Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Έλληνες Ζωγραφοι: Κωνσταντίνος Παρθένης

Ηγετική μορφή της Τέχνης

Γεννημένος στην Αλεξάνδρεια το 1878  από πατέρα έμπορο καπνού και μητέρα Ιταλίδα, ο Κωνσταντίνος Παρθένης είχε από μικρός κλίση στις τέχνες. Σπούδασε ζωγραφική στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης (1895-1903) κοντά στον Γερμανό ζωγράφο Karl Dieffenbach. Το 1903 επέστρεψε στην Ελλάδα για να ασχοληθεί αρχικά με την αγιογραφία. Μελέτησε τη βυζαντινή τέχνη στο Δαφνί, στη Μακεδονία και την Κωνσταντινούπολη. Πίστευε ότι το Βυζάντιο προσέφερε στον ευρωπαϊκό πολιτισμό μια μεγάλη υπηρεσία: τη συνέχεια της αρχαίας ελληνικής τέχνης.
Οι τοιχογραφίες δύο ομώνυμων ναών του Αγίου Γεωργίου στον Πόρο και στο Κάιρο είναι έργα δικά του. Κατά τη διαμονή του στον Πόρο γνώρισε την Ιουλία Βαλσαμάκη, η μητέρα της οποίας ήταν από εύπορη οικογένεια της Κεφαλονιάς. Μετά τον γάμο τους το 1909, στο Αργοστόλι, έζησαν στο Παρίσι, στη Μονμάρτρη, όπου ο Παρθένης συμμετείχε με επιτυχία σε  εκθέσεις ζωγραφικής, ενώ εξοικειώθηκε με τις ζωγραφικές του Σεζάν, του Πικάσο και άλλων μεγάλων.  
  Λίγα χρόνια μετά μετοίκησε με την οικογένειά του στην Κέρκυρα. Εκεί υπέγραφε τα έργα του στα γαλλικά, δεχόταν επισκέψεις μελών της βασιλικής οικογένειας και επέκτεινε το ενδιαφέρον του για τη βυζαντινή τέχνη, όπως δείχνει η διαφοροποίηση στις απεικονίσεις των μορφών και στη χρωματική του κλίμακα.
   Εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα το 1917, ταυτόχρονα με την επικράτηση του Βενιζέλου και των Φιλελευθέρων και πήρε μέρος στη ίδρυση της Ομάδας «Τέχνη», με στόχο την ανατροπή του συντηρητικού ακαδημαϊσμού.
  Το 1918 του ανατέθηκε η αγιογράφηση του ναού του Αγίου Αλεξάνδρου στο Παλαιό Φάληρο. Και εδώ, όπως και σε όλα τα έργα του, το ύφος του είναι αυστηρά προσωπικό. Πρέσβευε ότι «εις την τέχνην,  πρέπει να μαχώμεθα εναντίον κάθε ελλείψεως πρωτοτυπίας». Γι’ αυτό και ουδέποτε αντέγραψε διατυπωμένες και αποδεκτές υφολογικές πραγματώσεις, αλλά επιχείρησε σύνθεση αρχαιοελληνικών, βυζαντινών και νεωτεριστικών μορφοπλαστικών στοιχείων.
    Η φήμη του είχε ήδη αρχίσει να μεγαλώνει και οι διακρίσεις άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Με παρέμβαση του Βενιζέλου το 1930 διορίσθηκε καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Κοντά του σπούδασαν σπουδαίοι ζωγράφοι  όπως ο Γ. Τσαρούχης και ο Ν. Εγγονόπουλος.
   Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Κωνσταντίνος Παρθένης μαζί με άλλους λογίους προσυπέγραψε την «έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου», καταγγέλλοντας την ιταλική επίθεση. Στην Κατοχή οι Γερμανοί πήγαν να επιτάξουν το σπίτι του, κοντά στην Ακρόπολη, αλλά σεβόμενοι το έργο του και τον ίδιο, αποχώρησαν. Τα χρόνια εκείνα η επαφή του με το κοινωνικό περιβάλλον ήταν δυσχερής. Την ημέρα της απελευθέρωσης ανέβηκε στην ταράτσα του σπιτιού του κι ύψωσε μια τεράστια γαλανόλευκη.
   Το 1947 παραιτήθηκε από τη θέση του Καθηγητή, μη μπορώντας να συμβιβαστεί με τον συντηρητισμό της Σχολής.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, η ανάπλαση της Αθήνας προέβλεπε την κατεδάφιση του σπιτιού του, που είχε σχεδιαστεί από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη του και τον Δ. Πικιώνη το 1925. Όταν ο υφυπουργός Οικισμού διέταξε αναγκαστική απαλλοτρίωση και βίαιη έξωση του ζωγράφου, εκείνος απείλησε να αυτοπυρποληθεί μαζί με τα έργα του και η κατεδάφιση αναβλήθηκε για μετά τον θάνατό του.
   Προς το τέλος της ζωής του έπαθε παράλυση και σταμάτησε κάθε δραστηριότητα, αρνούμενος να εκθέσει ή να πουλήσει, παρά την ένδεια που βίωνε. Πέθανε το 1967.
   Ο Κωνσταντίνος Παρθένης παρέμεινε «ένας μύθος, μια ιερή μορφή και ευαίσθητη προσωπικότητα, θύμα των δύσκολων καιρών και σχέσεων».
   Η ελληνικότητα των έργων του και η επίδρασή του στις κατοπινές γενιές των Ελλήνων ζωγράφων τον κατατάσσει στους διαμορφωτές της «Γενιάς του '30». Έργα του  βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη, στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων και σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Τα τελευταία χρόνια, το ενδιαφέρον του κοινού για τον Παρθένη έχει αναζωπυρωθεί και πίνακές του πωλούνται σε υψηλές τιμές στις διεθνείς δημοπρασίες.
[επιμ. Φώτης Δ. Κουτσουπιάς  για το artem.gr]

Δεν υπάρχουν σχόλια: