Τόπος καταγωγής του η Καστοριά, όπου και γεννήθηκε το 1870. Μεγάλωσε όμως στην Πάτρα, οπότε το θαλασσινό τοπίο επέδρασε καθοριστικά στις εικαστικές του επιλογές. Καράβια σε γαλήνη ή σε τρικυμία, τοπία με σπιτάκια, ψαροχώρια, ήταν τα θέματά του. Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών (1886 - 1893), με καθηγητές τους Νικηφόρο Λύτρα και Κωνσταντίνο Βολανάκη. Το 1899 παρουσίασε για πρώτη φορά έργα του στην Αθήνα. Το 1903 άνοιξε εργαστήριο μαζί με τον Νικόλαο Αλεκτορίδη και παράλληλα δίδασκε μαθήματα σχεδίου. «Μαθητές» του εκεί υπήρξαν μεταξύ άλλων ο Γεώργιος Μπουζιάνης και ο Περικλής Βυζάντιος. Κατά την διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων (1912–1913) η ελληνική κυβέρνηση του ζήτησε να ζωγραφίσει πολεμικές θαλασσογραφίες, από τις οποίες οι πιο γνωστές είναι η «Ναυμαχία της Έλλης», η «Ναυμαχία της Λήμνου», «Νηοψία αντιτορπιλικών», «Ο Αβέρωφ ανθρακεύων», και η «Αμφιτρίτη κομίζουσα τη σορό του Γεωργίου Α΄». Ο θάνατός του το 1915 δεν του επέτρεψε να τελειώσει την «Τελευταία ναυμαχία του Βυζαντίου». Η τεχνοτροπία του εντάσσεται στη «Σχολή του Μονάχου», παρότι δεν σπούδασε εκεί. Θεωρείται από τους κορυφαίους θαλασσογράφους της εποχής του. Επιμ. Μαρία-Ωραιοζήλη Κουτσουπιά [Ι.Μ.Ε.Τ. Αrtem.gr] |
|
|---|
Τρίτη 26 Ιουνίου 2012
Έλληνες Ζωγράφοι: Χατζής Βασίλειος (1870-1915)
Κυριακή 17 Ιουνίου 2012
Έλληνες Ζωγραφοι: Θανάσης Μπακογιώργος
Ενας Ευρυτάνας Ζωγραφος στη Θεσσαλονίκη...
Γεννήθηκε το 1942 στη Μαυρομάτα των Αγράφων. Το πέτρινο σπίτι με τα ζωγραφισμένα ταβάνια και τις ξυλόγλυπτες πόρτες όπου γεννήθηκε, μαζί με τα ελάτια που το περιτριγύριζαν, αποτέλεσαν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα ενός γεννημένου ζωγράφου. Ενός παιδιού που ο εμφύλιος άφησε ορφανό στα επτά του χρόνια, που ζωγράφιζε παντού, έπλαθε «με πηλό από το διπλανό ρέμα» τους ήρωες της επανάστασης και ονειρευόταν πάντα να γίνει ζωγράφος.
Το 1963 παρουσίασε για πρώτη φορά τα έργα του στη ΧΑΝ. Η έκθεση αυτή απέσπασε την εγκωμιαστική κριτική του Χρ. Γιανναρά, κάτι που έδωσε ώθηση στο νεαρό ζωγράφο.
Η τριετία 1969-1972 ήταν καθοριστική για τη ζωή του. Μετέβη στην Αγγλία όπου εμπλούτισε τις εικαστικές του εμπειρίες, αλλά και γνώρισε τη σύντροφο της ζωής του, την Ιταλίδα Marisa Rea.
Επέστρεψε μαζί της στη Θεσσαλονίκη και το 1975 δημιούργησε το Κέντρο Τέχνης και Λόγου "Πανσέληνος". Επί δεκατρία χρόνια καλλιτέχνες από την Ελλάδα και από το εξωτερικό, κυρίως νέοι από το χώρο των Βαλκανίων εξέθεταν εκεί τα έργα τους. Το 1979 δημιούργησε με τη γυναίκα του την «Πορφύρα», ένα εργαστήριο καλλιτεχνημάτων (καθρέφτες, ζωγραφιστά έπιπλα, κυρίως ζωγραφικά έργα).
Έκανε τριάντα ατομικές εκθέσεις και έλαβε μέρος σε πολλές ομαδικές. Είναι µέλος του καλλιτεχνικού Επιµελητηρίου Ελλάδος και του Συλλόγου Καλλιτεχνών Βορείου Ελλάδος.
Έργα του υπάρχουν σε πολλές ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
[Επιμέλεια: Φώτης Κουτσουπιάς για το artem.gr]
Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012
Έλληνες Ζωγράφοι: Λευτέρης Οικονόμου
Τετάρτη 23 Μαΐου 2012
Έλληνες Ζωγράφοι: Μιχαήλ Παπαγεωργίου (Doris)
Αν και το όνομά του, Doris, παραπέμπει σε ξενική καταγωγή, στην πραγματικότητα πρόκειται για Έλληνα ζωγράφο, ο οποίος γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα (1896 – 1987). Η Δωρίδα της Φωκίδας, από όπου καταγόταν, του έδωσε το ψευδώνυμο Δωρίς – Doris, με το οποίο και υπέγραφε τα έργα του. Το πραγματικό του όνομα ήταν Μιχαήλ Παπαγεωργίου. ![]() Από το 1913 ως το 1916 εργάστηκε ως σχεδιαστής και γελοιογράφος σε εφημερίδες και περιοδικά. Στη συνέχεια έφυγε για το Παρίσι. Σπούδασε φοιτώντας σε διάφορα καλλιτεχνικά εργαστήρια, για 15 περίπου χρόνια, ενώ συνδέθηκε ιδιαίτερα με το Γιώργο Γουναρόπουλο (Γουναρό, 1890 - 1977) και τον Αμεντέο Μοντιλιάνι (Amedeo Modigliani, 1884 – 1920). Το 1930 επέστρεψε στην Αθήνα, όπου οργάνωσε την πρώτη ατομική του έκθεση στον «Παρνασσό» και ακολούθησαν και άλλες. Η αναγνώριση που έτυχε ως νεωτεριστής ζωγράφος ήταν άμεση. Στα έργα του το νεωτεριστικό ύφος συνδυάζει εξπρεσιονιστικά και διακοσμητικά στοιχεία. Η ζωγραφική του περιστρέφεται γύρω από χρωματικές διαβαθμίσεις ιμπρεσιονιστικού τύπου. Η ίδια λυρική διάθεση φαίνεται να χαρακτηρίζει και την ποιητική του συλλογή, που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1938 με τον τίτλο «Ελιγμοί». Ο Doris έλαβε μέρος σε πολλές ομαδικές εκθέσεις στην Ευρώπη (Παρίσι 1926, Μπιενάλε Βενετίας 1936, «Πανελλήνια» 1948 κ. ά.). Έργα του βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη, στο Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, στη Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας και σε ιδιωτικές συλλογές ανά τον κόσμο. [Ι.Μ.Ε.Τ. artem.gr] |
|
|---|
Δευτέρα 21 Μαΐου 2012
Άρθρο: Το πανανθρώπινο μήνυμα που εκπέμπει η Τέχνη στις κοινωνίες...
Κάθε πολιτισμός έχει τα όρια και το στίγμα του στον ιστορικό χώρο και χρόνο.Μέσα ωστόσο στην ιστορία του κόσμου, το αρχαιοελληνικό αισθητικό επίτευγμα σημαδεύει την καταγωγή μιας τέχνης με πανανθρώπινο μήνυμα και με διαστάσεις παγκόσμιες, θα έλεγα σχεδόν εξωχρονικές.
Πρώτη έκφραση της αποστασιοποίησης του ανθρώπου από την αναγκαιότητα της φύσης, χάρη στη μεταμόρφωση της ύλης σε πνεύμα, το ελληνικό πλαστικό κατόρθωμα δηλώνει την επίμονη και έλλογη προσπάθεια του καλλιτέχνη να δαμάσει το πάθος και τη μοίρα με τα έργα τού νου και της καρδιάς, αυτά που φέρνουν τον άνθρωπο όλο και πιο κοντά στον Θεό, αυτά που τον οδηγούν δίπλα στον συνάνθρωπο...
Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ από το έργο της «Πολιτισμός και Ελληνισμός- Προσεγγίσεις»
[επιμ. Μαγδαλινή Κουτσουπια, για το Ι.Μ.Ε.Τ. artem.gr]
Τρίτη 15 Μαΐου 2012
Έλληνες Ζωγράφοι: Aλέξανδρος Aλεξανδράκης
Ο Ζωγράφος του Πολέμου Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1913. Έδειξε από νωρίς το ταλέντο του στο σχέδιο και τη ζωγραφική, αφού σε ηλικία 17 ετών παρουσίασε 23 έργα του σε ομαδική έκθεση της ΧΑΝ. Το 1931 εισήχθηκε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και σπούδασε κοντά στο Σπύρο Βικάτο και τον Ουμβέρτο Αργυρό. Αργότερα, παρακολούθησε μαθήματα χαρακτικής από το Γιάννη Κεφαλληνό. Το 1933 εργάστηκε ως σκιτσογράφος στο «Έθνος» και το 1937 αποφοίτησε από την ΑΣΚΤ συγκεντρώνοντας και τα τέσσερα βραβεία που προέβλεπε ο κανονισμός. Την 28η Οκτωβρίου 1940 η Ελλάδα μπαίνει στον πόλεμο και οι Έλληνες φαντάροι φεύγουν για την Αλβανία «με το χαμόγελο στα χείλη». Ανάμεσα τους και ο Αλέξανδρος Αλεξανδράκης με τα πέντε αδέλφια του. Ο ζωγράφος, με την ιδιότητα του δεκανέα πυροβολικού, πολεμάει στην πρώτη γραμμή. Στις λιγοστές ωστόσο ώρες ανάπαυσης, αφήνει το όπλο και την ξιφολόγχη από το χέρι για να πιάσει το μολύβι ή όποιο υλικό βρει, και να καταγράψει σε σχέδια τον αγώνα ενός μικρού λαού ενάντια σε μια αυτοκρατορία. Παρουσιάζει το πραγματικό πρόσωπο του πολέμου αυτού, όπως τον έζησε, σε όλες του τις φάσεις: Ηρωισμός και μεγαλείο, προελάσεις και επιθέσεις, αλλά και πείνα και κακουχία, κρυοπαγήματα και ακρωτηριασμοί, αγωνία και θάνατος. Πτυχές του, όπως η αυταπάρνηση των γυναικών της Πίνδου, η ορμή που διακρίνει τους πολεμιστές, οι επικίνδυνες αναβάσεις στα απόκρημνα βουνά, το πυκνό χιόνι που μετατρέπεται σε σάβανο και άλλες σκηνές από μια δραματική καθημερινότητα, θα ήταν αδύνατο να τις φανταστούμε χωρίς τα σκίτσα του στρατιώτη-ζωγράφου. Τα σχέδια αυτά, που λιγότερο περιγράφουν και περισσότερο υποβάλλουν το περιεχόμενο του θέματος, άλλοτε με παχιά και άλλοτε με λεπτή γραμμή, με τη σχηματοποίηση, τα τονισμένα περιγράμματα και τις πυκνές διαγραμμίσεις, αποτέλεσαν τις αφετηρίες για τις αντίστοιχες ζωγραφιές. Το 1946 ο ίδιος ο Αλεξανδράκης παρουσίασε τις ζωγραφιές του πολέμου, στις οποίες συνδυάζονται "εξπρεσιονιστικά και εμπρεσιονιστικά στοιχεία, ρομαντική διάθεση και μπαρόκ χαρακτηριστικά, εξαιρετικό σχέδιο και δύναμη υποβολής του χρώματος". Στους ειρηνικούς καιρούς των επόμενων δεκαετιών, ο Αλεξανδράκης άλλαξε εντελώς τη θεματολογία του, θέλοντας ίσως να αφήσει πίσω του τη φρίκη του πολέμου. Ασχολήθηκε με το γυμνό, ενώ εικονογράφησε και το Αναγνωστικό της Ε΄ Δημοτικού του 1958. Η φήμη του ξεπέρασε τα σύνορα της Ελλάδας και άρχισε να συνεργάζεται με ιδρύματα του εξωτερικού.Επανήλθε στα έργα του πολέμου το 1968, δημοσιεύοντας 80 σχέδια και 22 ζωγραφικούς πίνακες σ’ ένα λεύκωμα με τίτλο «Έτσι πολεμούσαμε το 1949-41». Ήταν και η τελευταία του δραστηριότητα. Πέθανε το ίδιο έτος, σε ηλικία 55 ετών. Το 1980 η Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας τον τίμησε με μεγάλη αναδρομική έκθεση. Έργα του παρουσιάστηκαν στο Λονδίνο το 1998 και το 2005, ενώ στη Λευκωσία ταξίδεψαν το 1999. Την προσφορά του τίμησε και ο Δήμος Αθηναίων το 2008, που από κοινού με το Ίδρυμα Σ.Ο.Φ.Ι.Α. και το Πολεμικό Μουσείο, διοργάνωσαν έκθεση των σχεδίων και των έργων του από την περίοδο του πολέμου και της Κατοχής, ως επετειακή εκδήλωση της 28ης Οκτωβρίου. [Αντώνης Δ. Κουτσουπιάς, Πρόεδρος I.M.E.T. artem.gr] |
|---|
Τετάρτη 9 Μαΐου 2012
Πέμπτη 3 Μαΐου 2012
Έλληνες Ζωγάφοι: Κώστας Λαχάς
Γόνος Ποντίων προσφύγων, ο Κώστας Λαχάς γεννήθηκε το 1936 στο Κάτω Θεοδωράκι του Ν. Κιλκίς. Παράλληλα με τις σπουδές του στο Τμήμα Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Α.Π.Θ., ξεκίνησε και η ενασχόληση του με το θέατρο, η οποία συνεχίστηκε και σε επαγγελματικό επίπεδο. Εργάστηκε στην "Τέχνη Μακεδονική Καλλιτεχνική Εταιρεία", στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ), στη γραμματεία του Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Από το 1960 άρχισε να ζωγραφίζει, αλλά και να γράφει. Το Νοέμβριο του 1962 οργανώθηκε η πρώτη ατομική του έκθεση στο Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης, για να ακολουθήσουν κι άλλες, σε πόλεις της Ελλάδας και της Γερμανίας. Παράλληλα όμως, εξέδωσε αξιόλογα ποιητικά και πεζογραφικά έργα. Μάλιστα, ο συνθέτης Θ. Μικρούτσικος μελοποίησε στίχους του που ερμήνευσαν η Δ. Γαλάνη, ο Δ. Μητροπάνος, ο Χρ. Θηβαίος. Για κάποια χρόνια στις δεκαετίες ’60 και ’70, άσκησε το επάγγελμα του ιατρικού επισκέπτη. Αυτό δεν τον εμπόδισε στο να εργαστεί παράλληλα ως υπεύθυνος του βιβλιοπωλείου και των εκδόσεων "Θεμέλιο", ενώ δραστηριοποιήθηκε και ως καλλιτεχνικός συντάκτης σε εφημερίδες. Το 1972 εγκαινίασε την πρώτη επαγγελματικά οργανωμένη Γκαλερί της Θεσσαλονίκης, τον "Κοχλία". Το 1986 η Γκαλερί έκλεισε, οπότε το 1987 ανέλαβε τη διεύθυνση του Βελλίδειου Πολιτιστικού Κέντρου, ως το 1995. Από το 1999 ήταν ο καλλιτεχνικός σύμβουλος στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Η συνεισφορά του στην πνευματική κίνηση της Θεσσαλονίκης θεωρείται μεγάλη. [Ι.Μ.Ε.Τ. artem.gr] |
|
|---|
Σάββατο 28 Απριλίου 2012
Έλληνες Ζωγράφοι: Φλωρά - Καραβία Θάλεια
Μια από τις σημαντικότερες και παραγωγικότερες Ελληνίδες ζωγράφους. Το 1874 ο ιερέας πατέρας της πήρε την οικογένειά του από τη Σιάτιστα της Δυτικής Μακεδονίας και εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Αποφοίτησε από το Ζάππειο Παρθεναγωγείο της Κωνσταντινούπολης το 1888. Θέλησε να σπουδάσει ζωγραφική στο Σχολείο των Τεχνών της Αθήνας (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών), αλλά το ίδρυμα αρνήθηκε να την δεχθεί επειδή επρόκειτο για γυναίκα. Έτσι, με υποτροφία του Κων. Ζάππα και οικονομική συνδρομή του αδελφού της, το 1895 έφυγε για το Μόναχο, όπου σπούδασε κοντά στον Γύζη και τον Ιακωβίδη. Το 1898 ξαναγύρισε στην Κωνσταντινούπολη. Εκθέτοντας τα έργα της στον Ελληνικό Καλλιτεχνικό Σύλλογο, ξεκίνησε την επαγγελματική σχέση της με την ζωγραφική. Το 1903 πήγε στο Παρίσι. Από το 1907 έζησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου παντρεύτηκε τον Νίκο Καραβία, εκδότη της εφημερίδας Εφημερίς. Στην Αλεξάνδρεια ίδρυσε και διηύθυνε σχολή ζωγραφικής.Κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων, με ειδική άδεια, ακολούθησε τον Ελληνικό Στρατό στις εκστρατείες του ως ανταποκρίτρια της Εφημερίδος και απεικόνισε πάμπολλα πολεμικά στιγμιότυπα σε σχέδια με κάρβουνο, κιμωλία και παστέλ. Την παραγωγικότητά της περιέγραψε ο Εσάτ-πασά των Ιωαννίνων λέγοντας χαρακτηριστικά στον άντρα της: «ένα τσιγάρο συ, τρία σκίτσα η κυρία σου»! Τις εμπειρίες της από τα γεγονότα της εποχής εκείνης τις περιέγραψε αργότερα στο βιβλίο της Εντυπώσεις από τον πόλεμο του 1912-1913: Μακεδονία-Ήπειρος. Ακολούθησε επίσης τον Ελληνικό Στρατό στην Μικρά Ασία (1918–1922). Επέστρεψε με τον σύζυγό της το 1939 στην Ελλάδα, όπου αποθανάτισε σκηνές από τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940–1941. Συμμετείχε σε πάρα πολλές ομαδικές εκθέσεις, ενώ πραγματοποίησε και πολλές ατομικές. Η τελευταία έγινε το 1959, ένα χρόνο πριν το θάνατό της. Πέθανε στην Αθήνα το 1960. Πέρα από τις πολεμικές απεικονίσεις, η Φλωρά-Καραβία έγινε εξίσου γνωστή και για τα 500 περίπου πορτραίτα της. Την απασχόλησαν ωστόσο κι άλλες θεματικές κατηγορίες: τοπιογραφία, λουλούδια, καθημερινές ασχολίες, μυθολογικές παραστάσεις. Το έργο της μαρτυρεί τη γυναικεία της ευαισθησία, αλλά και την ευρεία της παιδεία. Εντάσσεται στην «ακαδημαϊκή Σχολή του Μονάχου», αν και οι πίνακές της έχουν φως και χρώμα που χαρακτηρίζει τους ιμπρεσιονιστές. «Εργάζομαι ιμπρεσιονιστικά», είχε πει η ίδια σε μία συνέντευξή της το 1955. Στα τελευταία της έργα όμως, φαίνεται να προσπέρασε και τον ιμπρεσιονισμό, για να στραφεί προς τον εξπρεσιονισμό. Οι ελαιογραφίες της ξεπερνούν τις 2.500, ενώ μεγάλος είναι και ο αριθμός των σχεδίων και υδατογραφιών της. Για την προσφορά της στην ζωγραφική, τιμήθηκε με το Αργυρό Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών το1945 και με τον Σταυρό Ταξιαρχών του Τάγματος της Εποποιίας το 1954. Έργα της εκτίθενται στην Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας, στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, στην Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων, στην Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ (Μέτσοβο), και αλλού. Ένα σημαντικό μέρος των σχεδίων της από τους πολέμους βρίσκονται στο Στρατηγείο του Γ΄ Σώματος Στρατού στη Θεσσαλονίκη και στο Πολεμικό Μουσείο της Αθήνας. [Ι.Μ.Ε.Τ. artem.gr] |
|
|---|
Παρασκευή 20 Απριλίου 2012
Έλληνες Ζωγραφοι: Γεώργιος Ροϊλός
O εισηγητής του ιμπρεσιονισμού στην Ελλάδα
Με υποτροφία της Σχολής το 1887(8) στάλθηκε στην Ακαδημία του Μονάχου, όπου είχε καθηγητή το Νικόλαο Γύζη. Τέλος, το 1890 θέλησε να συμπληρώσει τις σπουδές του στο Παρίσι, στην Académie, κοντά στον Benjamin Constant και τον Paul Laurence. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1894, δίδαξε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, αρχικά στο «Τμήμα Γραφικής και Πλαστικής διά νεανίδας». Από το 1895 ξεκίνησε τη διδασκαλία της αγαλματογραφίας στην αντίστοιχη Έδρα, αντικαθιστώντας τον Σπυρίδωνα Προσαλέντη που είχε πεθάνει. Παραιτήθηκε το 1903. Αναχώρησε για το Λονδίνο, όπου έγινε μέλος του εκεί Καλλιτεχνικού Συνδέσμου. Στη συνέχεια, γι άλλα δυο χρόνια έζησε στο Λίβερπουλ, όπου εκλέχτηκε μέλος της Ακαδημίας της πόλης και πήρε μέρος σε διάφορες εκθέσεις. Επέστρεψε το 1908. Επαναπροσλήφθηκε στη Σχολή το 1910 και δίδαξε ως το 1927. Ως καθηγητής της ελαιογραφίας στη θέση του Ιακωβίδη, παρέκκλινε από τις ακαδημαϊκές τάσεις, που μέχρι τότε ήταν ενταγμένες σε τυποποιημένο ‘κώδικα προτύπων’. Η διδασκαλία του ήταν ανανεωτική και επέβαλε μεγαλύτερη ελευθερία. Χαρακτηρίστηκε ως ο κατεξοχήν Έλληνας ζωγράφος πολεμικών σκηνών, τη δίνη των οποίων έζησε και ο ίδιος, τόσο στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, όσο και στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912–13. «Ζωγραφίζοντας εκ του φυσικού τη γρήγορη εναλλαγή των πολεμικών γεγονότων μέσα στη σκόνη της μάχης, οργάνωνε τη σύνθεσή του χωρίς ένα κεντρικό στοιχείο να συγκεντρώνει την προσοχή και να στατικοποιεί τον πίνακα. Για παράδειγμα, τοποθέτησε το βασιλιά Κωνσταντίνο έκκεντρα και όχι μεγαλύτερο ή επιβλητικότερο από τους άλλους». Προσωπογραφίες, ιστορικές σκηνές, θρησκευτικά θέματα, ηθογραφίες, νεκρές φύσεις, τοπιογραφίες, συμπληρώνουν το θαυμάσιο έργο του, που εισάγει τις πρώτες τάσεις ιμπρεσιονισμού στην Ελλάδα. Στις καλλιτεχνικές του δράσεις περιλαμβάνεται και η ενασχόλησή του με τη χαλκογραφία, ενώ οι γελοιογραφίες του κοσμούσαν τις εφημερίδες Άστυ, Ρωμηός και Εστία.) Πέθανε στις 28 Αυγούστου του 1928, στην Αθήνα. [ΦΩΤΗΣ Δ. ΚΟΥΤΣΟΥΠΙΑΣ Αντιπρόεδρος Ι.Μ.Ε.Τ. artem.gr] |
|
|---|
Πέμπτη 12 Απριλίου 2012
Έλληνες Ζωγράφοι: Κωνσταντίνος Μαλέας (Κωνσταντινούπολη 1879 –Αθήνα 1928)
Στη διάρκεια των ταξιδιών του ζωγράφιζε ασταμάτητα και έστελνε ανταποκρίσεις στον περιοδικό τύπο της Κωνσταντινούπολης. Όταν επέστρεψε, γνωρίστηκε με τον Γιώργο Τσορμπατζόγλου, του οποίου την κόρη Ευφροσύνη παντρεύτηκε το 1913. Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στην Θεσσαλονίκη και το 1917 μετακόμισε στην Αθήνα. Στην πρωτεύουσα ο Μαλέας διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στις ζυμώσεις των ετών 1917-20 γύρω από την τέχνη και την εκπαίδευση. Ως μέλος της «Ομάδας Τέχνης», μετείχε στο κίνημα των καλλιτεχνών για την ανανέωση της ελληνικής τέχνης και την αποδέσμευσή της από τον ακαδημαϊσμό της Σχολής του Μονάχου, ενώ ως συνεργάτης των Γληνού, Δελμούζου και Τριανταφυλλίδη, εργάστηκε για την εφαρμογή της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Μάλιστα, το 1918 εικονογράφησε το αναγνωστικό της Α΄ Δημοτικού, το περίφημο Αλφαβητάρι με τον Ήλιο. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι δέχτηκε αρνητικές κριτικές από συντηρητικούς, που χαρακτήρισαν τα έργα του «τα ιδιοτροπότερα εις χρώμα και σχέδιο». Πραγματικά, με εμφανείς επιδράσεις από τους μεταϊμπρεσιονιστές Σεζάν, Γκωγκέν και Βαν Γκογκ, τα έργα του διακρίνονται για τα πολύ φωτεινά χρώματα και τις πλατιές πινελιές, που έφεραν επανάσταση στα στάσιμα νερά της ακαδημαϊκής αθηναϊκής ζωγραφικής. Μόνο ο Φώτος Πολίτης αναγνώρισε αμέσως την αξία του και σύστηνε στους νεαρούς ζωγράφους «να αφήσουν προς στιγμήν τους δασκάλους τους και να σπεύσουν να πάρουν μαθήματα από τον καλλιτέχνη». Το 1920 ταξίδεψε στη Σπάρτη, το Μυστρά, την Ολυμπία και τη Νάξο, και τον επόμενο χρόνο στο Θέρμο της Αιτωλίας, συνοδεύοντας τον αρχαιολόγο Κωνσταντίνο Ρωμαίο. Την περίοδο 1921 - 1923 έζησε και εργάστηκε στη Χίο και τη Μυτιλήνη. Σε όλους αυτούς τους τόπους αναδείκνυε με το χρωστήρα του τα τοπία. Το 1923 τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών. Ένα χρόνο πριν το θάνατό του, το 1927, επισκέφτηκε το Παρίσι και το Μόναχο, από όπου δεν έπαυε να στέλνει ανταποκρίσεις εικαστικού περιεχομένου. Ο θάνατός του σε ηλικία 49 ετών, διέκοψε το έργο του, που χαρακτηρίστηκε «θεμέλιο και σημείο αναφοράς για την αποφασιστική στροφή της ελληνικής ζωγραφικής προς τη μοντέρνα τέχνη». [Αντώνης Δ. Κουτσουπιάς, Πρόεδρος Ι.Μ.Ε.Τ. artem.gr] |
|
|---|
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




































