Σάββατο 28 Απριλίου 2012

Έλληνες Ζωγράφοι: Φλωρά - Καραβία Θάλεια





Μια από τις σημαντικότερες και παραγωγικότερες Ελληνίδες ζωγράφους.
  Το 1874 ο ιερέας πατέρας της πήρε την οικογένειά του από τη Σιάτιστα της Δυτικής Μακεδονίας και εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. 

Αποφοίτησε από το Ζάππειο Παρθεναγωγείο της Κωνσταντινούπολης το 1888. Θέλησε να σπουδάσει ζωγραφική στο Σχολείο των Τεχνών της Αθήνας (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών), αλλά το ίδρυμα αρνήθηκε να την δεχθεί επειδή επρόκειτο για γυναίκα. Έτσι, με υποτροφία του Κων. Ζάππα και οικονομική συνδρομή του  αδελφού της,  το 1895 έφυγε για το Μόναχο, όπου σπούδασε κοντά στον Γύζη και τον Ιακωβίδη. Το 1898 ξαναγύρισε στην Κωνσταντινούπολη. 
Εκθέτοντας τα έργα της στον Ελληνικό Καλλιτεχνικό Σύλλογο, ξεκίνησε την επαγγελματική σχέση της με την ζωγραφική. Το 1903 πήγε στο Παρίσι. Από το 1907 έζησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου παντρεύτηκε τον Νίκο Καραβία, εκδότη της εφημερίδας Εφημερίς. Στην Αλεξάνδρεια ίδρυσε και διηύθυνε σχολή ζωγραφικής.Κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων, με ειδική άδεια, ακολούθησε τον Ελληνικό Στρατό στις εκστρατείες του ως ανταποκρίτρια της Εφημερίδος και απεικόνισε πάμπολλα πολεμικά στιγμιότυπα σε σχέδια με κάρβουνο, κιμωλία και παστέλ. Την παραγωγικότητά της περιέγραψε ο Εσάτ-πασά των Ιωαννίνων λέγοντας χαρακτηριστικά στον άντρα της: «ένα τσιγάρο συ, τρία σκίτσα η κυρία σου»! Τις εμπειρίες της από τα γεγονότα της εποχής εκείνης τις περιέγραψε αργότερα στο βιβλίο της Εντυπώσεις από τον πόλεμο του 1912-1913: Μακεδονία-Ήπειρος.   
Ακολούθησε επίσης τον Ελληνικό Στρατό στην Μικρά Ασία (1918–1922). Επέστρεψε με τον σύζυγό της το 1939 στην Ελλάδα, όπου αποθανάτισε σκηνές από τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940–1941. Συμμετείχε σε πάρα πολλές ομαδικές εκθέσεις, ενώ πραγματοποίησε και πολλές ατομικές. Η τελευταία έγινε το 1959, ένα χρόνο πριν το θάνατό της. Πέθανε στην Αθήνα το 1960.

Πέρα από τις πολεμικές απεικονίσεις, η Φλωρά-Καραβία έγινε εξίσου γνωστή και για τα 500 περίπου πορτραίτα της. Την απασχόλησαν ωστόσο κι άλλες θεματικές κατηγορίες: τοπιογραφία, λουλούδια, καθημερινές ασχολίες, μυθολογικές παραστάσεις. Το έργο της μαρτυρεί τη γυναικεία της ευαισθησία, αλλά και την ευρεία της παιδεία. Εντάσσεται στην «ακαδημαϊκή Σχολή του Μονάχου», αν και οι πίνακές της έχουν φως και χρώμα που χαρακτηρίζει τους ιμπρεσιονιστές. «Εργάζομαι ιμπρεσιονιστικά», είχε πει η ίδια σε μία συνέντευξή της το 1955. Στα τελευταία της έργα όμως, φαίνεται να προσπέρασε και τον ιμπρεσιονισμό, για να στραφεί προς τον εξπρεσιονισμό.

Οι ελαιογραφίες της ξεπερνούν τις 2.500, ενώ μεγάλος είναι και ο αριθμός των σχεδίων και υδατογραφιών της.
Για την προσφορά της στην ζωγραφική, τιμήθηκε με το Αργυρό Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών το1945 και με τον Σταυρό Ταξιαρχών του Τάγματος της Εποποιίας το 1954.
Έργα της εκτίθενται στην Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας, στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, στην Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων, στην Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ (Μέτσοβο), και αλλού. Ένα σημαντικό μέρος των σχεδίων της από τους πολέμους βρίσκονται στο Στρατηγείο του Γ΄ Σώματος Στρατού στη Θεσσαλονίκη και στο Πολεμικό Μουσείο της Αθήνας.
[
Ι.Μ.Ε.Τ. artem.gr]
























A.Τάσος, λάδι σε καμβά, 40X50 εκ

















Θ.Χρήστου, λάδι σε μουσαμά 70Χ90 εκ.









 






B. Γερμενής, λάδι σε μουσαμά, 30Χ40 εκ.












 







Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Έλληνες Ζωγραφοι: Γεώργιος Ροϊλός



O εισηγητής  του  ιμπρεσιονισμού στην Ελλάδα
Γόνος οικογένειας πολεμιστών του ’21 από τη Στεμνίτσα Γορτυνίας, ο Γεώργιος  Ροϊλός γεννήθηκε το 1867. Σε ηλικία δεκατριών ετών, πήγε στην Αθήνα για να σπουδάσει κοντά στον Αριστείδη Ροβέρτο και το Νικηφόρο Λύτρα, που δίδασκαν στο τότε «Σχολείον των Τεχνών». 
Με υποτροφία της Σχολής το 1887(8) στάλθηκε στην Ακαδημία του Μονάχου, όπου είχε καθηγητή το Νικόλαο Γύζη. 
Τέλος, το 1890 θέλησε να συμπληρώσει τις σπουδές του στο Παρίσι, στην Académie, κοντά στον Benjamin Constant και τον Paul Laurence. 
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1894, δίδαξε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, αρχικά στο «Τμήμα Γραφικής και Πλαστικής διά νεανίδας». Από το 1895 ξεκίνησε τη διδασκαλία της αγαλματογραφίας στην αντίστοιχη Έδρα, αντικαθιστώντας τον Σπυρίδωνα Προσαλέντη που είχε πεθάνει. 
Παραιτήθηκε το 1903. Αναχώρησε για το Λονδίνο, όπου έγινε μέλος του εκεί Καλλιτεχνικού Συνδέσμου. Στη συνέχεια, γι άλλα δυο χρόνια έζησε στο Λίβερπουλ, όπου εκλέχτηκε μέλος της Ακαδημίας της πόλης και πήρε μέρος σε διάφορες εκθέσεις. Επέστρεψε το 1908.
Επαναπροσλήφθηκε στη Σχολή το 1910 και δίδαξε ως το 1927. Ως καθηγητής της ελαιογραφίας στη θέση του Ιακωβίδη, παρέκκλινε από τις ακαδημαϊκές τάσεις, που μέχρι τότε ήταν ενταγμένες σε τυποποιημένο ‘κώδικα προτύπων’. Η διδασκαλία του ήταν ανανεωτική και επέβαλε μεγαλύτερη ελευθερία. 
Χαρακτηρίστηκε ως  ο κατεξοχήν Έλληνας ζωγράφος πολεμικών σκηνών, τη δίνη των οποίων έζησε και  ο ίδιος, τόσο στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, όσο και στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912–13. «Ζωγραφίζοντας εκ του φυσικού τη γρήγορη εναλλαγή των πολεμικών γεγονότων μέσα στη σκόνη της μάχης, οργάνωνε τη σύνθεσή του χωρίς ένα κεντρικό στοιχείο να συγκεντρώνει την προσοχή και να στατικοποιεί τον πίνακα. Για παράδειγμα, τοποθέτησε το βασιλιά Κωνσταντίνο έκκεντρα και όχι μεγαλύτερο ή επιβλητικότερο από τους άλλους». 
Προσωπογραφίες, ιστορικές σκηνές, θρησκευτικά θέματα, ηθογραφίες, νεκρές φύσεις, τοπιογραφίες, συμπληρώνουν το θαυμάσιο έργο του, που εισάγει τις πρώτες τάσεις  ιμπρεσιονισμού στην Ελλάδα. Στις καλλιτεχνικές του δράσεις περιλαμβάνεται και η ενασχόλησή του με τη χαλκογραφία, ενώ οι γελοιογραφίες του κοσμούσαν τις εφημερίδες Άστυ, Ρωμηός και Εστία.)
Πέθανε στις 28 Αυγούστου του 1928, στην Αθήνα. 
[ΦΩΤΗΣ Δ. ΚΟΥΤΣΟΥΠΙΑΣ Αντιπρόεδρος  Ι.Μ.Ε.Τ. artem.gr]


   




Θ.Χρήστου
Λάδι σε μουσαμά 60χ90 εκ.



Θ. Κελέκη,
Ακρυλικό σε χαρτόνι 43χ31εκ.








Δ. Βάλλης,
Λάδι σε μουσαμά 40Χ50 εκ.





 







Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Έλληνες Ζωγράφοι: Κωνσταντίνος Μαλέας (Κωνσταντινούπολη 1879 –Αθήνα 1928)




Ένας από τους «πατέρες» της νεοελληνικής τέχνης του 20ου αιώνα, ισάξιος του Κωνσταντίνου Παρθένη και του Γιώργου Μπουζιάνη, ο Κωνσταντίνος Μαλέας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη. Σπούδασε στην Μεγάλη του Γένους Σχολή και στη συνέχεια έφυγε στο Παρίσι. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, το 1904 παρουσίασε το πρώτο δείγμα του έργου του σε ομαδική έκθεση στην Κωνσταντινούπολη. Τρία χρόνια αργότερα ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Παρίσι και επέστρεψε στην Πόλη. Το 1908 ταξίδεψε στη Συρία και την Παλαιστίνη, το 1909 στην Αίγυπτο και το 1910 στο Λίβανο.  
  Στη διάρκεια των ταξιδιών του ζωγράφιζε ασταμάτητα και έστελνε ανταποκρίσεις στον περιοδικό τύπο της Κωνσταντινούπολης. Όταν επέστρεψε, γνωρίστηκε με τον Γιώργο Τσορμπατζόγλου, του οποίου την κόρη Ευφροσύνη παντρεύτηκε το 1913. Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στην Θεσσαλονίκη και το 1917 μετακόμισε στην Αθήνα. Στην πρωτεύουσα ο Μαλέας διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στις ζυμώσεις των ετών 1917-20 γύρω από την τέχνη και την εκπαίδευση. Ως μέλος της «Ομάδας Τέχνης», μετείχε στο κίνημα των καλλιτεχνών για την ανανέωση της ελληνικής τέχνης και την αποδέσμευσή της από τον ακαδημαϊσμό της Σχολής του Μονάχου, ενώ ως συνεργάτης των Γληνού, Δελμούζου και Τριανταφυλλίδη, εργάστηκε για την εφαρμογή της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Μάλιστα, το 1918 εικονογράφησε το αναγνωστικό της Α΄ Δημοτικού, το περίφημο Αλφαβητάρι με τον Ήλιο. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι δέχτηκε αρνητικές κριτικές από συντηρητικούς, που χαρακτήρισαν τα έργα του «τα ιδιοτροπότερα εις χρώμα και σχέδιο». Πραγματικά, με εμφανείς επιδράσεις από τους μεταϊμπρεσιονιστές Σεζάν, Γκωγκέν και Βαν Γκογκ, τα έργα του διακρίνονται για τα πολύ φωτεινά χρώματα και τις πλατιές πινελιές, που έφεραν επανάσταση στα στάσιμα νερά της ακαδημαϊκής αθηναϊκής ζωγραφικής. 
  Μόνο ο Φώτος Πολίτης αναγνώρισε αμέσως την αξία του και σύστηνε στους νεαρούς ζωγράφους «να αφήσουν προς στιγμήν τους δασκάλους τους και να σπεύσουν να πάρουν μαθήματα από τον καλλιτέχνη». Το 1920 ταξίδεψε στη Σπάρτη, το Μυστρά, την Ολυμπία και τη Νάξο, και τον επόμενο χρόνο στο Θέρμο της Αιτωλίας, συνοδεύοντας τον αρχαιολόγο Κωνσταντίνο Ρωμαίο. Την περίοδο 1921 - 1923 έζησε και εργάστηκε στη Χίο και τη Μυτιλήνη. Σε όλους αυτούς τους τόπους αναδείκνυε με το χρωστήρα του τα τοπία. Το 1923 τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών. 
  Ένα χρόνο πριν το θάνατό του, το 1927, επισκέφτηκε το Παρίσι και το Μόναχο, από όπου δεν έπαυε να στέλνει ανταποκρίσεις εικαστικού περιεχομένου. Ο θάνατός του σε ηλικία 49 ετών, διέκοψε το έργο του, που χαρακτηρίστηκε «θεμέλιο και σημείο αναφοράς για την αποφασιστική στροφή της ελληνικής ζωγραφικής προς τη μοντέρνα τέχνη».
[Αντώνης Δ. Κουτσουπιάς, Πρόεδρος Ι.Μ.Ε.Τ. artem.gr]




   




Κλ. Σερεμέτης,
λάδι σε μουσαμά, 76Χ62 εκ.



Δ. Αναστασιάδης,
λάδι σε καμβά, 50Χ100εκ.
 


Βάλλης, 
Λάδι σε Μουσαμά 40Χ50 εκ.





Κυριακή 8 Απριλίου 2012

Η Αγορά των έργων Τέχνης στην Ελλάδα

 Οι απόψεις ενός Private Art Dealer

«Υπάρχει ουσιαστική αγορά Τέχνης στην Ελλάδα; Την ελληνική αγορά θα την χαρακτήριζα στάσιμη και κλειστή…
…Είναι πολύ λίγοι αυτοί που ξέρουν πολύ καλά τι αγοράζουν ή τι πουλάνε. Γενικότερα, η ελληνική αγορά είναι πολύ μικρή. Δεν υπάρχει στην κουλτούρα του Έλληνα το να πληρώνεις για Τέχνη. Πόσες φορές έχω ακούσει «σιγά μη δώσω τόσα λεφτά για έναν πίνακα»…  Επίσης, η Τέχνη που περνάει στην Ελλάδα πρέπει να είναι «όμορφη», να έχει περιστεράκια, λουλουδάκια… Αντιθέτως, στο εξωτερικό… συνέχεια βλέπεις μια εξέλιξη. Καινούρια ονόματα, νέα ρεκόρ… Υπάρχει ένα τεράστιο κοινό που είναι διατεθειμένο να ξοδέψει πολλά λεφτά χωρίς φόβο. Και όχι μόνο για επενδυτικούς λόγους, αλλά και από αγάπη για την Τέχνη...»
Μιχάλης Δημητρόπουλος, Private Art Dealer  (εφ. «Αξία», 7 Απριλίου 2012)

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Έλληνες Ζωγράφοι: Αγγελοπούλου Πελαγία


ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΑΝΑΓΝΩΡΗΣΗ… 
Η Πελαγία Αγγελοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε, ζωγραφική, ιστορία της τέχνης και ψηφιδωτό στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Από το 1984 μέχρι το 1992 δίδαξε την τέχνη του ψηφιδωτού στην ίδια Σχολή.

Το 1991 διοργάνωσε ατομικές εκθέσεις σε ιαπωνικά μουσεία σε συνεργασία με την Ιαπωνική Υπηρεσία  Πολιτισμού. Από το 1992 ως το 2007 πραγματοποίησε εκθέσεις στο Βέλγιο, την Ελλάδα, την Γερμανία, την Γαλλία, την Γερμανία, την Ολλανδία, τις ΗΠΑ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Ακολούθως, το 2008, παρουσίασε έργα της στο Βασιλικό Μουσείο Τέχνης και Ιστορίας του Cinquantenaire στις Βρυξέλλες, στην αίθουσα της ελληνικής συλλογής αρχαιοτήτων. 
Το 2009 το έργο της "Crown" έχει εγκατασταθεί δίπλα στη σαρκοφάγο του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β΄. 
Α. Aγαπίου,
Ακρυλικό σε ξύλο, 40Χ50εκ.
Έργα της κοσμούν τη Ρομανική εκκλησία του Αγίου Πανταλέοντα (Παντελεήμονα) του 10ου αιώνα στην Κολωνία, τη Βασιλική του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη, τη βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης στην Αθήνα.
Από το  1995 ζει και εργάζεται στις Βρυξέλλες.
[Μιχάλης Κουτσουπιάς, για το Ι.Μ.Ε.Τ. artem.gr]

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Έλληνες Ζωγράφοι: Βασίλης Σίμος

T. Σκούπερ,
λάδι σε μουσαμά, 53Χ63εκ.
«Τα χρώματα της ίριδας»
Ο Βασίλης Σίμος γεννήθηκε στη Λαμία το 1934. Είναι κάτοχος διπλώματος ζωγραφικής και  θεωρητικών και ιστορικών σπουδών της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, με δάσκαλο τον Γιάννη Μόραλη. Φοίτησε στο Escuela Central de Bellas Artes "San Fernando" της Μαδρίτης (δίπλωμα και profesorado). Υπηρέτησε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση επί 26 χρόνια ως καθηγητής καλλιτεχνικού σχεδίου.
Έχει διοργανώσει ατομικές εκθέσεις στη Μαδρίτη (αίθουσα της Ακαδημίας  Καλών Τεχνών), στην Αθήνα (γκαλερί "Νέες Μορφές", "Ώρα" και "Συν"), στον Πειραιά, στη Δημοτική Πινακοθήκη της Λάρισας, στο Βόλο και τη Λαμία.
Το φθινόπωρο του 1997 ο Δήμος Λαμιέων διοργάνωσε μεγάλη αναδρομική έκθεση με αντιπροσωπευτικά έργα του στη Δημοτική Πινακοθήκη Λαμίας.
A.Τασος,
λάδι σε μουσαμά 30Χ40εκ.
Έχει λάβει μέρος σε πέντε Πανελλήνιες Εκθέσεις στο Ζάππειο, σε δύο Πανελλαδικές Νέων και σε πολλές ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα, τη Γαλλία, την Ισπανία και την Αμερική, σε συνεργασία με τη γκαλερί "Νέες Μορφές", καθώς και σε όλες τις ομαδικές εκθέσεις του Συλλόγου Καλλιτεχνών Εκαστικών Τεχνών Κεντρικής Ελλάδος (ΣΚΕΤΚΕ). Ζει και εργάζεται στη Λαμία.
Η έκθεση ζωγραφικής που παρουσιάζει αυτές τις μέρες στη Δημοτική Πινακοθήκη Λαμίας, έχει τον τίτλο «Τα χρώματα της ίριδας». Χρώματα που δεν είναι κραυγαλέα, δεν επιδιώκουν τον ερεθισμό του αμφιβληστροειδούς, αλλά γεμίζουν το μάτι, το νου, την ψυχή.
E. Κιτσόπουλος,
ακρυλικό σε κ. πλακέ, 30Χ37εκ.
Ο Βασίλης Σίμος, μέσα από τη ζωγραφική του -την οποία κατέχει άριστα και όχι μόνο εξ΄αιτίας των σπουδών του- φανερώνει την ουσιαστική επαφή του με τη γενέθλια γη και τους ανθρώπους της.
[Επιμέλεια: Παρασκευή Ωραιοπούλου Κουτσουπιά, Ι.Μ.Ε.Τ. artem.gr]

Σάββατο 31 Μαρτίου 2012

Έλληνες ζωγράφοι: Γεώργιος Άβλιχος


Θ. Χρήστου, λάδι σε μουσαμα,
50Χ70εκ.

Ποιητής, μουσικός, και κυρίως ζωγράφος.
Γεννήθηκε στο Ληξούρι Κεφαλλονιάς το 1842. Η έφεσή του στη ζωγραφική τον οδήγησε στη Νεάπολη της Ιταλίας, όπου σπούδασε σε σχολή ελευθέρων σπουδών. Ασχολήθηκε και με τη νομική, χωρίς όμως να ολοκληρώσει τις σπουδές του σ’ αυτήν. Αντίθετα, εντρύφησε στη ζωγραφική, χάρη της οποίας φοίτησε και σε γερμανικές σχολές. Επέστρεψε κατόπιν στην Κεφαλλονιά, όπου έγραψε το ποιητικό δράμα Η καταστροφή των Ψαρών. Γραμμένο στη δημοτική, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Αργοστόλι το 1888.
Στην ζωγραφική ασχολήθηκε κυρίως με προσωπογραφίες και ηθογραφίες, ρεαλιστικές και  υπερβατικές. Πίνακές του παρουσιάστηκαν στην έκθεση του Συλλόγου «Παρνασσός» το 1885 και στην Πανελλήνια Καλλιτεχνική Έκθεση του Ζαππείου το 1888.
Πέθανε στο Αργοστόλι Κεφαλλονιάς το 1909.
[επιμέλεια: Αντώνης Κουτσουπιάς, Ι.Μ.Ε.Τ. artem.gr]

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Ο Ζωγράφος της Επανάστασης του 1821


Παναγιώτης Ζωγράφος
Λαϊκός ζωγράφος, απλός και ταπεινός, χωρίς ειδικές σπουδές στη ζωγραφική, ίσως να περνούσε απαρατήρητος και να έσβηνε μέσα στην ανωνυμία, αν δεν τον έβγαζε από αυτήν ο Μακρυγιάννης. Αγωνιστής και ο ίδιος της επανάστασης του 1821, ο Παναγιώτης Ζωγράφος, ήταν αυτός που απέδωσε ζωγραφικά τις αναμνήσεις του Στρατηγού.Βιογραφικές πληροφορίες για τον Παναγιώτη Ζωγράφο σπανίζουν. Μάλιστα, η νεότερη έρευνα έχει αποδείξει πως το όνομα του ζωγράφου ήταν Δημήτριος, με το οποίο και υπογράφει, ενώ ο Παναγιώτης, που από μνημονικό λάθος αναφέρει ο Μακρυγιάννης, λεγόταν ο ένας από τους γιους: «χειρ Δ. Ζωγράφου εκ Βορδωνίας της Λακεδεμονίας» ή «χειρ. Δ. Ζωγράφου εκ Βορδώνια της Λακεδαίμονος». Υποθέτουμε ότι πρόκειται για πατέρα και γιους από τη Βορδόνια, με ένα εργαστήρι συγκροτημένο στη βάση της οικογενειακής επιχείρησης.
 Ο Παναγιώτης, όπως θα αποκαλούμε κι εμείς τον ζωγράφο, ήταν αγιογράφος και ζωγράφος σε αρχοντικά, εκκλησίες και μοναστήρια. Το επαγγελματικό επώνυμο Ζωγράφος ίσως ν' αρχίζει με τον Παναγιώτη, έχοντας παραμερίσει το παλιότερο οικογενειακό. Πάντως μ’ αυτό το επώνυμο τον γνώριζε ο Μακρυγιάννης όταν τον κάλεσε για συνεργασία. 
Ο Μακρυγιάννης εννοούσε την ιστορία σαν χρέος απέναντι στις επερχόμενες γενιές. Θέλοντας να καταθέσει πώς ο ίδιος έζησε τον Αγώνα της Πατρίδας, αποφάσισε να εικονογραφήσει τις σπουδαιότερες φάσεις του. Την ιδέα αυτή, τη σκέφτηκε την άνοιξη του 1836, όταν μετέβη στην Δυτική Ρούμελη, προκειμένου να καταστείλει μια ανταρσία κατά του Όθωνα. Βλέποντας   ξανά τα πεδία των μαχών όπου είχε πολεμήσει, ξύπνησαν μέσα του οι αναμνήσεις και έλαβε την απόφαση να τις ζωντανέψει σε ξύλο, εξιστορώντας τες σ’ έναν Ευρωπαίο ζωγράφο. «κι έρχοντας εδώ εις Αθήνα, πήρα ένα ζωγράφο Φράγκο και τον είχα να μου φκιάσει σε εικονογραφίες αυτούς τους πολέμους. Το εγχείρημα όμως σταμάτησε μετά τον τρίτο πίνακα. «Δεν γνώριζα τη γλώσσα του. Έφκιασε δύο τρεις, δεν ήταν καλές˙ τον πλέρωσα κι έφυγε.»  
Ο επόμενος συνεργάτης του ήταν ο Παναγιώτης Ζωγράφος, από την Βαρδώνια της Λακωνίας, μαζί με τους δυο γιούς του. Τρία χρόνια κράτησε η συνεργασία τους. Επισκέφτηκαν τα πεδία των μαχών και ενώ ο Στρατηγός εξιστορούσε, ο Ζωγράφος φιλοτεχνούσε τον πίνακα. 
 «Έστειλα και έφεραν από την Σπάρτη έναν αγωνιστή, Παναγιώτη Ζωγράφον τον έλεγαν˙ έφεραν αυτόν και μιλήσαμεν και συνφωνήσαμεν το κάθε κάδρον την τιμήν του˙ κι έστειλε κι ήφερε και δύο του παιδιά˙ και τους είχα εις το σπίτι μου όταν εργάζονταν. Κι αυτό άρχισε από τα 1836 και τέλειωσε τα 1839. Έπαιρνα τον Ζωγράφο και βγαίναμεν εις τους λόφους και τόλεγα…..Έτζι είναι εκείνη η θέση, έτζι εκείνη˙αυτός ο πόλεμος έτζι έγινε αρχηγός ήταν των Ελλήνων εκείνος, των Τούρκων εκείνος».
  Αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας (έμπνευση-αναμνήσεις Μακρυγιάννη, εκτέλεση Ζωγράφου), ήταν είκοσι πέντε κάδρα βυζαντινής τεχνικής σε ξύλο διαστάσεων 0, 565 x 0,40, ζωγραφισμένα με αυγοτέμπερα. Ένα απ’ αυτά όμως, που παρουσίαζε τον Άρμανσμπεργκ να ξεριζώνει την καρδιά της Ελλάδας, το κατέστρεψαν οι φίλοι του για να τον προστατέψουν. 
Από τους 24 πρωτότυπους πίνακες, κατασκευάστηκαν 4 πλήρεις σειρές αντιγράφων υδατογραφίας σε χαρτί στράτζο, διαστάσεων 0,64 x0,50. Τις τρεις τις χάρισε στους Πρέσβεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, με τελικούς παραλήπτες τους ηγεμόνες των χωρών τους, σε μια προσπάθεια να επηρεάσει ευμενώς υπέρ των ελληνικών συμφερόντων, ενώ μία σειρά πρόσφερε στον βασιλιά Όθωνα. 
Σήμερα η σειρά του Όθωνα βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, ενώ από την πρωτότυπη σειρά που ο Μακρυγιάννης κράτησε για τον εαυτό του, σώζονται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο 8 κομμάτια διαστάσεων 0,565 x0,40 μ., τα οποία δώρισε ο γιος του το 1927. 


 « Ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθε και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά». (Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη).


Η εκτέλεση των εικόνων έγινε από το 1836-1839. Για τον στρατηγό Μακρυγιάννη αυτές οι εικόνες, που έγιναν κατά παραγγελία του στα 1836, δεν είναι ζωγραφική. Δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να συμβάλει στην τέχνη -λαϊκή ή κοσμική- του καιρού του. Κι ο ίδιος, απ' όσο είμαστε σήμερα σε θέση να γνωρίζουμε, δεν ήταν πολύ ευχαριστημένος με το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα. Η συνεργασία του με τους Ζωγράφους (πατέρα και γιο) οφείλει να αποδώσει με ακρίβεια αυτό που ο ίδιος έχει "στοχαστεί" για τον Αγώνα: μια σειρά από πραγματικά γεγονότα και ορισμένους πολύ συγκεκριμένους συμβολισμούς.
 Ο Μακρυγιάννης ουσιαστικά απαίτησε ένα είδος πολεμικούς χάρτες, ώστε να αποτυπώσει τις μάχες και τις ναυμαχίες του πολέμου της ανεξαρτησίας• όφειλαν να αποδοθούν μέσα στο γεωγραφικό τους χώρο και, με τέτοιο τρόπο ώστε ο "χάρτης" αυτός να "διαβάζεται" από τον θεατή με τον τρόπο που διαβάζεται μια πολεμική έκθεση. Οι "χάρτες" όμως αυτοί δεν θα μπορούσε να είναι μια απλή καταγραφή των πολεμικών συμβάντων. Αποτελούν την εκλαϊκευτική αποτύπωση της ερμηνείας που ο στρατηγός έδινε στον αγώνα αποτύπωση των προσωπικών του οραμάτων: εθνικών, πολιτικών, στρατιωτικών. Γι' αυτό και οι εικόνες των Ζωγράφων, ως ιστορικά ντοκουμέντα, δύσκολα "διαβάζονται", αποκομμένες από τα κείμενα που τις συνοδεύουν είτε από τα "Απομνημονεύματα" του στρατηγού. Αλλά μπορούν να διαβαστούν ανεξάρτητα από τις προθέσεις του. Έτσι άλλωστε τις θαυμάζουμε σήμερα: ως μικρά κομψοτεχνήματα όπου ο αυτοδίδακτος Παναγιώτης (ή ο Δημήτριος, πατέρας του Παναγιώτη) κατάφερε να παρακολουθήσει και, εν πολλοίς, να καταγράψει τον σχεδόν αφελή ενθουσιασμό του στρατιώτη. 
Με μια αυθεντική ματιά -που, αυτή, δεν είναι καθόλου "αφελής" ή "αθώα"- ο Ζωγράφος κατάφερε να δημιουργήσει πρωτότυπες και τολμηρές χρωματικά εικόνες οι οποίες συνδυάζουν, περίπου με μαγικό τρόπο, την υστεροβυζαντινή αποτύπωση του τοπίου στις αγιογραφίες, κάποια μοτίβα από λαϊκές γκραβούρες της εποχής αλλά και τη δροσιά που εκπέμπει η ζωγραφική των παιδιών. 
Στενή, βαθιά και πρωτότυπη, στάθηκε η σύμπραξή τους στη γέννηση των   Εικονογραφιών του Εικοσιένα. Όλα τα κείμενα που υπάρχουν μαρτυρούν ότι ο Μακρυγιάννης έδωσε λεπτομερέστατες οδηγίες. Όμως αν η πλάστιγγα της τιμής για τη δημιουργία του έργου πρέπει από κάπου να γείρει, νομίζουμε ότι πρέπει σίγουρα να γείρει από τη μεριά του Παναγιώτη Ζωγράφου. Είδαμε ότι ο πρώτος που χρησιμοποιήθηκε γι’ αυτή τη δουλειά, ο «Φράγκος» όπως τον αναφέρει ο Μακρυγιάννης, μολονότι θα έλαβε τις ίδιες περίπου οδηγίες δεν μπόρεσε να φτάσει σε αποτελέσματα ικανοποιητικά ώσπου στο τέλος, διώχτηκε. Η κατανόηση δηλαδή των εμπνεύσεων του Μακρυγιάννη, φάνηκε γρήγορα ότι δεν ήταν τόσο ζήτημα παιδείας, όσο ζήτημα ψυχολογικού συνταυτισμού. Αυτός ο Σπαρτιάτης, πέρ’ από τα χρώματα και τις γνώσεις της αγιογραφίας, κουβαλούσε μέσα του κάτι άλλο: μια παράδοση, τη ζωντανή παράδοση του τόπου του. Είχε αγρυπνήσει με τους   ίδιους καημούς, είχε κοιμηθεί με τα ίδια όνειρα, τραγουδήσει με το ίδιο πάθος που τραγουδούσανε χρόνια τώρα όλοι οι γύρω του άνθρωποι. Και μέσα σ’ αυτά, μια ορισμένη αντίληψη για τη φύση και τη σχέση των πραγμάτων και των ανθρώπων, μια ειδική αισθαντικότητα, διαμορφώνονταν και ταξίδευε υποσυνείδητα ώσπου να φτάσει τη στιγμή των πραγματοποιήσεων.
  Πριν έρθει σε επαφή με τον άγνωστό μας Φράγκο και τον Παναγιώτη, ο Μακρυγιάννης είχε προετοιμάσει τη θεματογραφία πού έμελλε να εκφραστεί ζωγραφικά. Στα 1836 βρίσκεται σε υπηρεσία στη Δυτική Στερεά: «Αφού πήγα κι εγώ λαέ στην τετραρχία μου, παρατήρησα και όλες τις θέσεις που απόγιναν πόλεμοι, και σημάδεψα όλες αυτές τις θέσεις και όσες άλλες ήξερα», έκανε δηλαδή τοπογραφικά σχέδια πού θα χρησίμευαν ως βάση της εικονογραφίας. Την ίδια χρονιά και ύστερα από την αποτυχία της συνεργασίας του με τον ξένο ζωγράφο έρχεται σε επαφή με τον Παναγιώτη Ζωγράφο και του αναθέτει την εκτέλεση των εικόνων:
«Αφού έδιωξα αυτόν τον ζωγράφο, έστειλα και έφεραν από τη Σπάρτη έναν αγωνιστή, Παναγιώτη Ζωγράφο τον έλεγαν, έφερα αυτόν και μιλήσαμε και έφερε και δυό του παιδιά και τους είχα εις το σπίτι μου όταν εργάζονταν. Κι' αυτό άρχισε από τα 1836 και τελείωσε τα 1839». 
Η συμβολή του Μακρυγιάννη δεν περιορίζεται στην εκπόνηση τοπογραφικών σχεδίων όπου θα ήταν σημειωμένη και η διάταξη των στρατευμάτων, ούτε στην υπόδειξη τοπογραφικών αναλογιών με άλλα τοπία τα οποία επισκεπτόταν μαζί με το Ζωγράφο, ο Μακρυγιάννης υποβάλλει και επιβάλλει το όλο περιεχόμενο του πίνακα, τη «σκέψη» του έργου, την αλληγορία, τους συμβολισμούς. Σχετικά με τα σχέδια πού κρατούσε ό ίδιος υπάρχει μία ακόμα μαρτυρία του σαφέστερη από αυτή πού παραθέσαμε: «συμφωνώ την ιδίαν έποχήν δύο ζωγράφος προς τους οποίους παρίστανον σχεδιασμένην εις χαρτί εκάστην θέσιν». Για τον αγωνιστή Παναγιώτη Ζωγράφο δεν ξέρουμε τίποτε περισσότρο από ότι μας παραδίδει ό Μακρυγιάννης και από ό,τι μπορεί να συναχθεί από τις εικόνες που του αποδίδονται• ο ίδιος δεν υπογράφει καμιά απ' αυτές. Έρχεται από τη Λακωνία, τη Σπάρτη των Απομνημονευμάτων, μαζί με «δυο του παιδιά»: γιους ή παραγιούς…
[I.M.E.T. artem.gr]

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

21 Μαρτίου, παγκόσμια ημέρα ποίησης


Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ (1907-1985)
Γεννήθηκε στις 21 Οκτωβρίου του 1907 στην Αθήνα.
Ο πατέρας του Παναγιώτης ήταν Κωνσταντινοπολίτης και ασκούσε το επάγγελμα του εμπόρου. Από το 1923, σε ηλικία 12 ετών φοίτησε σε ένα  Λύκειο στο Παρίσι. Εκεί διδάχτηκε την κλασσική γαλλική ποίηση και την αγάπησε βαθιά. Το 1927 επέστρεψε στην Ελλάδα για να υπηρετήσει την θητεία του. Εργάστηκε αρχικά ως σχεδιαστής εξώφυλλων σε περιοδικά. Το έτος 1932 γράφτηκε στη σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας με δάσκαλο τον Κωνσταντίνο Παρθένη. Παράλληλα, μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη, φοιτούσε και στο καλλιτεχνικό εργαστήρι του Φώτη Κόντογλου. Στους δυο αυτούς δασκάλους του, ο Εγγονόπουλος αναφερόταν πάντα με θαυμασμό.
Σ. Χουλιάρα,
λάδι σε ξύλο,25Χ35 εκ
.
  Το 1939 οργάνωσε την πρώτη του έκθεση έργων   ζωγραφικής. Την ίδια εποχή  άρχισε να δημοσιεύει και τις πρώτες του ποιητικές συλλογές, που φέρουν επιδράσεις από το Σολωμό και τον Μπωντλαίρ. Ο ίδιος έλεγε: "Είμαι ζωγράφος το επάγγελμα και θεωρώ την ποίηση σαν ζήτημα εντελώς προσωπικό."
Την επόμενη χρονιά, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού μετώπου. Συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς, και αιχμάλωτος μεταφέρεται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Δεν σταματά όμως να γράφει ποιήματα, με όποιον τρόπο μπορεί. Μετά το τέλος του πολέμου, απελευθερώνεται και επιστρέφει στην  Ελλάδα.
Ν.Γάδας,
ακρυλικό σε καμβά, 100X60 εκ.
 Ιδρύει συλλόγους, στους οποίους συμμετέχει ενεργά, χωρίς να σταματήσει ποτέ να ζωγραφίζει ή να γράφει. Το 1967    γίνεται καθηγητής στο Ε. Μ. Πολυτεχνείο, στο ελεύθερο    σχέδιο. Από το 1967 μέχρι και τον Αύγουστο του 1973, οπότε και συνταξιοδοτείται,  επηρεάζει σημαντικά τη φοιτητική ζωή, μέσα και έξω από το Πολυτεχνείο. Στις 31 Οκτωβρίου 1985 θα αφήσει την τελευταία του πνοή στην Αθήνα.
  Βαθύτατα πνευματικός άνθρωπος ο Νίκος Εγγονόπουλος, δεν ήταν μόνο ένας ζωγράφος και ποιητής, αλλά και ένας αληθινός στοχαστής. Αντιμετώπισε και αρνητικές αντιδράσεις, που έφτασαν τα όρια του εμπαιγμού και της κατασυκοφάντησης, χωρίς ωστόσο να τον κλονίσουν. Παθιασμένος με τον υπερρεαλισμό, μας κληρονόμησε ένα διαχρονικό έργο αποκλειστικά δικής του έμπνευσης και τεχνικής.
Επιμέλεια Μιχάλης Δ. Κουτσουπιάς - Πηγή: The Phantom