Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

Έλληνες Ζωγράφοι: Τριαντάφυλλος Ηλιάδης

Ο Τριαντάφυλλος Ηλιάδης γεννήθηκε το 1950 στον Πετεινό Ξάνθης, από γονείς αγρότες και με σοβαρή αναπηρία στο πόδι και στα χέρια. Άρχισε από πολύ μικρή ηλικία να ζωγραφίζει με το στόμα, μια και  η φύση του έχει στερήσει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τα χέρια του. Από την ενασχόλησή μ’ αυτή του αντλεί αισιοδοξία και χαρά για τη ζωή, που τις ενισχύει το γεγονός ότι  τα έργα του γίνονται συχνά αντικείμενο θαυμασμού εκ μέρους του κοινού.
Ο δρόμος της ζωής δεν εμποδίζει το αντάμωμαΤο 1967, και ενώ συνεχώς ασχολείται με τη ζωγραφική από το 1960, έρχεται σε απευθείας επαφή με τη Διεθνή Ένωση Αναπήρων Καλλιτεχνών, που εδρεύει στο Λιχτενστάιν. Το 1970 γίνεται μέλος της Ένωσης και από τότε ζωγραφίζει γι' αυτή. Η Ένωση αυτή, γνωστή με τα αρχικά  V.D.M.F.K.,  διοργανώνει εκθέσεις με έργα καλλιτεχνών που ζωγραφίζουν με το στόμα ή τα πόδια και τυπώνοντάς τα  σε κάρτες και ημερολόγια εξασφαλίζει στα ανάπηρα μέλη της μιαν αξιοπρεπή διαβίωση.
Ο Τριαντάφυλλος Ηλιάδης έχει κάνει  πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στο εξωτερικό και διακρίνεται για το έργο του.  Το Δεκέμβριο του 1994 έγινε δεκτός από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.
Αθήνα 2004 : η φλόγα της ευγενικής άμιλλαςΟ καλλιτέχνης συμμετείχε ακόμα και σε μια ομαδική έκθεση στη Βιέννη, που έγινε με  αφορμή ενός συνεδρίου τον Απρίλιο του 1997 για τα 40 χρόνια της V.D.M.F.K. και φέτος (2007) τον Απρίλιο θα συμμετάσχει σε άλλη μια ομαδική έκθεση και πάλι στην Βιέννη για τα 50 χρόνια της Ενώσεως.
Τον Αύγουστο του ιδίου έτους (1997), καλεσμένος από τον Δήμαρχο Ξάνθης Φ. Αμοιρίδη, πραγματοποίησε μιαν ατομική έκθεση. Στις 17 Σεπτεμβρίου πραγματοποίησε  άλλη μιαν  ατομική έκθεση υπό την αιγίδα του Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, Θεσσαλονίκη 1997.
Στις 4.11.1998 έλαβε  μέρος σε πανελλήνια ομαδική έκθεση στην Αθήνα κι εκεί  η δουλειά του τιμήθηκε με πολύ κολακευτικά σχόλια από τον τύπο και τα μέσα ενημέρωσης. Στις 29.12.1998 ο κ. Ηλιάδης βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών.
[www.triantafillos-il.com]

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

Έκθεση: Έλληνες Ναΐφ Ζωγράφοι

theofilis - xelakoma   Στο Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ύδρας φιλοξενείται από την Παρασκευή 25 Μαρτίου έως και τη Δευτέρα 2 Μαΐου η έκθεση «Έλληνες Ναΐφ Ζωγράφοι» με έργα από τη Συλλογή Χρήστου και Πόλλυς Κολλιαλή, σε επιμέλεια της Ίριδας Κρητικού.
Η έκθεση, που συγκεντρώνει περισσότερα από 50 έργα σημαντικών Ελλήνων Ναΐφ ζωγράφων από τη Συλλογή Χρήστου και Πόλλυς Κολλιαλή, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, μετά τις παρουσιάσεις της στο Σισμανόγλειο Μέγαρο στην Κωνσταντινούπολη (Οκτώβριος 2013), το Devecihan Kültür Merkezi στην Αδριανούπολη (Μάιος 2014) και το Μουσείο Ναΐφ Τέχνης της Λετονίας στην Ρίγα (Ιούλιος 2015).
Giannis Theofilis - O gamos   Με αφορμή την πρώτη αυτή παρουσίαση στην Ελλάδα θα εκδοθεί μικρό λεύκωμα με τα έργα της έκθεσης.
Η έκθεση διοργανώνεται από το Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ύδρας σε συνεργασία με τους συλλέκτες και εστιάζει στην ελληνική παράδοση και την καθημερινή ζωή στην πόλη και την ύπαιθρο: θρησκευτικές και κοινωνικές τελετές ή παραδοσιακά πανηγύρια που αποδίδονται με αυθόρμητη παραστατική και αφηγηματική γλαφυρότητα, εκφραστικές εικόνες εναλλασσόμενου μόχθου και λιγοστής σχόλης, ξεχασμένες σήμερα γεωργικές ασχολίες αλλά και εύγλωττες σκηνές που επαναφέρουν στο βλέμμα του θεατή πολύτιμες ιεροτελεστίες και νοσταλγικές αστικές μνήμες πλημμυρισμένες από φωνές σαλεπιτζήδων, πλανόδιων μικροεμπόρων και αυτοσχέδιες σκηνές λαϊκών καραγκιοζοπαιχτών, ειδυλλιακά τοπία που προέρχονται και διαφυλάσσουν με τρόπο ανεξίτηλο στο πέρασμα των δεκαετιών το νησιωτικό, το ηπειρωτικό ή το αστικό περιβάλλον του δημιουργού τους, η Θεσσαλία και η Μυτιλήνη, η Αθήνα, η    Πλάκα και η Ακρόπολη, η Κύπρος, αλλά ακόμη η Σμύρνη και η Κωνσταντινούπολη, συνθέτουν ένα πολύχρωμο και παλλόμενο πανόραμα με ισότιμη ιστορική, λαογραφική και αισθητική αξία. 
Στη Συλλογή των Ναΐφ Ζωγράφων του Χρήστου και της Πόλλυς Κολλιαλή που αποτελεί μία από τις πληρέστερες του είδους και που αριθμεί περισσότερα από 100 έργα στο σύνολό της, ανήκουν τόσο  σημαντικοί ιστορικοί εκπρόσωποι της Ναΐφ Ζωγραφικής καθώς και διακεκριμένοι σημαντικοί καλλιτέχνες με πολυετή καλλιτεχνική παιδεία που επέλεξαν τη συγκεκριμένη έκφραση προσεγγίζοντάς την μέσω της τελευταίας, όσο και παλαιότεροι ή νεότεροι αυτοδίδακτοι ζωγράφοι με πηγαία γραφή που στους περισσότερους από εμάς εξακολουθούν να παραμένουν άγνωστοι.
Λίγα λόγια για τους συλλέκτες: Ο Χρήστος και η Πόλλυ Κολλιαλή, επιλέγοντας ως μόνιμο τόπο κατοικίας τους και στεγάζοντας τις συλλογές τους στα Μέγαρα της Αττικής, εξακολουθούν να αφουγκράζονται την ιστορία, την εξέλιξη αλλά και τις ανάγκες του γενέθλιου τόπου τους όπου και προσφέρουν συστηματικά ποικίλες πολιτιστικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες. Συλλέγοντας με θαυμαστή τόλμη για περισσότερα από 20 χρόνια ελληνικά έργα τέχνης σύγχρονα, ιστορικά και ναΐφ καθώς και σπάνια λαογραφικά αντικείμενα, συνεπικουρούμενοι πλέον από την  φρέσκια ματιά των παιδιών τους που συνεχίζουν το έργο τους και απολαμβάνοντας την πρωτογενή καινοτομία στην τέχνη όσο και την αλάνθαστη λαϊκή αισθητική, διασώζουν με τρόπο υποδειγματικό πολύτιμα δείγματα του παλίμψηστου Ελληνικού Πολιτισμού, από τον 19ο αιώνα έως και τις ημέρες μας.

Διοργάνωση: Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ύδρας
Επιμέλεια έκθεσης: Ίρις Κρητικού

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

Έλληνες Ζωγράφοι: Γιάννης Σπυρόπουλος

Ο Γιάννης Σπυρόπουλος (Πύλος 1912 - Αθήνα 1990) έλληνας ζωγράφος, είναι εκφραστής του ρεύματος της  Αφαίρεσης με τα έργα που φιλοτέχνησε μετά τη δεκαετία του '50. 
"Ο Γιάννης Σπυρόπουλος υπήρξε ένας μοναχικός καλλιτέχνης. Με την έννοια ότι δια των επί μία πεντηκονταετία  εικαστικών του αναζητήσεων διαμόρφωσε στην Ελλάδα ένα προσωπικό σύμπαν αφαιρετικής τέχνης που ήταν εκ  των πραγμάτων αδύνατον να δημιουργήσει άμεσους μιμητές στη χώρα. Αδύνατον, διότι ο ίδιος με το έργο του  εγκαθίδρυσε εν Ελλάδι τα αγεωγράφητα όρια της αφαιρετικότητας ή, πιο σωστά: τα όρια της όποιας μετάβασης από  το αληθοφανές στο αφαιρετικό.
Ο Γιάννης Σπυρόπουλος σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (1930-1936), με δασκάλους τους: Αργυρό  Βικάτο και Θωμόπουλο. Συνέχισε σπουδές στο Παρίσι (στην Ecole de Beaux-Arts και σε ελεύθερα εργαστήρια). Το  1939 επιστρέφει στην Ελλάδα. Η αφετηρία του υπήρξε νατουραλιστική. Στα πορτρέτα, τις νεκρές φύσεις και τα  τοπία που φιλοτέχνησε στη δεκαετία μετά τις σπουδές του (περίοδος της "γκρίζας πινελιάς", περίοδος της "κάθετης  πινελιάς", κ.λπ.), η αφομοιωμένη επίδραση του Σεζάν είναι εμφανής. 
 Γύρω στα 1950 και μέχρι το 1955 επιμένει  στο ελληνικό τοπίο, το οποίο, όμως ως προς την αληθοφανή του αναπαράσταση, "διαβάζει" με μια συνειδητώς  "απλουστευτική" ματιά. Από εδώ και μετά ο Σπυρόπουλος εξελίσσεται προς την αφαίρεση. Καταργεί τη συμβατική  προοπτική, ελαχιστοποιεί τον ορίζοντα, "βλέπει" τα πράγματα από απόσταση που δικαιολογεί την κάποια  αφαιρετικότητα στην απόδοση των θεμάτων.
Προς το τέλος της δεκαετίας του πενήντα, ο καλλιτέχνης βαθμιαία αδιαφορεί για τις σαφείς αναφορές στο  πραγματικό και αντιθέτως, προσδίδει όλο και μεγαλύτερη αυτονομία στις χρωματικές του επιφάνειες. Στο στάδιο  αυτό, η χειρονομία της πινελιάς του αποκτά εμφανή ένταση και γίνεται καθοριστικό πλαστικό στοιχείο του πίνακα. 
Το 1960 βραβεύεται στην Μπιενάλε της Βενετίας, γεγονός που τον καταξιώνει διεθνώς και του επιτρέπει να  ερευνήσει με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση τις προοπτικές της ανεικονικής αναπαράστασης. Από την εποχή αυτή και  μετά, ο Σπυρόπουλος με πραγματικό πάθος δημιουργεί τη ζωγραφική με την οποία κατοχυρώνεται δια παντός στη  συνείδηση της εικαστικής κοινότητας ως ο κατεξοχήν αφαιρετικός Έλληνας ζωγράφος.
Δημιουργεί έργα που διαβάζονται όχι ως άμεσες αναπαραστάσεις του πραγματικού, αλλά ως αναπαραστάσεις της  εικαστικής δημιουργίας, ως μνήμες ή συνειδήσεις μιας ιδέας, μιας ενόρασης, μιας ανάφλεξης του νου... "
(Άρης Μαραγκόπουλος)

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Παναγιώτης Τέτσης- «Εφυγε» ο αλχημιστής των χρωμάτων...

Ο δάσκαλος και ακαδημαϊκός, ο αιώνιος έφηβος, πέθανε λίγο μετά τα μεσάνυχτα της Παρασκευής, προς τα ξημερώματα του Σαββάτου, σε ηλικία 91 ετών καθώς αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας.
Νοσηλευόταν στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός μετά από επιδείνωση της υγείας του το τελευταίο χρονικό διάστημα. Πρόκειται για βαρύτατη απώλεια καθώς θεωρείτο ένας από τους σπουδαιότερους ζωγράφους που διαμόρφωσαν την ελληνική μεταπολεμική ζωγραφική μαζί με τον Γιάννη Μόραλη. Με πλούσιο πνευματικό, καλλιτεχνικό και διδακτικό έργο, ύμνησε το ελληνικό φως και χρώμα.

Αρκεί να έχεις βρεθεί μια και μόνο φορά μπροστά σε ένα έργο του για να καταλάβεις τι σημαίνει χείμαρρος χρωμάτων. Αρκεί να έχεις σταθεί λίγα μέτρα πιο μακριά από το τελάρο του και χωρίς να προσέξεις αν έχει ζωγραφίσει ένα φιλικό του πρόσωπο, ένα μπουκέτο φρέσκα λουλούδια ή αν είχε χτίσει από την αρχή με τα χρώματά του τα βράχια της αγαπημένης του Υδρας, να κλείσεις τα μάτια και να γίνουν όλα μπροστά σου χρώμα.
Αυτός ήταν ο Παναγιώτης Τέτσης, ο αλχημιστής των χρωμάτων, όπως τον έχουν χαρακτηρίσει, ο δάσκαλος κι ακαδημαϊκός, ο αιώνιος έφηβος.
Ενα γλυκό του κουταλιού απαραίτητο κέρασμα στο υπόγειο ατελιέ του, στην οδό Ξενοκράτους, καταφύγιο για την τέχνη του τα τελευταία 59 χρόνια. Ενα ποτήρι παγωμένο νερό κι ένα μπουκέτο λουλούδια στο τραπεζάκι, δίπλα στα ασφυκτικά τοποθετημένα τελάρα, τα χρώματα και το τηλέφωνο, μια συσκευή στην οποία απαντούσε μόνο αν ήξερες να τον καλέσεις έχοντας προηγηθεί το κατάλληλο σύνθημα, αλλιώς μπορούσε να κουδουνίζει για ώρες.
Κι εκείνος αεικίνητος, με ευκινησία σχεδόν εφηβική, να ελίσσεται ανάμεσα σε όλα τούτα, να έχει όρεξη να μιλήσει για πολιτική και ιστορία, για τέχνη ή για τον καιρό, χωρίς να χαρίζεται σε κανέναν και συχνά γκρινιάζοντας για όσα τον ενοχλούσαν στη δημόσια ζωή.
Ο «ακαδημαϊκός» έλεγαν όσοι δεν τον γνώριζαν και ήθελαν να δείξουν τον σεβασμό τους. Ο «δάσκαλος» έλεγαν οι περισσότεροι, ακόμη κι ορισμένοι που δεν είχαν περάσει από το εργαστήριο του στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, εκεί που δίδασκε από το 1976 ως το 1991 δείχνοντας τον δρόμο σε πολλούς καταξιωμένους σήμερα ζωγράφους, Κι εκείνος προτιμούσε τον δεύτερο τίτλο. Καμάρωνε γι’ αυτόν. Κι ας είχε γευθεί πολλές τιμές στην μεγάλη και γεμάτη συγκινήσεις διαδρομή του, με πλέον πρόσφατη εκείνη της περασμένης Δευτέρας, όταν το Υπουργείο Πολιτισμού του απένειμε το νεοσυσταθέν εικαστικό βραβείο Γιάννης Μόραλης, το οποίο δεν κατάφερε να παραλάβει, καθώς χρειάστηκε να εισαχθεί στο νοσοκομείο.
Γιατί όμως η ζωγραφική του Παναγιώτη Τέτση συγκινούσε τόσους πολλούς; Για ποιο λόγο τα εγκαίνια των εκθέσεων του θύμιζαν διαδήλωση; Και γιατί δύσκολα κάποιος θα προσπερνούσε έναν πίνακα του, χωρίς να εγκλωβιστεί σε αυτόν χρωματικό κυκλώνα που κατάφερνε να δημιουργήσει στα έργα του;    Διότι «η ζωγραφική του είναι μαγική, ευφραίνει τα μάτια και την ψυχή και ταυτόχρονα γυμνάζει το βλέμμα μας ν’ αναζητεί την αποκάλυψη μέσα στο ασήμαντο», εξηγεί η ομότιμη καθηγήτρια στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών και διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης. Μαρίνα Λαμπράκη –Πλάκα. «Το θέμα είναι για αυτόν απλό ερέθισμα: από ένα απλό κανάτι με πινέλα ακουμπισμένο σ’ ένα τραπεζάκι ως τη γεωμετρία της Ύδρας, την ώρα που την αγκαλιάζει ο πρώτος ήλιος και την αποχαιρετά ο τελευταίος, θωπεύοντάς τη με το μελένιο φως του, και ως τη λαϊκή αγορά της Παρασκευής στην Ξενοκράτους, που θα εμπνεύσει στον ζωγράφο τη μνημειώδη ζωφόρο των πενήντα μέτρων».
Κι αν η αλήθεια είναι ότι όλοι λίγο-πολύ έχουμε δει ένα έργο του με τις θάλασσες και τους απόκρημνους βράχους της Υδρας, τα πεύκα της Σίφνου ή τα ολόσωμα πορτρέτα των φίλων του – διότι ο ίδιος δεν έκανε ούτε αυτοπροσωπογραφίες, ούτε δεχόταν παραγγελίες – καθώς μόνο οι ατομικές του εκθέσεις ξεπερνούν τις 90. Οσοι, όμως, έχουν έρθει αντιμέτωποι με τη Λαϊκή Αγορά είναι μια εμπειρία που δύσκολα λησμονιέται. Τελάρα ύψους 2,5 μ. και πλάτους 4 μ. το ένα πλάι στο άλλο γεμάτα ανθρώπους διαφορετικούς μεταξύ τους, πάγκους γεμάτους φρούτα και λαχανικά, κίνηση…
Νιώθεις σαν να πρόκειται για έναν στρόβιλο που είναι έτοιμος να σε αρπάξει και να σε βάλει και σένα μέσα σε ένα από τα τελάρα, να ακούσεις τους μανάβηδες που διαλαλούν την πραμάτεια τους, να μυρίσεις τη φρεσκάδα των χόρτων που έχουν κοπεί πριν λίγες ώρες, να γευτείς τους χυμούς των φρούτων που «σπαρταράνε» πάνω στους πάγκους.
«Είναι ένα έργο που επιβάλλεται αμέσως στον θεατή», έγραφε ο μεταξύ άλλων παλιός διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, Μαρίνος Καλλιγάς. «Δεν είναι το μέγεθος του, ούτε η έκταση που επιβάλλονται, αλλά ο τρόπος, ο γενναίος τρόπος της εκτέλεσής του. Η σύνθεση δίνει ένα χρωματικό ποίημα της ζωής που είναι τόσο κοντά μας και δεν τη βλέπουμε», συνεχίζει για το έργο που όχι μόνο αναδεικνύει το μέγεθος της ζωγραφικής δεινότητας του καλλιτέχνη, αλλά και το παιγνιώδες πνεύμα του, αφού μέσα στο ετερόκλητο πλήθος που κυκλοφορεί στη λαϊκή αγορά έχει τοποθετήσει και μια ολόγυμνη γυναίκα να κάνει τα ψώνια της.
Και τώρα; Τώρα που ο Παναγιώτης Τέτσης εγκατέλειψε τα εγκόσμια μένει πίσω το φως που πλημμύριζαν τα έργα του. «Τόσο αστείρευτο, γενναιόδωρο κι αληθινό φως που σκέπτομαι πώς αν κάποια στιγμή το σύμπαν σκοτεινιάσει οριστικά, οι πίνακες του Τέτση θα λειτουργήσουν ως γεννήτριες φωτός», γράφει η ακαδημαϊκός και ποιήτρια, Κική Δημουλά.

Βιογραφικό

Γεννήθηκε το 1925 και το 1940 παίρνει τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής, ενώ την ίδια χρονιά μαθητεύει στον Πικιώνη και τον Χατζηκυριάκο – Γκίκα. Το 1943 σπουδάζει στο προπαρασκευαστικό τμήμα της «Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών» στην Αθήνα, κοντά στους Δ. Μπισκίνη και Π. Μαθιόπουλο. Ακολουθεί εισαγωγή του στα εργαστήρια της Σχολής, κοντά στον Κ. Παρθένη, απ’ όπου αποφοίτησε το 1949. Μέλος της ομάδας Αρμός Α και αργότερα της ομάδας Αρμός Β, το 1951 διορίστηκε επιμελητής στην έδρα του ελεύθερου σχεδίου με καθηγητή τον Χατζηκυριάκο – Γκίκα στην Ανώτατη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ. Από το 1953 έως το 1956, εγκαθίσταται στο Παρίσι, με υποτροφία του ΙΚΥ. Εκεί, στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού διδάσκεται την τέχνη της χαλκογραφίας.
Από το 1958 έως το 1976 διδάσκει στο Ελεύθερο Σπουδαστήριο Καλών Τεχνών (γνωστή αργότερα ως «Σχολή Βακαλό»), ενώ παράλληλα (έως το 1962) διδάσκει ελεύθερο σχέδιο στη «Σχολή Σχεδιαστών του Αθηναϊκού Τεχνολογικού Ομίλου». Το 1958 το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Ενωσης Κριτικών Τέχνης τον εκλέγει μεταξύ Ελλήνων υποψηφίων, για το διεθνές βραβείο του Μουσείου Γκουνγκενχάιμ, όπου και εκτίθεται το έργο του. Συμμετείχε στην Μπιενάλε του Sao Paulo (1957) και στην Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας (1959). Ακολουθεί (1962) το Βραβείο Κριτικών για το έργο «Το Ναυπηγείο», ενώ το 1970 ορίζεται εκπρόσωπος της Ελλάδας στην Μπιενάλε Βενετίας. Λόγω των ειδικών πολιτικών συνθηκών αρνείται τη συμμετοχή. Το 1976 ο Π. Τέτσης εκλέγεται καθηγητής στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, στο Γ΄ Εργαστήριο Ζωγραφικής, όπου διδάσκει έως το 1991. Το 1989 η σύγκλητος τον εκλέγει πρύτανη του Ιδρύματος και το 1993 εκλέγεται ακαδημαϊκός. Είχε παρουσιάσει έργα του σε 90 ατομικές και σε πάρα πολλές θεματικές – ομαδικές εκθέσεις.
[dimokratiki]

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Τα έργα του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου έφθασαν στο Λούβρο!

 «  Όταν Ο λαϊκός ζωγράφος της Ελλάδας  Θεόφιλος ζωγραφίζει ήρωες του ’21, οι φουστανέλες γίνονται λουλούδια στους αγρούς. Όταν ζωγραφίζει δάση πολύφυλλα εκφράζει με τη πράσινη ποικιλία τους όλη την λαχτάρα του αγρότη για το νερό.. Δεν ζητούσε παρά να προσφέρει στους συγχρόνους του τις χρωματικές χαρές, τα ελληνικά φώτα που είχε ο ίδιος θησαυρίσει ασυνείδητα στην ψυχή του και κατόρθωσε να μεταφέρει σε χρώματα”.( Στρατής Ελευθεριάδης σε συνέντευξη στα “Αθηναϊκά Νέα” στις 21 Σεπτεμβρίου 1935.)
Θεόφιλος: Ο λαϊκός ζωγράφος της Ελλάδας που τριγυρνούσε με φουστανέλα, που ζωγράφιζε  « αντί πινακίου φακής » και που η αριστεροχειρία του τον έκανε να κλειστεί στον εαυτό του, κατάφερε  τα έργα του να είναι πασίγνωστα και αναγνωρίσιμα ακόμα και στους πιο αδαείς στην τέχνη. Ωστόσο αν και φτωχός και με παράξενο φέρσιμο λόγω της ιδιοσυγκρασίας του ξεφεύγει από τα όρια της Ελλάδας και ο ίδιος για κάποια χρόνια αλλά και οι πίνακές του  και κοσμούν ένα από τα  πιο γνωστά μουσεία της Ευρώπης αυτό του Παρισιού και μάλιστα για δεύτερη φορά!
Στις 3 Ιουνίου του 1961 τα έργα του ζωγράφου εκθέτονται στο Λούβρο σε μια μεγάλη αναδρομική έκθεση . Όσοι αγαπούν την τέχνη και την ζωγραφική θα ενθουσιαστούν με το ιδιαίτερο και σχεδόν αυτοδίδακτο στυλ του και θα αγκαλιάσουν αυτήν την έκθεση με πολύ μεγάλο πάθος και εξαιρετική κριτική.
Υπήρξαν κάποιοι άνθρωποι, λίγοι αλλά σημαντικοί στη ζωή του που θα τον βοηθήσουν αρκετά ,να ξεπεράσει η φήμη του τα όρια της Ελλάδας. Μυτιληνιοί, συμπατριώτες του, αλλά γνώστες της τέχνης και με ένστικτό που παρά την απλοϊκότητα της ζωγραφικής του θα τον βρουν και θα του προτείνουν να πάρει μέρος σε έκθεση ζωγραφικής στο Παρίσι. ΟΓιώργος Γουναρόπουλος ήταν εκείνος που μίλησε για τα έργα του Θεόφιλου στον Στρατή Ελευθεριάδη, σημαντικό τεχνοκριτικό, συλλέκτη έργων τέχνης και εκδότη που ζούσε στο Παρίσι με το όνομα Τεριάντ. Στον Ελευθεριάδη οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η αναγνώριση της αξίας του έργου του Θεόφιλου αλλά και η διεθνής προβολή του, που ωστόσο σημειώθηκε μετά το θάνατό του. Με έξοδα του Ελευθεριάδη ανεγέρθηκε επίσης το 1964 το Μουσείο Θεοφίλου στην Βαρειά Μυτιλήνης.
Ο Ελευθεριάδης έμενε στο Παρίσι και όσο ζούσε ο Θεόφιλος, ήθελε να οργανώσει έκθεση με έργα του στην πόλη του Φωτός και αφού τον πάρει μαζί του να τον γνωρίσει σε όλους τους φιλότεχνους και καλλιτέχνες. Όμως όταν ζήτησε από τον Θεόφιλο να βγάλει την φουστανέλα και να ντυθεί με κοστούμι για να πάει μαζί του στο Παρίσι, εκείνος δεν δέχθηκε να “φραγκέψει” και έτσι η έκθεση με τα έργα του οργανώθηκε από τον Ελευθεριάδη μετά τον θάνατο του ζωγράφου, στα 1936. Ήταν η πρώτη παγκόσμια έκθεση με έργα του Θεόφιλου.
Ο Ελευθεριάδης θυμάται και γράφει στο Παρίσι το 1928: “Μια μέρα στις αρχές του 1928 βρέθηκα στο ατελιέ του Γουναρόπουλου. Εκεί βρισκόταν ακουμπισμένη πάνω σ’ ένα τραπέζι η φωτογραφία ενός έργου λαϊκού ζωγράφου που μου τράβηξε αμέσως την προσοχή και ρώτησα τον Γουναρόπουλο αν ήξερε ποιος ήταν αυτός που είχε κάνει το έργο. Ο Γουναρόπουλος μου απάντησε: Ένας γνωστός μου συλλέκτης από τον Βόλο μου έστειλε την φωτογραφία. Άλλες λεπτομέρειες δεν ξέρω”. «‘Έφυγα από το ατελιέ του Γουναρόπουλου χωρίς να μάθω ούτε το όνομα, ούτε την καταγωγή του έργου της φωτογραφίας. Πέρασε πολύς καιρός χωρίς να μάθω τίποτα. Καμιά υποψία ότι ο ζωγράφος αυτός ήταν από την Μυτιλήνη. Ύστερα από τρία-τέσσερα χρόνια κατέβηκα στην Ελλάδα και πήγα στην Μυτιλήνη να δω τον πατέρα μου. Ένα απόγευμα μπαίνοντας σε ένα καφενείο είδα μια ζωγραφιά πάνω σε ένα τοίχο που μου θύμισε το έργο της φωτογραφίας. Ζήτησα πληροφορίες από τους θαμώνες. “Είναι ένας αλήτης -μου είπαν- που τριγυρνάει τα χωριά και ζωγραφίζει στα καφενεία για ένα ποτήρι κρασί”. Τότε για καλή μου τύχη, είχε σταματήσει τις περιπλανήσεις του κι είχε εγκατασταθεί στην Μυτιλήνη. Φυσικά έσπευσα να τον συναντήσω. Θυμάμαι αισθάνθηκα μεγάλη έκπληξη όταν τον πρωτογνώρισα. Ήταν τόσο γραφικός έτσι όπως ήταν ντυμένος και τόσο αγνός. Του ζήτησα να μου κάνει έργα, γιατί φοβόμουνα πως εκείνα που είχε κάνει στους τοίχους θα εξαφανιζόντουσαν αργότερα. Τα έργα του μου άρεσαν πολύ, είχαν μια δροσιά, αλλά και εκείνη την ποιότητα που μόνο στις αληθινές καλλιτεχνικές δημιουργίες συναντάει κανείς. Έως τον θάνατό του έκανε έργα που τα έδινε στον πατέρα μου”.
Χρόνια αργότερα ο Οδυσσέας Ελύτης θα γράψει
 Στις μεγάλες αίθουσες του Λούβρου, καθώς τριγύριζα και ξανακοίταζα τα έργα αυτά, ένιωθα κοντά στο αίσθημα της υπερηφάνειας, τ’ ομολογώ, κι ένα άλλο αίσθημα ξεριζωμού, κάτι σαν αυτό που είχα νιώσει στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου με τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Μοιραία, συλλογιζόμουνα τα περισσότερα απ’ αυτά θα σκόρπιζαν μια μέρα στις συλλογές της Ευρώπης ή της Αμερικής….
Και το άλλο βράδυ, καθώς έτρωγα με τον Teriade, του το εξομολογήθηκα. Πήρε ένα ύφος παράξενο, με κοίταξε στα μάτια κι αντί να μου αποκριθεί, με ρώτησε αν είχα σκοπό, τώρα που επέστρεφα στην Ελλάδα, να πάω στη Μυτιλήνη. Θα είχε, λέει, μια θερμή παράκληση να μου κάνει: να πληροφορηθώ και να του γράψω αν, ανάμεσα στη Χώρα και στη Βαρειά, βρισκότανε κανένα οικόπεδο κατάλληλο για Μουσείο. “Μουσείο;” ρώτησα ξαφνιασμένος. “Ναι, για το Μουσείο Θεόφιλου” μου αποκρίθηκε ήρεμα.
Μια μέρα, Ιούλιος του ’65 ήτανε, παραξενευτήκαμε κι οι ίδιοι που όλα είχαν τελειώσει. Έβλεπες τους τοίχους, απάνου ως κάτου, ντυμένους με τα ίδια χρώματα που έξω απ’ τα ανοιχτά παράθυρα υπήρχανε και απλώνονταν και ζούσανε πραγματικά, στις ελιές, στις ροδιές, στις στέγες, στον ουρανό, ένα πανηγύρι άξιο της ψυχής εκείνου που μας είχε συγκεντρώσει εκεί. Φωνάξαμε έναν παπά στο γειτονικό εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής να λειτουργήσει. (…) Στεκόμασταν αμίλητοι, με τα χέρια δεμένα μπροστά, σα να ταξιδεύαμε, σα να ‘φευγε ο χρόνος δεξιά κι αριστερά μας με αόρατα κύματα.Η ιστορία ενός ανθρώπου είχε τελειώσει για μας κι άρχιζε για τους άλλους – και για τους αιώνες. Και  Ο Γιώργος Σεφέρης θα πει για τον μεγάλο λαϊκό ζωγράφο :
«…Ο Θεόφιλος είναι ζωγράφος και μόνο ως τέτοιο πρέπει να τον πάρουμε. ‘Όλη του η σημασία έγκειται εις το εξής: Ότι ξέρει να ζωγραφίζει και πολύ καλά μάλιστα…»
Επιμέλεια: Ανδρέας Ανρεάδης (Ανδρέ-Ανδρέ)
ΠΗΓΕΣ:
Ιστορία της Τέχνης, εκδ.Τόπος.
Ο ζωγράφος Θεόφιλος , Οδυσσέας Ελύητης, Εκδόσεις ΓΝΩΣΗ
Wikipedia.org
healthyliving.gr
sanshmera.gr

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

Έλληνες Ζωγράφοι: Γιάννης Φωκάς

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο Γιάννης Φωκάς (1951)Ο Γιάννης Φωκάς (1951) γεννήθηκε στα Γιαννιτσά. Σπούδασε στην Α.Σ.Κ.Τ. (1973-87) ζωγραφική με τον Γ. Μόραλη και τον Δ. Κοκκινίδη και σκηνογραφία με τον Β. Βασιλιεάδη. Με υποτροφία του κληροδοτήματος Σπ. Βικάτου συνέχισε σπουδές ζωγραφικής στην Ecole nationale superieure des beaux-arts του Παρισιού (1979-83) με τον J. Lagrange. Από το 1995 είναι καθηγητής ζωγραφικής στο Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών Θεσσαλονίκης. Το 1987 πήρε το Β' Βραβείο ζωγραφικής στη Biennale Αλεξανδρείας. Είναι μέλος του Ε.Ε.Τ.Ε. και του Σ.Κ.Ε.Τ.Β.Ε.
Από το 1981 πραγματοποίησε δεκατέσσερις ατομικές εκθέσεις σε Ελλάδα, Κύπρο, Ιταλία και Γαλλία και συμμετείχε σε πολλές ομαδικές μεταξύ των οποίων: Salon des realites nouvelles, Παρίσι (1981-83), 42o Salon de montrouge, Γαλλία (1997),κ.α.. 
Ο Φωκάς ασχολήθηκε αρχικά με σπουδές μοντέλου και τοπίου, πολύ γρήγορα όμως πέρασε σε ανεικονική ζωγραφική, τα ρεύματα της οποίας είχε γνωρίσει και μελετήσει κατά την μακρόχρονη παραμονή του στο Παρίσι. Έργα χωρίς συγκεκριμένο θέμα οργανώνονται με διάφορα υλικά, (πανί, ακρυλικά, σπρέι, άμμο, γύψο, μέταλλο κ.ά.), σε ένα σύστημα που βασίζεται στην ύπαρξη πολλαπλών επιπέδων. Μεγάλες, ελεύθερες χειρονομίες, ροές και κηλίδες, εντάσεις και κορυφώσεις συμβάλλουν καθοριστικά στην εξέλιξη της εικαστικής αφήγησης. Το χρώμα λειτουργεί ως μέσο γραφής και ταυτόχρονα ως ύλη και συνεργάζεται με τα υπόλοιπα υλικά γεννώντας φόρμα, φως και σκιά μέσα από βαθύνσεις και εξάρσεις στη ζωγραφική επιφάνεια. Ο απόλυτος έλεγχος που ο Φωκάς ασκεί στα εκφραστικά του μέσα είναι ιδιαίτερα εμφανής σε έργα μεγάλων διαστάσεων στα οποία η διήγηση εκτείνεται σε περισσότερα του ενός ζωγραφικά επεισόδια. [www.mmca.org.gr]

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Το Βραβείο Εικαστικών Τεχνών Γιάννης Μόραλης στον Παναγιώτη Τέτση


Το Βραβείο Εικαστικών Τεχνών Γιάννης Μόραλης στον Παναγιώτη Τέτση
Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 χρόνων από τη γέννηση του αείμνηστου ζωγράφου Γιάννη Μόραλη, ο Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού κ. Αριστείδης Μπαλτάς, τιμώντας τη μνήμη του μεγάλου καλλιτέχνη, κηρύσσει το 2016 «Έτος Γιάννη Μόραλη».  Επιπλέον, δεδομένης της παντελούς απουσίας κρατικού βραβείου εικαστικών τεχνών, το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού θεσπίζει το«Βραβείο Εικαστικών Τεχνών Γιάννης Μόραλης», το οποίο θα απονέμεται κάθε δύο χρόνια σε εξέχουσες προσωπικότητες των εικαστικών τεχνών. Ο πλούτος της εικαστικής δημιουργίας στη χώρα μας, μάς καθιστά βέβαιους ότι ο νέος θεσμός θα ευδοκιμήσει. 
Φέτος, το «Βραβείο Εικαστικών Τεχνών Γιάννης Μόραλης» θα απονεμηθεί από την Α.Ε. τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Προκόπη Παυλόπουλο, στον εικαστικό και ακαδημαϊκό κ. Παναγιώτη Τέτση για το εξέχουσας σημασίας έργο του και την μακρά προσφορά του ως δασκάλου στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.
[culturenow.gr]

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Χρήστος Παλλαντζάς: «εἰ ἦς ὧδε» (εάν ήσουν εδώ) στην γκαλερί Ευριπίδη

 Μετά από 10 χρόνια αδιάκοπης καλλιτεχνικής δημιουργίας και εκθέσεων στο εξωτερικό, ο ζωγράφος Χρήστος Παλλαντζάς επιστρέφει στην Αθήνα παρουσιάζοντας τη νέα του Έκθεση  με τίτλο «εἰ ἦς ὧδε» (εάν ήσουν εδώ) στην Γκαλερί Ευριπίδη. Πρόκειται για μια παρουσίαση  του έργου του καλλιτέχνη τα τελευταία χρόνια, μια περίοδο που θεωρείται η πιο ώριμη και  δημιουργική στην πολυετή του πορεία.
Τα έργα του, που εντυπωσίασαν στην Art Athina το 2014, αποτέλεσαν την πρόγευση για τη  νέα του δουλειά, που είναι αφιερωμένη στην αίσθηση της απώλειας. Σε ό,τι δεν ήλθε στην  ώρα του, σ´ εκείνο το κενό πού αφήνει η απώλεια προσώπων, καταστάσεων, πραγμάτων ή  και της ψυχής, επιτρέποντας, συνάμα, στον καλλιτέχνη να μεταπλάσσει μέσα από την  διαδικασία της δημιουργίας, τη μετουσίωση, ως υποκατάστατο ικανό να παρηγορήσει και να  θεραπεύσει .
Η ζωγραφική του Χρήστου Παλλαντζά διακρίνεται για την στέρεα τεχνική της, το σχέδιο που  ακουμπάει στις αξίες της ζωγραφικής και τις δυνατές χρωματικές φόρμες, που καθορίζουν τον  χώρο και τον χρόνο συνδέοντας τον μύθο με την πραγματικότητα, αναζητώντας την αλήθεια  ενάντια στα στερεότυπα.
Ο καλλιτέχνης προσβλέπει στη γαλήνη και την ηρεμία της ψυχής μέσα από την αναβίωση του  χαμένου χρόνου. Ο χρόνος έχει παγώσει και το ανθρώπινο σώμα σε πρώτο πλάνο, χωρίς τις  δεσμεύσεις των κοινωνικών συμβάσεων αναζητά την κάθαρση. Οι πρωταγωνιστές των έργων  πρόσωπα οικεία. Καθένα έχει την ιστορία του, που ερμηνεύεται πάνω στον καμβά, πλάθοντας  τη δική του αλήθεια κόντρα στη λογική της γοητείας και του αναμενόμενου. ξεκινώντας από  τις περίπλοκες στάσεις
«Η φράση «εἰ ἦς ὧδε Κύριε...» (κεφ. ια. παρ.21). παρμένη από το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο,  είναι αυτή που ορίζει το μέγεθος του δράματος που προηγείται της Αναστάσεως του  Λαζάρου(…). Οι αρετές της υπομονής και της καρτερικότητας, όροι αντίθετοι με το πνεύμα  του εφήμερου και του αναλώσιμου, έρχονται για να ορίσουν ξανά τη σχέση μας με το Θείο»  τονίζει ο ίδιος ο καλλιτέχνης και προσθέτει: «Εἰ ἦς ὧδε...οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε αλλά  περισσότερο αυτό που θα ορίσει το μέγεθος της ψυχής μας στην ουσία της, το άλλο μας μισό  που έχουμε απωλέσει».
Ο Παλλαντζάς είναι ζωγράφος τελεία και παύλα(….)Γιατί δεν προσπαθεί να ζωγραφίσει την  πραγματικότητα αλλά την ψυχή του ανθρώπου. Απεικονίζει τα πρόσωπα όπως είναι. Ή ακόμα  καλύτερα, όπως ο ίδιος τα γνώρισε, χωρίς καμία πρόθεση αντικειμενικότητας, χωρίς να θέλει  να προσδώσει σε κάθε έργο του κάποιο ιδιαίτερο μήνυμα. Αντιθέτως, το ξεχωριστό μήνυμα  αναδύεται περισσότερο με τρόπο έμμεσο από το σύνολο της δουλειάς του. «Για να μας  συγκλονίζει η ζωγραφική δεν πρέπει να περιορίζεται στο να μας θυμίζει την ύπαρξη της ζωής,  αλλά να έχει η ίδια τη δική της ζωή».
ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΕΚΘΕΣΗΣ 18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ ΕΩΣ 26 ΜΑΡΤΙΟΥ 2016 
[artnews.gr]

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

Έλληνες Ζωγράφοι: Γεώργιος Γεωργιάδης



Ο Γιώργος Γεωργιάδης γεννήθηκε στο Ηράκλειο το 1933 και πέθανε σε ηλικία 77 ετών. Υπήρξε πτυχιούχος της Εθνικής Σχολής Καλών Τεχνών της Λυών ενώ ήταν μαθητής του καθηγητή ζωγραφικής Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών του Παρισίου, K. Gotz. Ο Γ. Γεωργιάδης φιλοτέχνησε τον εσωτερικό διάκοσμο των Βυζαντινών Εκκλησιών στη Νέα Υόρκη. Αργότερα, συνέχισε τις σπουδές του στη Μουσική Ακαδημία του Αμβούργου, όπου σπούδασε πιάνο. Είχε πραγματοποιήσει πολλές ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό ενώ είχε λάβει μέρος σε αρκετές ομαδικές εκθέσεις. 

Παράλληλα, έχει ασχοληθεί με τη σκηνογραφία, έχει γράψει θεατρικά έργα ενώ έχει επιμεληθεί τη μουσική επένδυση για το θέατρο. Είχε φιλοτεχνήσει τα εξώφυλλα και την εικονογράφηση επτά βιβλίων. Ο Γ. Γεωργιάδης ήταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος, της Πολιτιστικής Επιτροπής του Δήμου Ηρακλείου, και επίτιμο μέλος του Συλλόγου Εικαστικών Ηρακλείου Δικτύο Εικαστικών. Δίδασκε ζωγραφική στο Εργαστήρι του στην Αγία Ειρήνη στα Σπήλια από το 1995. Η Βικελαία Βιβλιοθήκη εξέδωσε άλμπουμ με έργα του το 1994.
Έργα του Γ. Γεωργιάδη υπάρχουν, μεταξύ άλλων, στο υπουργείο Πολιτισμού, στη Βουλή των Ελλήνων, στο Δημαρχείο Ηρακλείου, σε μουσεία, πινακοθήκες και ιδιωτικές συλλογές. [patris.gr]

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Ιμπρεσιονισμός και Έλληνες Ζωγράφοι.

Κατά το τέλος του 19ου αιώνα, το Παρίσι αρχίζει να υποκαθιστά το Μόναχο στις προτιμήσεις των Ελλήνων καλλιτεχνών, καθώς έβαζε σε προτεραιότητα την υποκειμενικότητα του καλλιτέχνη και την ελευθερία των χειρισμών του.
Αρχή των μεταβολών αποτέλεσε η είσοδος του ιμπρεσιονισμού, η μεταφύτευση του οποίου στην Ελλάδα, παρά τα εγγενή προβλήματα, είχε ευρύτατη διάδοση και μακρόχρονη διάρκεια.
Η αλλαγή που θα επέλθει στη διδασκαλία της Σχολής Καλών Τεχνών οφείλεται κυρίως στον Νικόλαο Λύτρα (1883-1927), γιο του Νικηφόρου Λύτρα, και τον Κωνσταντίνο Παρθένη (1878-1967). Ο πρώτος εισήγαγε ένα ελεύθερο εκφραστικό σχέδιο, επενδεδυμένο με παχύ στρώμα χρώματος που παραπέμπει στους Fauves και τους Γερμανούς εξπρεσιονιστές, ο δεύτερος, γνώστης της ελληνικής παράδοσης και μέτοχος των γαλλικών κινημάτων της καμπής του αιώνα, αφομοίωσε την πρωτοπορία διατηρώντας εκπληκτική ισορροπία μεταξύ των εξωγενών επιδράσεων και της προσωπικής έκφρασης.
To  στιβαρό και λιτό ύφος του Κωνσταντίνου Μαλέα (1879-1928), η τάση του να συμπτύσσει λεπτομέρειες σε μεγάλες επιφάνειες, περικλειόμενες από βαρύ περίγραμμα, τα επίπεδα χρώματα και η ποιητικότητα των συνθέσεών του τον κατέστησαν, μαζί με τον Παρθένη και τον Παπαλουκά (1892-1957), ηγετική μορφή της ζωγραφικής του 20ού αιώνα.
Ο Σπύρος Παπαλουκάς,τοπιογράφος, αγιογράφος αλλά και σπουδαστής της τέχνης των Nabis, συνέδεσε με τόλμη και πειστικότητα τη βυζαντινή αγιογραφία και τα μεταϊμπρεσιονιστικά ρεύματα.
Επίσης, η ελληνική παράδοση, από την αρχαιότητα έως τη νεώτερη εκδοχή της, η λαϊκή τέχνη, αλλά και η γαλλική πρωτοπορία των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, συμβιούν, θαυμάσια αφομοιωμένες, στο έργο του Αγήνορα Αστεριάδη (1898-1977).
Οι καλλιτέχνες που γεννήθηκαν κατά την καμπή του αιώνα και τα πρώτα χρόνια του 20ού είναι γνωστοί ως η «Γενιά του ’30». Ανδρώθηκαν κατά την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μερικοί έλαβαν μέρος στην ατυχή για την Ελλάδα εκστρατεία στη Μικρά Ασία και βίωσαν τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922). Όσον αφορά τον καλλιτεχνικό προσανατολισμό τους, είναι σαφές ότι αποδέχονται τις νέες ευρωπαϊκές τάσεις. Χάρη σ’ αυτούς, ένα πλήθος νέων ρευμάτων (φωβισμός, εξπρεσιονισμός, κυβισμός, μεταφυσική ζωγραφική, αφαίρεση, σουρεαλισμός κ.ά.) εισδύει στη χώρα και επηρεάζει την τέχνη. Τα ρεύματα αυτά, αφού διέλθουν μια περίοδο προσαρμογής, θα αποβούν εικαστικά ιδιώματα της πρώτης πεντηκονταετίας.
Εντούτοις, η σπουδαιότητα των πρώτων δεκαετιών δεν έγκειται μόνο σε τούτο  ήταν άλλωστε φυσικό να συμβεί, αφού οι περισσότεροι καλλιτέχνες σπούδασαν σε ευρωπαϊκά εργαστήρια – αλλά και στο ότι πραγματεύθηκαν τη θεματική του ελληνικού χώρου με ελευθερία και υποκειμενικότητα, όχι μόνο απέναντι σε ό,τι πρότεινε η πραγματικότητα, αλλά και απέναντι στις διάφορες τεχνοτροπικές τάσεις. Αυτό δε που εκτιμούμε στο έργο τους είναι ο βαθμός διαφοροποιήσεώς τους και η προσωπική κατάκτηση. Ο βίος και η τέχνη του Ελληνισμού – λόγια και λαϊκή – επανέρχονται στο προσκήνιο ως πρότυπο με το οποίο θα διαλλαγεί η σύγχρονη τέχνη.
Κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα η ελληνική ζωγραφική έχει εδραιώσει τη θέση της στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής τέχνης. Έλληνες καλλιτέχνες εκθέτουν συχνά σε ευρωπαϊκές και αμερικανικές πόλεις και έργα τους κοσμούν ξένα μουσεία. Κατά το διάστημα τούτο, αθρόα είναι η εμφάνιση πολλών ταλαντούχων ζωγράφων, ενώ τάσεις και ρεύματα της τέχνης, προερχόμενα από την Ευρώπη και την Αμερική, υιοθετούνται και δημιουργικά αφομοιώνονται. Υπό το πρίσμα αυτό πρέπει να αντιμετωπισθεί η τέχνη του Παπαλουκά, του Σπύρου Βασιλείου (1902/1903-1985) και του Γιάννη Τσαρούχη (1910-1989).
[Πηγή: zografi-yannisstavrou.blogspot.com]