 Η γλύπτρια Ναταλία Μελά στα 88 της χρόνια συνεχίζει να εργάζεται με ζωντάνια και κέφι

«Εμείς είμαστε άνθρωποι του λογισμού και του ονείρου», αυτό έλεγε ο Αρης». Τούτη η φράση του αρχιτέκτονα Αρη Κωνσταντινίδη, πολυαγαπημένου συζύγου της γλύπτριας Ναταλίας Μελά, χαρακτηρίζει ένα είδος ανθρώπου που οι νεότερες γενιές του «υπολογισμού» δυσκολεύονται να κατανοήσουν. Η ζωντάνια και το κέφι για τη Ναταλία Μελά που συνεχίζει να εργάζεται στα 88 της χρόνια, μάλλον ξενίζουν. 

[Συλλογη Αντ. Χατζηδημητριου]
 
Η Ακαδημία Αθηνών τη βράβευσε με το Αριστείο Καλών Τεχνών για το «πρωτοποριακό και εκφραστικό της έργο» σε πανηγυρική συνεδρίαση στις 24 Μαρτίου. Αντί λοιπόν να δρέψει τους καρπούς της αναγνώρισης και της δόξας, εκείνη ετοιμάζει μια νέα έκθεση.
Πέρα από τη ζωντάνια και την ποιότητα της δουλειάς, αυτό που συγκλονίζει σε αυτή τη γυναίκα, είναι η βαθιά γλύκα και η κατασταλαγμένη ανθρωπιά που αποπνέει. «Εχω φτιάξει και αγίους, Αη Γιώργηδες και αγγέλους, αλλά δεν μπορούν να μπουν στην Εκκλησιά», εξομολογείται λίγο θλιμμένα. Στη συνέχεια αναφέρεται στα γλυπτά που έφτιαξε, αναπαριστώντας τον παππού της Παύλο Μελά, κι αναρωτιέται αν έχει νόημα να φτιάχνει κανείς σήμερα ανδριάντες, όταν η αδιαφορία για την πατρίδα είναι τόσο μεγάλη.
- Ξεκινήσατε δουλεύοντας το μάρμαρο και στη συνέχεια περάσατε στις οξυγονοκολλήσεις. Τι κερδίζει και τι χάνει κανείς από αυτό το πέρασμα;
- Κέρδισα σε ταχύτητα... Δεν νομίζω να έχασα τίποτα. Διότι για μένα το μάρμαρο είναι το πιο ωραίο υλικό. Και για όλους τους γλύπτες, ιδίως εμάς τους Ελληνες που έχουμε τόσα ωραία μάρμαρα, το μάρμαρο είναι το πιο σπουδαίο υλικό.
- Εξακολουθείτε να δουλεύετε το μάρμαρο;
- Ναι και μάρμαρο. Τώρα κάνω τους Διόσκουρους σε μάρμαρο. Εκανα και ένα ανάγλυφο, σαν αρχαία στήλη για την Αλίκη τη Διπλαρά που ήτανε Μις Ελλάς. Το έκανα και βρίσκεται τώρα τοποθετημένο στο σπίτι των παιδιών της. Η χαρά τού να δεις ένα σχήμα να βγαίνει μέσα από το μάρμαρο είναι σημαντική.
Και το σίδερο μου αρέσει γιατί είναι πιο γρήγορο... Πιο δραματικό είναι το σίδερο: κόβεις, ράβεις, ξανακόβεις, ξαναράβεις κι επαναλαμβάνεις πολλές φορές το ίδιο πράγμα. Και αυτό μου αρέσει.
- Υπάρχουν ευτελή υλικά στη γλυπτική;

- Οχι. Μπορεί να μεταχειριστεί κανείς οποιοδήποτε υλικό, αρκεί δημιουργήσει κάτι από αυτό. Κάθε υλικό έχει ενδιαφέρον, ας πούμε το χαρτί τώρα, το οποίο είναι ευτελές υλικό γιατί δεν βαστάει πάρα πολύ. Παρ' όλα ταύτα μπορεί να του δώσεις ένα σχήμα. Με διασκεδάζει και πάρα πολύ και να κόβω χαρτιά και να τους δίνω σχήματα...
Εχει μπροστά της, σχεδόν τελειωμένο, έναν μικρό μαύρο τράγο από χαρτί που θυμίζει τους μεγάλους σιδερένιους τράγους που έφτιαχνε παλιά. Ανοίγει έναν μικρό φάκελο γεμάτο μαύρα χαρτόνια κομμένα σε μικρά τριγωνάκια. Αυτά χρησιμοποιεί σαν ψηφίδες για να συνθέσει το έργο της.
- Είναι και διασκέδαση αυτή η δουλειά;
- Μα η γλυπτική είναι διασκέδαση και πρέπει να είναι διασκέδαση, γιατί αν δεν είναι τι είναι; Γλεντάει κανείς τη ζωή του. Γιατί ο Θεός μάς έδωσε δύο χέρια, δύο πόδια, δύο μάτια, ε να μην κάνουμε κάτι με αυτά; Θα ήταν κρίμα. (Σταματάει και ψάχνει τα πουράκια της. Ανάβει ένα και χαμογελάει).

[Συλλογη Αντ. Χατζηδημητριου]

- Μήπως τους τράγους ή τους κόκορες που φτιάχνετε τους βλέπουμε πλέον ως κάτι εξωτικό;
 

- Ισως. Κι εγώ φοβούμαι ότι πλέον είναι κάτι εξωτικό για τους περισσότερους. Δεν είναι για μένα, εγώ είχα την αίσθηση όλων αυτών. Είχα την τύχη να ζήσω σε μεγάλο περιβόλι όταν ήμουν μωρό. Είχαμε κοτόπουλα, κότες, κοκόρους, είχα μια κατσίκα. Ο πατέρας μου, μού είχε φέρει ένα ζαρκάδι κάποτε.
- Ζήσατε ανάμεσα σε ανθρώπους που σημάδεψαν την ιστορία αυτού του τόπου. Σας άφησαν την αίσθηση μιας άλλης ποιότητας;
- Ασφαλώς. Ημουν τυχερή. Ισως τώρα πια που μεγάλωσα να καταλαβαίνω ό,τι καταλάβαινα χωρίς να ξέρω τότε ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν σημαντικοί. Γνώρισα πολύ κόσμο: Τον Πικιώνη, τον Τσαρούχη, τον Μόραλη... Και πολλούς άλλους ζωγράφους και γλύπτες, οι οποίοι ήταν σημαντικοί άνθρωποι για μένα. Και ποιητές, τον Εμπειρίκο.
Χαμήλωσε το ήθος
- Γύρω στο τέλος του '60 σημειώθηκε μια κορύφωση στην Τέχνη, η οποία στη συνέχεια μοιάζει να χάθηκε, σαν να μην πέρασε στην κοινωνία, συμφωνείτε;
- Ναι, υπάρχει ένα σπάσιμο μετά τον πόλεμο. Υπάρχει κάτι το οποίο χαμήλωσε και το ήθος των ανθρώπων. Σαν να μην θέλουν οι άνθρωποι να είναι ηθικοί. Δηλαδή το ήθος ήτανε κάτι σημαντικό. Νομίζω ένας άνθρωπος χωρίς ηθική δεν είναι άνθρωπος, είναι ζώο. Αγαπώ τα ζώα και τα εκτιμώ, άμα λέμε ζώο εννοούμε ένα ον που ζει μεν, αλλά που δεν έχει συνείδηση.

Φ.Κάππας,
Ακρυλικο σε μουσαμά 20χ30cm
[Συλλογη Αντ. Χατζηδημητριου]
 
- Κατάγεστε από οικογένεια ηρώων. Ποιο νομίζετε ότι είναι στη σημερινή εποχή κρίσης το νόημα του πατριωτισμού;
- Αυτή είναι δύσκολη ερώτηση. Υπάρχει ακόμα πατριωτισμός. Και θα δεις ότι όλοι αυτοί οι ψαλιδόκωλοι στο Κολωνάκι σε μια ορισμένη στιγμή θα ξαναγίνουν Ελληνες, έτσι πιστεύω. Οταν φτάσει ο κόμπος στο χτένι θα γίνουμε πάλι Ελληνες. Γιατί εγώ νομίζω ότι ο κάθε λαός έχει τον χαρακτήρα του και είναι διαφορετικός από τους άλλους. Υπάρχει αυτό το πράγμα στην Ελλάδα. Δεν το καταλαβαίνουν πολλές φορές και προσπαθούν να μιμηθούν τους ξένους. Πιστεύω ότι περνάμε μια δύσκολη εποχή, διότι κρίση η οικονομική είναι πολύ μεγάλη και ο κόσμος υποφέρει. Παρ' όλα αυτά έχω την ελπίδα ότι θα το ξεπεράσουμε.
Πιστεύω ότι ο άνθρωπος που έζησε εδώ στην Ελλάδα και κατάλαβε την αρμύρα της θάλασσας και τη γεύση των πραγμάτων, τη ρετσίνα του πεύκου, τη μυρτιά, δεν μπορεί να αποκοπεί από τον τόπο του.
 

Η Ναταλία Μελά στο εργαστήρι της
Η αφηρημένη τέχνη 
- Στη σημερινή εποχή της αποθέωσης της χρηστικότητας εσείς καταφέρατε να υπερβείτε τη χρήση των αντικειμένων φτιάχνοντας γλυπτά από εργαλεία...
- Ναι. Διότι αυτό είναι κάπως τυχαίο. Εγώ βλέπω πάντοτε τα σχήματα που δημιουργούνται. Λοιπόν ένα εργαλείο, π.χ. ένα τσεκούρι μου θυμίζει οπωσδήποτε μια περικεφαλαία αρχαία ή ένα φτυάρι το κάνω κορμί και δημιουργώ πάλι πράγματα που όμως υπάρχουν. Ποτέ δεν κάνω abstrait (αφηρημένη τέχνη) γιατί το αφηρημένο έργο για μένα δεν έχει όνομα. Κι αν κάτι δεν έχει όνομα δεν είναι τίποτα. Πρέπει να έχει όνομα...
Δοκίμασα να κάνω αφηρημένη τέχνη, βαρέθηκα και τα άφησα. Γιατί δεν ξέρω πού τελειώνει. Πότε τελειώνει και γιατί; Γιατί να μην ξαναβάλω, άλλο ένα τρίγωνο από πάνω, κι άλλο ένα; Είναι ατέλειωτο αυτό το πράγμα. Δεν με εκφράζει. Εμένα με εκφράζουν πράγματα υπαρκτά.
[Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ]